Ζωγραφική: Γιώργης Βραχνός

Αλέξης Πανσέληνος

Η μια στιγμή

Αυτά τα ταξίδια ξεκινούν όλα από λιμάνια πιο έρημα κι από τις θαλάσσιες απλωσιές που εκτείνονται κατάπρωρα. Τα νερά έχουν χρώμα σκουριάς. Η στεγνή στεριά το ίδιο. Είναι απόγευμα έπειτα από τη δύση του ήλιου. Το λιμάνι πίσω, το βαπόρι. γύρω οι εκτάσεις, μπρος, όλα έρημα. Ακούς τις μηχανές να χτυπούν ρυθμικά σαν μεταλλική καρδιά. Μνήμες όλων των προηγουμένων ταξιδιών έρχονται και σκαλώνουνε στις σκάλες των καταρτιών ή πετούν ακολουθώντας το υδάτινο αυλάκι που σημαδεύει τη ρότα. Το πλοίο ονομάζεται Wohin.

Σκάλες άδειες, σαλόνια, καταστρώματα. Μπορείς να ανέβεις ίσαμε την τιμονιέρα χωρίς ψυχή να συναντήσεις, κανείς να σ’ εμποδίσει. Μπορείς να πάρεις στα χέρια και το πηδάλιο, όμως η ορατότητα είναι κακή, τα τζάμια λεκιασμένα με αλάτι. Πιο καλά διακρίνεις την πορεία απ’ έξω στον στενό εξώστη. Δεν ανησυχείς κάποιος πιλοτάρει και το άδειο σκάφος πλέει με ασφάλεια και αποφεύγει προβλήτες και λιμενοβραχίονες, καθώς ξεπροβάλλει στην έξοδο του λιμανιού και ανοίγεται.

Όταν ξυπνήσεις από τον βαρύ καραβίσιο ύπνο, θα δεις το πρώτο νησί να πλησιάζει. Πλατύ και ρηχό σαν μαούνα, τα βράχια του βυθίζονται στα νερά και φτάνουν ίσαμε την κοιλιά του πλοίου χωρίς να το γδάρουν, καθώς ελίσσεται και τραβά να πλευρίσει.

Σπίτια και κίνηση φαντάσματα. Ήχοι καθόλου. Σιγή βουβής ταινίας. Κατεβαίνεις στο λιμάνι και η πόλη αποτραβιέται στα ενδότερα, ίδιο θαλάσσιο ζωντανό που τ’ ακουμπάς και συσπάται.

Θα μείνω.

Άλλωστε το καράβι κιόλας αποπλέει, οι κάβοι λυμένοι σέρνονται πλάι του καθώς βιαστικά χέρια τους βιράρουν. Ναι είναι καλά, να μείνω εδώ για λίγο. Θα ψάξω να βρω κείνο το σπίτι που θυμάμαι από την άλλη τη φορά.

Ήταν μια ανηφόρα στενή όλο στροφές που ξεκινούσε από την προκυμαία κι ανέβαινε στο βουνό. Το σπίτι διώροφο με κήπο και μ’ εξώστες, στο βάθος πίσω από τα δέντρα, κρυμμένο καλά από τα βλέμματα. Ήταν εκεί… ας μη θυμούμαι τι ακριβώς. Πάντως, εκεί. Όλα εκεί είχαν γίνει.

Το σπίτι είχε κατοικηθεί από τους δικούς μου, το είχα βρει απ’ αυτούς και το είχα αφήσει σαν όλοι έφυγαν για αλλού σκορπίζοντας στον άνεμο. Δεν είμαι βέβαιος αν όφειλα να το διατηρήσω απλώς ή να το κατοικώ. Ό,τι κι αν έπρεπε δεν το έκανα.

Μετά από χρόνια έμπαινες μέσα κι αναγνώριζες τα έπιπλα, τα κρεβάτια, τα πόμολα, τους διαδρόμους που βγάζανε στα δωμάτια, κάμαρες με το λουτρό τους από κρυφή πορτίτσα σαν των ξενοδοχείων. Φροντισμένο, παλιάς εποχής σπίτι, για να κατοικείται από πολλούς ανθρώπους, για πολλές διαδοχικές ζωές.

Εγώ είχα μείνει εκεί πολύ μικρός. Ήμουν παιδί, δεχόμουν το σπίτι που γεννήθηκα ως έχει, με το αίσθημα πως τα σπίτια όλου του κόσμου κάπως έτσι είναι. Άλλοι ήταν που άνοιγαν τις πόρτες κουβαλώντας τα ψώνια, άλλοι τα παράθυρα για να μπει μέσα το φως της μέρας κι οι κάμαρες να αεριστούνε – εγώ ήμουν παιδί, λίγο διέφερα από τα βάζα και τους πίνακες : στόλιζα. Και βρισκόμουν κάτω από διαρκή παρακολούθηση, με καμαρώνανε και με προσέχανε. Άλλο τίποτε. Μπορούσα να παίζω με τους φίλους μου.

Είναι πια δύσκολο να ξαναρθώ στο σπίτι αυτό. Πέρασαν χρόνια που δεν το έχω επισκεφτεί, χρόνια. Είναι μια άσκηση για τη μνήμη να προσπαθήσω να βρω πάλι τον δρόμο. Νομίζεις πως θυμάσαι κατατόπια, νομίζεις πως κάποια γωνιά, κάποιο άλλο κτίριο σου δείχνουν τη σωστή κατεύθυνση. Όταν περνάει τόσος καιρός ξεχνιούνται και οι οδοδείκτες και οι ατραποί. Θα πω γι’ αυτό το σπίτι αργότερα.

Τώρα κοιτώ τον δρόμο. Κοιτώ. Αυτός πρέπει να είναι. Άλλος δεν υπάρχει ίδιος. Από τη μια οι απότομες πλαγιές, οι κορυφές των βουνών και τα σύννεφα. Από την άλλη, η πόλη που όλο μικραίνει και μένει πίσω. Είναι οι στροφές γνωστές, οι στάσεις του λεωφορείου για τη θάλασσα. Οι μνήμες ξεπηδούν μια-μια και κάθε φορά η καρδιά μου βουλιάζει.

Πώς είναι δυνατό να τα έχω όλα αυτά ξεχάσει; Εδώ η στάση για το σπίτι του Σπύρου κοντά στη θάλασσα. Εκεί η στροφή για τη μακρινή πόλη με το στρατόπεδο: πόσα χρόνια εκεί μέσα, θητείες αλλεπάλληλες που έφαγα μια ζωή τα σωθικά μου να τις διακόψω μπαινοβγαίνοντας στα γραφεία του Διοικητηρίου, απλώνοντας τα χαρτιά και τ’ αποδειχτικά μου και τ’ απολυτήρια, πως έχω ήδη υπηρετήσει μια φορά. Μάταια βεβαίως. Τα χαρτιά ποτέ δεν μετράνε όσο η ζωή και η ζωή παρασέρνει χείμαρρος τα πάντα.

Κι αμέσως ξυπνάνε οι μνήμες των στρατοπέδων.

Εκείνο με τα τολ, το άλλο με τα κτίρια των λόχων, το άλλο στις αρχές του βουνού με τα αντίσκηνα μέσα στους θάμνους. Και οι πύλες και οι σκοπιές. Κι εκεί τα ίδια με το σπίτι: άλλες ζωές κι άλλες θητείες άλλων σβήνανε τη δική μου κι εγώ διαρκώς ξέμενα χωρίς ποτέ ν’ απολύομαι χωρίς συντρόφους –είχανε απολυθεί και φύγει– χωρίς να με θυμούνται οι αξιωματικοί που βλέπουν αμέτρητους σαν εμένα διαρκώς καινούργιους. Ναι –καλά λες, το θυμούμαι, σου λένε άμα τους φέρεις παραδείγματα, τους θυμίσεις σκηνές χαρακτηριστικές που δύσκολα ξεχνιούνται. Και με κοιτούν απορημένοι πώς γίνεται να είμαι ακόμα εδώ, ενώ οι άλλοι απολύθηκαν μήνες τώρα και χρόνια. Κι αυτό είναι όλο.

Παίρνοντας προς τα πίσω τον ορεινό δρόμο καταλήγεις ξανά στην πόλη, στους πρόποδες του Λυκαβηττού βράχου με τους δρόμους που κατηφορίζουν ακτινωτά, η κάθε ακτίνα φανερώνοντας τις διαφορετικές της όψεις. Ήσυχες γειτονιές με τα σπιτόπουλαˑάλλες που έχουν καταληφθεί από την επίδειξη της παλιοσύνης τους και χάσαν την ψυχή τους σα μεγαλοκοπέλες που αφήνουν ελεύθερα στο βλέμμα του επισκέπτη τα χρυσά κουταλοπίρουνα της προίκας τους.

Να και ο δρόμος με το σπίτι της θείας Αθηνάς, η Φωκυλίδου. Έρημος τώρα. Κι αφότου εκείνη πέθανε, άγνωστος πια και ξένος. Και η στροφή που βγάζει στο υπαίθριο αμφιθέατρο του Λυκαβηττού. Κι η άλλη προς την πολύβουη στενή οδό των βιβλιοπωλείων και της Νομικής. Δεν χρειάζεται πια να δω τους δρόμους. Βλέπω τη στροφή, μια τους γωνία, ένα σημάδι προς την κατεύθυνσή τους και ξαναζωντανεύουν.

Εγώ για το παλιό μου σπίτι έχω ξεκινήσει.

Θα το βρω άραγε, σκέφτομαι καθώς ανηφορίζω. Ναι, θυμούμαι την άποψη της πόλης από δω ψηλά, θυμούμαι τη στροφή που φανερώνει πίσω της τα κομμένα άσπρα βράχια και τα μικρά σπιτάκια με τις αυλές.

Το ίδιο αυτό νησί, το νησί με τα θαύματα, ο Πόρος. Είχα πρωτόρθει εδώ με τη μητέρα μου. Μείναμε στο μικρό ξενοδοχείο στο βάθος μιας αυλής. Από τότε μας γνωρίζουν οι δυο γυναίκες που το είχαν. Απείραχτες απ’ τον χρόνο, ποτέ δεν ήταν πολύ νέες, ποτέ δεν έδειξαν πολύ γριές. Ωστόσο εμένα χρειάζονταν ώρα για να με θυμηθούνε την εποχή που άρχισα να πηγαίνω μόνος. Είχανε συνηθίσει να μας βλέπουν μαζί. Πάντα τους ζητούσα το ίδιο δωμάτιο για να μείνω, που άλλοτε ήταν λεύτερο άλλοτε όχι.

Οι θάλασσες έχουν αλλάξει κι αυτές. Οι ακτές που κολυμπούσαμε δεν υπάρχουν όλες. Η στεριά έχει κλείσει γύρω από κάποιες, που τώρα έχουνε γίνει σαν μικρές δεξαμενές λιμνοθάλασσες με πελαγίσια κύματα και ψάρια. Άλλων ο βυθός έχει βαθύνει, έχασαν το διάφανό τους χρώμα, έγιναν πιο σκοτεινές και ανησυχητικές. Πάνω στους αμμόλοφους οι παραθεριστές ξαπλώνουν σ’ ένα τοπίο ερήμου, χωρίς να διακρίνεται το νερό. Δεν μου κάνει καρδιά να βουτήξω, θέλω να πάω πιο κει να πέσω στα ανοιχτά. Και φαίνονται πάντα τα πλοία που ανεβοκατεβαίνουν το στενό.

Η πόλη εκείνη, λιγότερο πόλη από την πόλη, όμως το ίδιο ανάστατη, το ίδιο πολυκύμαντη, κρυφή και σκοτεινή. Καθώς ανεβαίνω τη χωμάτινη ανηφοριά προς το σπίτι, θυμάμαι όλα μου τα σπίτια και στις δύο. Η πιο πρόσφατη ανάμνησή μου απ’ την Αθήνα είναι από το μικρό διαμέρισμα πάνω στη νησίδα που σχηματιζόταν ανάμεσα σε δυο πολύβουες λεωφόρους, ένα σπίτι που απόμεινε δικό μου ενώ είχα ξεχάσει πως υπήρχε. Πράγματά μου υπάρχουν ακόμη εκεί, σεντόνια ξέσκεπα για μήνες περιμένοντας να πάω να τακτοποιήσω τα ντουλάπια, να τα ανεφοδιάσω, το παγωμένο νερό στο ψυγείο του να το πιω.

Εδώ στο νησί η απόλυτη ησυχία βοηθά να καταλάβω πως η μνήμη είναι θηρίο που καταπίνει αχόρταγα τη ζωή και κάποτε αρχίζει να μιλά ασταμάτητη, ανεξάντλητη, απολυταρχική. Όλα υποχωρούν στην ορμή της όταν αρχίσει να μιλά και να συνδέει γεγονότα, πρόσωπα και τόπους. Κάθε τι άλλο πρέπει να σωπάσει, να μπει στην πάντα. Δεν αφήνει χώρο για τίποτε άλλο η μνήμη. Ζευγαρώνει τα αταίριαστα, συσχετίζει τα ασυσχέτιστα, όλα τα φωτίζει με το δικό της φως, ήμερο λαμπικαρισμένο και ομοιόμορφο.

Η μνήμη βλέπει από ψηλά.

Αυτό το διαμέρισμα ας πούμε, στη νησίδα των λεωφόρων, δεν ήταν παρά ένα μικρό διάλειμμα. Όμως τα ξέστρωτα σεντόνια, τα αντικείμενα που προσμένουν τακτοποίηση, το κάνουν να δείχνει σαν οδοδείκτης σε τρίστρατο. Σαν την επιγραφή πάνω απ’ την πύλη.

Σ’ αυτό το διαμέρισμα έχει γίνει ένας φόνος. Το θύμα εξαερώθηκε. Ο δράστης διαφεύγει. Πιθανό να κρύβεται εδώ στο νησί. Αλλά πώς να βρεθεί σ’ αυτόν τον τόπο που συνδέεται έτσι παράξενα με τη στεριά κι όλα από κει στέλνουν πάνω του το μακρινό τους είδωλο να καθρεφτίζεται; Κοιτάς και δεν ξέρεις αν βλέπεις φάντασμα που ολολύζει ή το άγαλμα της Μνήμης με τους ώμους γερτούς. Μπερδεύεσαι έτσιˑ η διαλεύκανση ενός εγκλήματος χρειάζεται κοινή λογική, αντιστοιχίες, συσχετισμούς. Κι αυτά παύουν να λειτουργούνε εδώ.

Στην πόλη με κυνηγά παντού η φωνή εκείνη, η σαν συναχωμένη. Θαρρώ πως την ακούω κάθε φορά που περνώ μπρος από ανοιχτή τηλεόραση που παίζει σήριαλ ελληνικό. Κάθε φορά ξαφνιάζομαι. Λες να ‘ναι ; Κι αμέσως τα λόγια που ξεχωρίζουν με ηρεμούνε. Δεν είναι.

Εδώ η φωνή της σβήνει οριστικά. Αραιά και πού να αναδυθεί η μορφή, μονάχα κι αυτή μεταλλαγμένη από τις ομίχλες της θάλασσας. Τα ξέστρωτα σεντόνια την κρατάνε φυλακισμένη, όμως χρόνο το χρόνο η μυρωδιά της παρουσίας της εξασθενούσε. Ύστερα έσβησε τελείως. Το μικρό διαμέρισμα πέρασα και το είδα πρόσφατα. Έχει αλλάξει χέρια βέβαια. Βάφτηκε, παράθυρα μπήκανε καινούργια, η πόρτα αντικαταστάθηκε. Τίποτα δεν θυμίζει τι ήταν εξόν από τους τοίχους και το κτίριο που έχει μείνει ίδιο. Μάλλον γραφείο. Ωστόσο τα σεντόνια είναι ξέστρωτα, ακόμα το ξέρω, και τα πράγματά μου, όσα δεν μάζεψα, σέρνονται γύρω σαν τα σκυλιά του δρόμου: κανείς δεν τα φροντίζει, όλοι τα εχθρεύονται και τα φοβούνται.

Σηκώνω το βλέμμα, ο βράχινος λόφος ορθώνεται απαράλλαχτος κάτω απ’ τον ήλιο και το φεγγάρι. Άκουα τη φωνή της Αλεξίου να τραγουδά για το φεγγάρι και μια βούρκωνα μέσα μου και μια φοβόμουν. Μπορεί κανείς που τραγουδάει με τόσο πόνο να γυρεύει εκδίκηση; Δεν ξέρω. Αν είναι να έρθει η εκδίκηση, ας έρθει. Τόσα και τόσα έρχονται απροσκάλεστα –ή έτσι θαρρούμε. Το νησί φτάνει να μη χαθεί. Κι απέ…

______________________________________

Υπάρχει τα μεσάνυχτα, την ώρα που μια μέρα τελειώνει και αρχίζει άλλη, κάθε ένα βράδυ από τότε που ξημέρωνε και βράδιαζε στη Γη, ένα ελάχιστο διάστημα που δύσκολα μετριέται με χρονόμετρο,.ο άνθρωπος δεν έχει αισθητήριο για να το συλλάβειˑ ένα διάστημα ασήμαντο, σχεδόν ανύπαρκτο για όλα εκείνα τα πλάσματα που ξέρουν μόνο πως η νύχτα συνεχίζει τη μέρα τους. Είναι εκείνη η στιγμή προτού ν’ αλλάξει η νέα μέρα και όταν μόλις έχει τελειώσει η περασμένη, ένα κενό, ένα σημείο που δεν ανήκει ούτε στη μια ούτε στην άλλη, ένα σύνορο ανάμεσά τους. Είναι το διάστημα που ζούνε οι δαίμονες και δρουν τα ξωτικά. Και είναι αρκετό, αν και είναι ελάχιστο, για το έργο και τη δράση τους την αλλόκοτη, που τόσο μας τρομάζει και τόσο μας ταράζει. Μια στιγμούλα, μια στιγμή από μια στιγμή που φτάνει για να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα, να τον διαλύσει, να τον εκμηδενίσει. Είναι η ώρα που γίνονται τα κολασμένα Σαββατόβραδα των μαγισσών, η ώρα που ξυπνάνε οι βρικόλακες, η ώρα που ο άνθρωπος πάντα φοβόταν και πάντα τη φοβάται. Αυτή την ώρα, αυτό το διάστημα χρειάζεται όλο κι όλο για να γραφτεί μια ιστορία σαν κι αυτή, να γίνουν τα ταξίδια, να φωτιστούν και να σκοτεινιάσουνε ξανά οι τόποι, να αχνοφανούν τα πρόσωπα και να σβήσουν και πάλι.

2008

«Όλων των λέξεων τα σπιτικά
κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία»
Κύλιση στην κορυφή