Θηλαστικά
Το μαρμάρινο κατώφλι του μουσείου είναι λουσμένο στο φως. Το περνώ με έναν μεγάλο διασκελισμό και νιώθω τη χωμάτινη υγρασία να εισχωρεί στα ρουθούνια μου. Τραβώ πίσω μου τη βαριά ξύλινη πόρτα, που ξεφυσά στον σβέρκο μου τα τελευταία ίχνη του εξωτερικού θορύβου κι έπειτα κλείνει μ’ ένα μηχανικό και υπόκωφο «κλακ».
Τα παράθυρα, ερμητικά κλειστά, κρύβονται πίσω από παχιές βελούδινες κουρτίνες που ξεκινούν από το ταβάνι και χύνονται ως το πάτωμα. Οι περισσότερες φαίνονται φθαρμένες∙ κατσαρές κλωστές κρέμονται απ’ τις άκρες τους σαν ξεχτένιστα μαλλιά, ενώ στο ύφασμά τους —πράσινο, στο χρώμα της ελιάς— διακρίνω τρύπες εδώ κι εκεί και κάτι στρογγυλά μαύρα σημάδια. Στο βάθος της βοτανικής αίθουσας, κάποιος έχει τραβήξει τις κουρτίνες και η πολυκαιρισμένη μοκέτα φωτίζεται από δυο τρεις γαλακτερές γεωμετρικές κηλίδες.
Το μωσαϊκό, θαμπό και ελαφρά κοίλο απ’ τα πατήματα στην είσοδο, απλώνεται γυμνό μέχρι το τελευταίο έκθεμα της αίθουσας με τα θηλαστικά, ενώ οι σκουρόχρωμες αποχρώσεις των ψηφίδων του διακόπτονται πού και πού από πλατιούς υπόλευκους λεκέδες, μεγάλους και ακανόνιστους σαν νησιά. Αυτά τα αποχρωματισμένα σημεία τα συναντώ κυρίως μπροστά από τα μεγάλα εκθέματα: μια καφέ αρκούδα της Πίνδου, ένα ζευγάρι αντιλόπες σε θέση μάχης, μια λευκή τίγρη της Σιβηρίας με παραμορφωμένη έκφραση και δόντια στο μέγεθος παλάμης.
Ο αέρας μυρίζει ανεπαίσθητα κάτι συνθετικό και στις φωτεινές περιοχές του μοιάζει κατοικημένος από μια σκόνη που φαίνεται ακίνητη, στην πραγματικότητα όμως στροβιλίζεται αργά, εξαιρετικά αργά. Οι διάδρομοι είναι έρημοι. Κανείς άλλος δεν κυκλοφορεί, παρ’ όλ’ αυτά είμαι σχεδόν σίγουρος πως από κάπου ακούγονται παιδικές φωνές. Σε κάθε βήμα οι σόλες των παπουτσιών μου τρίζουν σαν αλάδωτοι μεντεσέδες.
Το μουσείο είναι δροσερό και λίγο σκοτεινό. Τα περισσότερα εκθέματα φωτίζονται από κίτρινες λάμπες, κρυμμένες σε εσοχές της οροφής, ενώ τα μεγάλα ζώα στέκονται στο ημίφως. Δεξιά κι αριστερά από τον κύριο διάδρομο, μπροστά από τις μεγάλες προθήκες, υπάρχει ένα πολύ χοντρό μπρούντζινο κάγκελο. Διατρέχει σχεδόν ολόκληρη την αίθουσα κι υποθέτω πως μπορεί κανείς να περιδιαβεί το μουσείο χωρίς να το αφήσει στιγμή από τα χέρια του.
Αγγίζω πού και πού τη σιδερένια ράμπα, ανακουφίζοντας προσωρινά τις ζεστές μου παλάμες, κι έπειτα απομακρύνομαι, για να κοιτάξω τα εκθέματα από απόσταση. Παρατηρώ τα ίχνη των χεριών μου να υγραίνουν στιγμιαία το κρύο μέταλλο κι έπειτα να στεγνώνουν και να εξαφανίζονται.
Προσπαθώ να θυμηθώ πόσα χρόνια έχουν περάσει από την τελευταία φορά.
«Τι είναι αυτό;» ρωτούσα. «Κι αυτό;».
Όταν σταματούσαμε μπροστά από τις προθήκες κρατούσα σφιχτά το χέρι της μαμάς περιμένοντας την απάντηση.
«Έχει και ανθρώπους;»
Όλα έμοιαζαν φωτεινά κι αστραφτερά, ενίοτε λίγο τρομακτικά από το ύψος μου, αλλά ασκούσαν πάνω μου μια τρομερή γοητεία. Γύρω από κάθε έκθεμα υπήρχε, θυμάμαι, ένα κόκκινο βελούδινο σχοινί, από τις άκρες του οποίου κρέμονταν χρυσαφένια κρόσσια και μια λευκή ετικέτα «Μην εγγίζετε».
Όταν κανείς δεν έβλεπε, άπλωνα το χέρι, χάιδευα τη στιλπνή γούνα των ζώων κι ανατρίχιαζα ολόκληρος.
Στη μέση του διαδρόμου υπάρχουν δύο ή τρία εκθέματα χωρίς προστατευτικό γυαλί: ένα μεσαίου μεγέθους ελάφι, ένα ζευγάρι ζέβρες της Αφρικής, ανεβασμένες σ’ ένα είδος βάθρου, ένας αφρικανικός κούντου, ψηλότερος από οποιοδήποτε άλλο θηλαστικό στην αίθουσα. Χαμηλά, ανάμεσα στα δυο μπροστινά του πόδια, υπάρχει μια ετικέτα με ανάγλυφα κεφαλαία γράμματα. Διαβάζω την ελληνική του ονομασία: τραγέλαφος. Από μακριά δίνει την εντύπωση πως είναι ολοζώντανος, παρ’ όλ’ αυτά, πλησιάζοντάς τον, το βλέμμα του μοιάζει κενό και λίγο αλλήθωρο. Μια υπόλευκη ραγισματιά χωρίζει τη μύτη του στα δύο. Ρίχνω μια κλεφτή ματιά τριγύρω κι έπειτα χώνω τα δάχτυλά μου βαθιά μέσα στο τρίχωμά του: είναι σκονισμένο, σαν παλιό αφρόντιστο χαλί. Τα κέρατά του, ωστόσο, παραμένουν μεγαλειώδη∙ χοντρά και γκρίζα, συστρέφονται τουλάχιστον τρεις φορές, πριν καταλήξουν σε δυο αιχμηρές άκρες, που κοιτούν την οροφή.
Προχωρώ βαθύτερα. Όλα τα ζώα είναι τοποθετημένα σε φυσική στάση, ακίνητα στον τεχνητό γενέθλιο τόπο τους, όμως με τις μουσούδες περίεργα συσπασμένες, σαν να μην πέτυχε απόλυτα η ταρίχευση ή σαν να υποφέρουν. Πηγαίνω όσο πιο κοντά μού επιτρέπει το σιδερένιο κάγκελο και τα κοιτώ ευθεία στα μάτια.
Ορισμένες από τις προθήκες στο βάθος της αίθουσας έχουν τα φώτα τους κλειστά. Αντί για τον ιαγουάρο ή τον γατόπαρδο που αναγράφονται στις μεταλλικές δίγλωσσες ετικέτες του δαπέδου, βλέπω στο γυαλί τη δική μου ολόσωμη αντανάκλαση. Διακρίνω καλά το γαλάζιο μου πουκάμισο να κρέμεται άχαρα έξω από το παντελόνι, τα πόδια μου, ψηλά κι αδύνατα σαν κλαριά, μέχρι και τα ιδρωμένα μου μαλλιά μπορώ να δω καθαρά σαν να κοιτώ το είδωλό μου σε καθρέφτη. Έχω από ώρα χάσει το λαστιχάκι που τα κρατούσε στη θέση τους. Πέφτουν τώρα ανάκατα επάνω στο πουκάμισο, μουσκεύοντάς το λίγο στον γιακά. Πλησιάζω το πρόσωπό μου στο γυαλί και προσπαθώ να ισιώσω τη χωρίστρα μου περνώντας ένα δάχτυλο από τη γέφυρα της μύτης έως την κορυφή του κρανίου. Κομμάτια από την κατάστικτη γούνα μιας λεοπάρδαλης ξεπροβάλλουν στο ύψος της κλείδας μου.
Στο τέλος της αίθουσας με τα θηλαστικά υπάρχει μια μεγάλη σκαλιστή πόρτα. Στο ξύλο της, σκούρο και γεμάτο νερά, είναι διάσπαρτες μεγάλες σιδερένιες βίδες με σκουριασμένο κεφάλι. Σχηματίζουν δυο κάθετες κολώνες που καταλήγουν σ’ ένα ολοστρόγγυλο μπρούντζινο ρόπτρο. Στο κέντρο της κυκλικής επιφάνειάς του, υπάρχει μια κεφαλή λιονταριού. Την αγγίζω με τ’ ακροδάχτυλα. Ένας κρίκος με διάμετρο όσο η παλάμη μου βρίσκεται καρφωμένος στο μέτωπο του ζώου. Από τα πολλά χτυπήματα, η μύτη του έχει λειανθεί τόσο, ώστε δεν ξεχωρίζεις πλέον τα ρουθούνια ή το επάνω μέρος της μουσούδας του. Μια πλατιά μουτζούρα έχει απλωθεί στη θέση τους, σαν άτσαλη χειρονομία σε φρεσκοτυπωμένο μελάνι.
⸙⸙⸙
(Προδημοσίευση από τη νουβέλα Η Παναγία των εντόμων, που θα κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο από τις εκδόσεις Κίχλη.)

