Γουστάρω ελεύθερη και πλούσια ζωή και χαιρετώ σας και φιλώ σας!
Ήμουν θυμάμαι στου Ψυρρή, τελείωνε το φθινόπωρο, ήταν μια δύσκολη ημέρα χωρίς ιδιαίτερες συγκινήσεις, επιτεύγματα ή αισθητηριακές εμπειρίες. Δεν επρόκειτο να τη θυμάμαι, εάν δεν διάβαζα την είδηση του θανάτου του Διονύση Σαββόπουλου. Μια νεαρή φίλη μου τον λάτρευε, τον γνώριζε και προσωπικά, τον άκουγε από παιδί. Με τη φίλη η σχέση μας από λάβα είχε μετατραπεί για απροσδιόριστους (σε μένα) λόγους σε παγάκι σκληρό: είχαμε μήνες να μιλήσουμε. Εκείνο το βράδυ, της έστειλα για τον «Σαβ Σουβ» της και εκείνη απάντησε ευαίσθητα και προσωπικά, σα να περπατούσαμε ακόμα αγκαλιασμένες στη φωτισμένη λεωφόρο της φιλίας μας. Πόνεσε γλυκά η καρδιά μου. Έπρεπε να πεθάνει ο Σαββόπουλος για να μιλήσω μαζί της;
Τις επόμενες ώρες τα social media παρέλυσαν. Όλοι έγραφαν μακρύ, κοντό, βαθύ, ρηχό. Κι εγώ δεν είχα τίποτα να πω. Γιατί δεν ενώθηκα ποτέ ουσιαστικά ως πνεύμα ή ως σώμα με την τραγουδοποιία του Διονύση Σαββόπουλου. Αν και παιδί γεννημένο στις αρχές της δεκαετίας του ʼ90, με έστω μητέρα αριστερή, η μουσική του δεν ακουγόταν στο σπίτι μας, ούτε στα αυτοκίνητα των εκδρομών μας. Πόσες ιστορίες διάβασα, μούσκεψαν τα μάτια μου με τις αναμνήσεις των ανθρώπων. Οι περισσότεροι φίλοι και οι γνωστοί μου μοιράζονταν ιστορίες από καλοκαίρια, από μουσάτους μπαμπάδες, από οικογενειακά camping και από εφηβεία-φοιτηταριό, όπου ο Νιόνιος βρισκόταν εκεί, μαζί τους. Ήταν ένας δικός τους άνθρωπος, ένα είδος μακρινού-κοντινού συγγενή. Το πένθος τους ήταν ειλικρινές, ακόμα και σε εκείνες τις περιπτώσεις που, κατά δυσαρέσκειά μου, συνοδευόταν με ένα «αλλά», για να μην τυχόν υπάρξουν παρερμηνείες μη αριστεροσύνης, μη αγωνιστικότητας, μη επικριτικότητας στη φιλοεξουσιαστική στροφή του Σαββόπουλου. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Με είχε καταλάβει περιέργεια και επιθυμία να εμπλακώ όσο έβλεπα άτομα που εκτιμώ να εμπλέκονται. Αλλά πώς να εμπλακείς, αν δεν γνωρίζεις; Πήρα μια βαθιά ανάσα και βούτηξα στο σύμπαν του εκλιπόντος, για να τον αντιληφθώ ως φαινόμενο που σήκωνε μήνη από τα πρώτα λεπτά και ώρες της αναγγελίας του φευγιού του από τα εγκόσμια. Τους βαθύτερους λόγους της δίψας που με κυριάρχησε δεν τους έχω μέχρι σήμερα αντιληφθεί πλήρως –ο Σαββόπουλος αποτελούσε για μένα, όλα τα χρόνια της πρώιμης νιότης μου κάτι σαν εκκρεμότητα. Εκκρεμότητα με την οποία κάποια στιγμή θα καταπιανόμουν, τόσο εμβριθώς, ώστε να έχω τα μούτρα να του ζητήσω συνέντευξη.
Τέλος πάντων, δεν γινόταν να μην ξέρω τον Σαββόπουλο. Ως έναν βαθμό, είχε επιβληθεί δια του πλούσιου έργου του και της παρακαταθήκης στον δημόσιο βίο. Με τα πολιτικά ασχολούμαι από άλλες μπάντες. Δεν αγαπώ να κρίνω ζωές ανθρώπων και να προσδοκώ μεγαλόφωνα και παραπονεμένα από είδωλα, καλλιτέχνες και περσόνες να κάνουν την επανάσταση την οποία δεν τολμώ να κάνω εγώ. Ίσως γιατί, τελικά, κατά τα μέτρα και τα όριά μου, την τολμώ. Και δεν με αφορούν οι δημόσιες δίκες ανθρώπων μεγάλων, που φύτεψαν δάκρυα σε μάτια χιλιάδων κι εκατομμυρίων, είμαι πολύ μικρή για να επισημάνω λάθη προσωπικοτήτων, λες και βαστώ κάποιο ηθικό ή αισθητικό πλεονέκτημα στη σκέψη μου. Τουλάχιστον και τέλος πάντων, δεν με αφορούν οι δημόσιες δίκες με τον αγοραίο και φαιδρό τρόπο που στήνονται στα τσαντίρια των social. Προτιμώ να ασχολούμαι με κάτι που επιθυμώ να αναδείξω, για να μοιραστώ με τους ανθρώπους τη χαρά και τη σωτηρία που μου χαρίζει, ποιότητες που όλο και θα εκλείπουν από τα μέσα και τα έξω πράγματα, κατά την ταπεινή μου κρίση. Όταν κάτι με ενοχλεί, αποκόπτομαι, δεν ασχολούμαι. Και αν κάτι που ενοχλεί εμένα, ενοχλεί και πολλούς άλλους ή λίγους σημαντικούς για μένα άλλους, ανασκουμπώνομαι: γράφω επιστολές, απεργώ, παραιτούμαι, συγκρούομαι, κατεβαίνω στον δρόμο, αλλάζω ζωή, φεύγω από σχέσεις, δουλειές, σπίτια, φεύγω από κομμάτια των παλιών μου εαυτών. Βρίσκω εύκολη και ανούσια μια πολεμική επί και κατά προσώπων που ο πεφωτισμένος (sic), ιδεολογικοποιημένος (sic), μονίμως αντιφρονών Νεοέλλην και Νεοελληνίδα επιφυλάσσει συνήθως από μια άνεση βίου η οποία ούτε για αστείο δεν θα επέτρεπε κάποια από τις ρωγμές που επιχείρησαν στο σύστημα (το όποιο σύστημα!) άνθρωποι που είναι στο στόχαστρο της κριτικής του/της. Αυτή μου η αντίδραση στην τέτοιου τύπου αντίδραση κρίνεται ενδεχομένως ως απολίτικη στάση. Ίσως και να είναι –αλλά αν είναι αυτό το απολίτικο, τότε φοβάμαι πως δεν με ενδιαφέρει αυτή η πολιτική.
Ο Σαββόπουλος μού ήταν από αδιάφορος ως ελαφρώς αντιπαθής ως φυσιογνωμία –ουχί για πολιτικούς λόγους. Τη μουσική και τους στίχους του, στο ευρύ και βαθύ τους Όλον, δεν τους έκανα δικούς μου ποτέ. Κάτι στον τρόπο ομιλίας του, σε αυτό που, νεότερη, εξελάμβανα ως ξερολίαση, με απωθούσε να μπω βαθύτερά του. Η καρδιά μου ανήκε και ανήκει στον Μάνο Λοΐζο, τον εν πολλοίς αγαπημένο μου συνθέτη όλων των εποχών και όλων των γλωσσών και των ειδών μουσικής. Κι ύστερα ήμουν, είμαι και θα είμαι ένα αιώνιο και αμετακίνητο «χατζιδάκι» και «θεοδωράκι», με πολύ λάγνο και ερωτευμένο βλέμμα που σκάει πάνω στον Άσιμο, τον Ρασούλη, τον Παπάζογλου και τον Κραουνάκη. Όταν έρθει, ας πούμε, μετά από χίλια χρόνια, η ώρα του Κραουνάκη να αποδημήσει εις χορωδίαν θεών και διαβόλων, ένα κομμάτι μου θα πεθάνει μαζί του, θα κλαίω σαν να έχω χάσει γκόμενο ή πατέρα ή κολλητή, ριγώ ήδη στη σκέψη.
Τυφλοσούρτικα, επί σειρά ετών, αναπαρήγαγα εντός μου και σε ανοιχτές κουβέντες ότι θεωρώ τον Σαββόπουλο σπουδαίο τραγουδοποιό «κι ας είναι λιγάκι κλέφτης», μαυλισμένα τραγουδούσα τα μεγάλα του σουξέ στα πάρτυ, στις ταβέρνες, μη βρίσκοντας τον χρόνο να σταθώ στο συνολικό του δημιούργημα και να σκαλίσω. Ήμουν μια ημιμαθής, κανονικότατα. Είχα δει, κατά τύχη σχεδόν, το συγκλονιστικό, ασπρόμαυρο ντοκιμαντέρ του Παπαστάθη. Είχα και μια πρώτη φλούδα γνώσεων και ακουσμάτων: τον Μπάλο του (τον είχα βάλει στον Φ. ολόκληρο, σε μια από τις εκδρομές μας, για να τον πείσω περί της αξίας του ελληνικού ροκ, κάτι τέτοιο), τη Δημοσθένους Λέξι του, το Μια Θάλασσα Μικρή του (το πρωτάκουσα λίαν προσφάτως, για πρώτη φορά από Ελένη Βιτάλη και έκλαψα πολύ τον Α. με τον στίχο «και στη γωνιά η στάμνα μου/για ένα καλοκαίρι/ήσουν εσύ»), το Σου μιλώ και κοκκινίζεις, το Ας Αρχίσουν οι Χοροί, την βελούδινη διασκευή Άδεια μου Αγκαλιά (θεέ μου, τι κομμάτι!) τον Ζεϊμπέκικό του (από τον οποίο, τραγουδώντας τον εννοώ, έχω βγάλει ψωμάκι κυριολεκτικά, όπως χιλιάδες επαγγελματίες και ερασιτέχνες της μουσικής και του πάλκου), τη Συννεφούλα και τον Καραγκιόζη του (τα τραγουδάγαμε στη χορωδία του Δημοτικού –μάλιστα, θυμάμαι την αβάσταχτη θλίψη μου με το παιδί που δεν είχε απόψε πού να πάει, πού να πάει και τι θα απογίνει τελικά αυτό το παιδί το ανέστιο, το περιπλανώμενο, το ορφανό). Εντάξει, είχα δει και κάποιες συνεντεύξεις του, ένα σπίτι με το Mega όπου συμμετείχε, γενικώς δεν ήμουν και άσχετη.
Όμως, ξεκινώντας από το βράδυ του θανάτου του και μέχρι τα τέλη του Οκτώβρη τουλάχιστον, διάβασα τόνους κειμένων, συνεντεύξεων, αναλύσεων, ψαχούλεψα δεκάδες καρτέλες στη Google και, φυσικά, άκουσα όλους τους δίσκους του, με τη σειρά, αρκετές φορές –ιδίως το Φορτηγό, που τον καθιέρωσε, και το Κούρεμα, που τον κατέστησε αποσυνάγωγο της επανάστασης, της αριστεράς, «των δικών μας». Ο Μπάλλος με ξανασυγκίνησε με νέα ορμή, ξανασκέφτηκα, για πολλοστή φορά, τι μεγαλούργημα, τι αριστούργημα που είναι, στα όρια του ανεξήγητου, του που δεν αναλύεται και δεν αναλώνεται σε λέξεις. Είδα την μεγάλη του, τελευταία του συναυλία στο Ηρώδειο και χαμογέλασα με αυτόν τον παππού που έζησε τόση πολλή ιστορία και την επέστρεψε πίσω στα τραγούδια του με τόση γενναιότητα, γενναιοδωρία και ίσως θράσος. Ήταν ένας μοντέρνος λαϊκός, ένας πρωτοπόρος παραδοσιακός, ένας κουλτουριάρης εμπορικός, ένας ιδιοφυής τσαρλατάνος, ένας «ροκάς καρεκλάς» (μόνο ένας «ροκάς καρεκλάς» θα έβγαζε Καλομοίρα από τούρτα, γιατί αυτό το πράγμα είναι εντελώς ροκ εν ρολ και εντελώς τσόντα, σκυλάδικο και κιτς), ήταν εκείνος που πάτησε στο χώμα το αφρατεμένο και αρκούντως γονιμοποιημένο από τους ήχους της παράδοσης και του αστικού τραγουδιού κι ήταν αυτός που έστρωσε (όχι εντελώς μόνος) χαλί κόκκινο, πολυτελές και αναπαυτικό για να πατήσει όλη η ενδοσκοπική, πειραματική, φιουζιονάτη ελληνική τραγουδοποιία που ακούμε και χειροκροτάμε μέχρι σήμερα.
Με άγγιξε η ιστορία του, που μικρό παιδί κατέβηκε εν μία νυκτί από Θεσσαλονίκη, χωρίς καβάντζα. Η μυθολογία του Σαββόπουλου μοιάζει να υπερβαίνει τα πραγματικά περιστατικά του βίου του που, μέχρι ένα σημείο, είχε και πολλά συνηθισμένα, ανθρωπίσια, διπλανής πόρτας χαρακτηριστικά: τύχες, ατυχίες, φίλοι, έρωτες, μια μεγάλη αγάπη, την Άσπα, παιδιά, τσακωμούς, εντάσεις, σουξέ, αφραγκίες, λεφτά. Είκοσι χρονώ ξεκίνησε την καριέρα του, έγραψε από μικρός (λένε οι γνώστες) τα καλύτερά του κομμάτια όπως οι θρύλοι του ροκ. Σημείωσα με περίσσια αγάπη στο μυαλό μου το σημείο της διαδρομής του μετά το λιντσάρισμά του από το Κούρεμα –εκείνο, συγκεκριμένα, που ο Πάριος τον πήρε μαζί του σε μια σειρά συναυλιών.
Και αυτόν τον συγκεκριμένο δίσκο τον άκουσα πολύ, ξανά και ξανά. Έμεινα λιγάκι περισσότερο πάνω στο άσμα ονόματι «Ο Γιος μου πάει στον Στρατό». Δεν μπορούσα να πιστέψω στα αυτιά μου: «Ο γιος μου πάει στο στρατό ενώ εγώ δεν πήγα/μον’ πήγα κι απαλλάχτηκα κι εν τέλει μετανιώνω/καλύτερα στο στράτευμα παρά στους λουφαδόρους/νισάφι και η τρέλα τους και τα τρελοχαρτά τους/Καλός πολίτης γιε μου, καλό σου στόλισμα/να σβήσει απ’ τ’ όνομά μας εκείνο το διαόλισμα». Και μετά, το φινάλε του κομματιού: «Το στράτευμα είναι όντως νυχτωμένο/κατώτερο των ίδιων του αξιών/εξώκοσμο αστοιχείωτο βλαμμένο/μα υπάρχει εκεί ποιον στο στράτευμα μας παιδιά και στους πιο πάνω/θα βρεις φιλότιμο Ρωμιών/αυτό είναι που μας κάνει ακατανίκητους, παιδί μου/κι αυτό είναι που με στρίμωξε/για ένα φιλότιμο να βγω στη μέση εδώ του πλήθους/δημόσια να γδυθώ με αυτούς τους στίχους/στην επιστράτευση ήμουν απών/τον Ιούλη των Κυπριακών». Πόσο απαστράπτον θάρρος γνώμης, πόση επανεφεύρεση εαυτού (άρα, μη γήρας!), πόση αντιδημοφιλία σε μιαν άποψη που γίνεται τραγούδι – ικανό τη σήμερον ημέρα να επιφέρει αντίστοιχο cancel με αυτό που, πιο ουσιαστικά και στο πετσί του, το επέφερε τότε. Δεν έχει σημασία αν συμφωνώ ή διαφωνώ, είμαι γυναίκα, δεν πάω στον στρατό, είμαι πασιφίστρια, αλλά ο Σαββόπουλος εδώ κάνει λόγο για ένα προσωπικό του χρέος προς την πατρίδα. Που για τον Σαββόπουλο, άλλο πατρίδα, άλλο «κράτος ασυστόλων και κωλοελλήνων». Εάν τέτοιος δίσκος, σε όποια επισφαλή αντιστοιχία και αναλογία είχε σκάσει σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, θα είχε χαιρετιστεί, γιατί συγκεκριμένα έχει και μουσική αξία, φοβερές ενορχηστρώσεις και τις φανταστικές δεύτερες φωνές της Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Μού είναι αιτιολογημένος (αν και όχι δικαιολογημένος) ο τρόπος της εδώ υποδοχής του. Εδώ, μέχρι σήμερα μαστιζόμαστε από το εμφυλιοπολεμικό κλίμα και κάνουμε αστειάκια για Πηγάδες και Κονσερβοκούτια, ίδιοι άνθρωποι που δεν το ’χουμε και πολύ να κρίνουμε κάποιον για μισογύνη, σεξιστή ή ρατσιστή ή κακοποιητικό στον λόγο του.
Οι δίσκοι του Φορτηγό (1966), Περιβόλι του Τρελού (1969), Μπάλλος (1971), Βρώμικο Ψωμί (1972), Δέκα Χρόνια Κομμάτια (1975) νομίζω πως φέρουν το απόσταγμα της πρώτης περιόδου του, ως νέου, ως πλάνητα, ως ρομαντικού, ως άφραγκου, ως Θεσσαλονικιού που αθηναιοποιήθηκε και που γνώρισε τη νύχτα. Η λιγότερο αγαπημένη μου Ρεζέρβα (1979) και τα αγαπημένα όλης της Ελλάδας Τραπεζάκια Έξω (1983) έδειξαν τη δυναμική και το βάθος που διαθέτει αυτός ο τραγουδοποιός, σαραντάρης πια, νέος ακόμα, αλλά ώριμος πλέον. Για τον Χρονοποιό (1999) χρειάζομαι και άλλες ακροάσεις, για το αμφιλεγόμενο Κούρεμα (1989) σάς τα είπα, υπάρχει μετά το κάπως πλαδαρό Σαββόραμα (2007), η έξοχη, μοναδική στο είδος της δουλειά με τον τίτλο Αχαρνής και βέβαια, η μεγάλη έκπληξη για μένα, ο Σαμάνος (2008) –ένας live δίσκος μαζί με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, που ακούγεται ως βάλσαμο. Σαν σμίξιμο πόλης με τον Διονύση αρχηγό και επαρχίας με τον Θανάση άρχοντα, σαν μεγάλη εθνική οδός τα τραγούδια του Παπακωνσταντίνου, το πάντρεμα των φωνών τους και η εμβληματική στιγμή του Σαββόπουλου ως ερμηνευτή αμιγώς και όχι δημιουργού, ερμηνευτή σε κομμάτια που κάπως φαντάζουν οικεία με τη δική του, προσωπική γλώσσα. Θεωρώ αυτόν τον δίσκο πολύ, πολύ υποτιμημένο, πώς και δεν ξέρουμε περισσότερο αυτά τα κομμάτια, πώς και δεν παίζονται (έστω το έξοχο «Ζεϊμπέκικο της Κυριακής», που θα το λάτρευε η ικαριώτικη και αμοργιανή γενιά μου των καλοκαιριών);
Η νύχτα που μας είπαν ότι ο Σαββόπουλος πέθανε, ξημέρωσε. Με βρήκε το χάραμα με τη ζωντανή και απέθαντη εκδοχή του μέσα από τις υπόγειες στοές και τις φωνές ηλεκτρικές του Internet, από όπου τον εξερεύνησα όσο ήθελε η ψυχή μου. Δεν είχα κάποιον πολύ κοντινό μου άνθρωπο να μοιραστώ σκέψεις για τον Σαββόπουλο, ίσως μόνο έναν, με τον οποίο κάναμε και ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα παρέα. Στην συνέχεια, παρακολούθησα αναλυτικά και τα της κηδείας του –ιδίως τον ξεδιψαστικό λόγο του Αλκίνοου Ιωαννίδη που, με έναν τρόπο, ανακούφισε τους πάντες, κάθε τύψη πένθους, κάθε ανάγκη για οργή παρά το ανεπίκαιρό της. Για τις άδειες καρέκλες στην κηδεία δεν είχα πάλι να σκεφθώ και να σχολιάσω κάτι, μιας που κανείς δεν είναι ούτε χρωστάει κανενός. Είμαστε δικοί μας και σε εμάς χρωστάμε.
Εγώ στον εαυτό μου χρώσταγα μια χορταστική σαββοπουλιάδα, μια μέσα μου διαδρομή πάνω στη διαδρομή του, για να τιμήσω κιόλας αυτόν τον πολύ σημαντικό για την ζωή μου άνθρωπο-άντρα από τα παλιά που μου είχε πει, όταν ήμουν 20 χρονών και καβαλούσα τα δικά μου φορτηγά φυγής και ανακάλυψης της ελευθερίας, ότι «Εσύ, αν κάτσεις ν’ ακούσεις Σαββόπουλο, θα εξορύξεις πολλούς θησαυρούς και θα γράψεις σελίδες ολόκληρες. Εσύ, παιδάκι μου, είσαι σαββοπουλικιά και δεν το ξέρεις!».
Έλα που το ’μαθα. Και τώρα που θα ήθελα να πω ευχαριστώ στον Νιόνιο όλων σας, που έγινε καθυστερημένα και λιγάκι δικός μου, είναι αργά. Δεν είναι λίγο να έχεις τέτοια τραγούδια και τέτοια μουσική να ακούς όποτε σού καπνίσει. Κάποιος έστυψε την καρδιά και το μυαλό του για να ’χεις εσύ κι εγώ να γιατρευόμαστε. Ντρέπομαι που το λέω –αν ζούσε ο Σαββόπουλος ακόμα, δεν θα τον αγαπούσα τόσο πολύ σήμερα. Πόσο άργησα, αλήθεια!
ΥΓ: Στη Θεσσαλονίκη, ένα βράδυ στα τέλη του Νοέμβρη, ένας αγαπημένος μοιράστηκε μαζί μου τις Πρωτοχρονιές του Ραδιοφώνου. Είχε μόλις χάσει τον πατέρα του. Μουσκεύτηκαν τα μάτια μας παρέα. Για λόγους εντελώς διαφορετικούς, ή και όχι, τελικά. Πρώτη φορά άκουγα με κάποιον δικό μου άνθρωπο Σαββόπουλο τόσο προσωπικά, τόσο ενδοσκοπικά. Ας αρχίσουν οι χοροί. Να ’χουμε να κυκλώνουμε τον χρόνο με τραγούδια.

