Προτού η πόλη μετατραπεί σε αυτή την αδιάλειπτη, λεία επιφάνεια όπου η σκέψη διολισθαίνει δίχως να αφήνει ίχνος, η δική μου γεωμετρία οριζόταν από την επαφή με το ακανόνιστο. Tώρα, καθώς στέκομαι στο μεταίχμιο της μεγάλης αποστασίας, η προσήλωσή μου επιστρέφει εμμονικά σε ένα μικρό, ξύλινο κουτί που φυλάσσω κρυμμένο στις πτυχές μιας καθημερινότητας η οποία αρνείται να το αναγνωρίζει, ένα αντικείμενο που η τρέχουσα αισθητική θα χαρακτήριζε ως σφάλμα της ύλης λόγω του πορώδους ξύλου του και εκείνης της βαθιάς, παλιάς ρωγμής που διατρέχει το καπάκι του σαν αρχαία ουλή, ανακαλώντας, κάθε φορά που τα δάχτυλά μου ψηλαφούσαν την τραχύτητά του, τη μυρωδιά της σκόνης και τον ήχο του πριονιού που διέκοπτε την ακινησία των απογευμάτων στο εργαστήριο του παππού μου, τότε που τα πράγματα είχαν ακόμη το δικαίωμα να τελειώνουν μέσα στην αφάνεια, δίχως να εξηγούν την ύπαρξή τους.
Αυτή η ελάχιστη εστία δυσαρμονίας συντηρεί μέσα μου την ανάμνηση ότι υπήρξε μια εποχή που η αβεβαιότητα δεν βιωνόταν ως απειλή αλλά ως αιχμή που σε ανάγκαζε να ματώσεις πάνω στο άγνωστο, προτού το ρίσκο γίνει απλή στατιστική, προσδίδοντας στην ύπαρξη μια απροστάτευτη καθαρότητα και μια κοφτερή ένταση που επέτρεπε στον εαυτό να ορίζεται μέσα από τη σύγκρουση με το ανεξερεύνητο και το ενδεχόμενο της πιθανής συντριβής.
Όμως, αυτό που ακολούθησε δεν υπήρξε μια βίαιη επιβολή, παρά μια αθόρυβη, σχεδόν στοργική διολίσθηση προς την απόλυτη ομαλότητα, μια διαδικασία που προεξοφλούσε την ευτυχία μετατρέποντας το χάος των επιθυμιών μας σε ένα διαυγές, αποστειρωμένο διάγραμμα πιθανοτήτων, όπου η ίδια η έννοια του «συμβάντος» ακυρώθηκε, αφού τίποτα δεν συμβαίνει πλέον που να μην έχει ήδη προσομοιωθεί, αναλυθεί και επικυρωθεί ως η βέλτιστη εκδοχή της πραγματικότητας.
Σήμερα, η ζωή μου εκτυλίσσεται με μια ακρίβεια που προκαλεί ίλιγγο, μια διαδοχή γεγονότων τέλεια ενορχηστρωμένη όπου η αφύπνιση δεν συνοδεύεται πλέον από την αγωνία της εκκρεμότητας, καθώς υπάρχει μόνο η παγερή βεβαιότητα ενός προγράμματος που έχει ήδη επιλύσει τις συγκρούσεις προτού αυτές αναδυθούν στη συνείδηση, επιβάλλοντας την ευδαιμονία ως την πιο εκλεπτυσμένη μορφή ακρωτηριασμού.
Βρίσκομαι στο σημείο όπου η τελειότητα παύει να λειτουργεί ως στόχος και υψώνεται ως τοίχος, μια επιφάνεια τόσο λεία που δεν επιτρέπει στη μνήμη να γαντζωθεί πουθενά, καταδικάζοντας τον βίο μου σε μια ατέρμονη πρόβα μιας παράστασης που έχει ήδη παιχτεί και εμένα στον ρόλο της μηχανικής επικύρωσης του αναπόφευκτου. Άρχισα να υποψιάζομαι —πέρα από τη λογική, που παραμένει αιχμάλωτη της αποδεδειγμένης ωφέλειας και με μια ενοχλητική, σωματική δυσφορία,— ότι αυτή η απουσία αποτυχίας συνιστά μια αργή αποσάθρωση όπου η δυνατότητα να βιώσουμε οτιδήποτε ως αναντικατάστατο χάνεται.
Μέσα σε αυτή την ένταση αναζητώ πλέον μια στιγμή απόλυτης, αδικαιολόγητης καταστροφής, ένα λάθος αποσπασμένο από την κανονικότητα, βιωμένο ως πράξη επικίνδυνα δική μου, ακριβώς λόγω της πλήρους αχρηστίας της. Αυτή η ανάγκη για το ανώφελο, που κρυσταλλώθηκε μέσα μου ως μια βουβή, οργανική εξέγερση, με οδήγησε να εγκαταλείψω τη χημική θαλπωρή του ιδιωτικού μου χώρου και να εκτεθώ στην πόλη.
Η πόλη παύει να αποτελεί γεωγραφική ενότητα με όρια και αντιθέσεις και μετασχηματίζεται σε συνεχή, αδιαπέραστη ροή, ένα ενιαίο εσωτερικό όπου το φως διαχέεται με χειρουργική ομοιομορφία και κάθε σκιά εξαλείφεται προτού προλάβει να προσδώσει βάθος στα πράγματα.
Βάδιζα πάνω στο ελαστικό οδόστρωμα που απορροφούσε τον ήχο των βημάτων μου, στερούμενο κάθε ηχητικής απόδειξης μετακίνησης, και αισθάνθηκα την πόλη να αναπνέει γύρω μου με μια παγερή στοργή, ενώ οι περαστικοί γλιστρούσαν δίπλα μου με την υπνωτιστική γαλήνη των ανθρώπων που έχουν ανταλλάξει το βάρος της μνήμης με τη βεβαιότητα της λειτουργικότητας. Τότε αντιλήφθηκα την πρώτη εσωτερική επέμβαση, μια αργή, γλυκερή πλημμυρίδα τεχνητής ευφορίας που άρχισε να κατακλύζει το υπόστρωμα της σκέψης μου καθώς το σύστημα ανίχνευσε την απότομη πύκνωση των συνάψεών μου και την επικίνδυνη άνοδο της εσωτερικής μου πίεσης, σπεύδοντας να με «θεραπεύσει» από τον εαυτό μου και να μετατρέψει την αγωνία μου σε μια ανώδυνη, διακοσμητική μελαγχολία.
Ήμουν αιχμάλωτος μιας στοργής που δεν μου ανήκε, όπου κάθε απόπειρα δυσαρμονίας απορροφούνταν ακαριαία από την ελαστικότητα του περιβάλλοντος, μέχρι που το βλέμμα μου, αναζητώντας απεγνωσμένα μια ρωγμή στην τέλεια αυτή αντανάκλαση, προσέκρουσε σε μια βίαιη, σχεδόν προσβλητική παρέκκλιση: ένα πουλί πεσμένο στο οδόστρωμα, του οποίου οι κινήσεις, σπασμωδικές και ασυντόνιστες, διεκδικούσαν τον θάνατο με μια αυθεντικότητα που μου προκάλεσε ίλιγγο. Ένα σφάλμα που παλλόταν, μία κηλίδα από αίμα και πούπουλα που η πόλη αδυνατούσε να διαβάσει.
Πλησίασα. Το μικρό σώμα έτρεμε. Η χημική ευφορία μέσα μου υποχώρησε ηττημένη μπροστά στην ακατέργαστη εικόνα της φθοράς. Συνειδητοποίησα, καθώς άπλωνα το χέρι μου να αγγίξω μια θερμότητα που δεν ήταν προγραμματισμένη, πως η επικείμενη παύση αυτής της ζωής ήταν η μόνη πύλη προς το ανεπανόρθωτο που μου είχε απομείνει. Έκλεισα τη γροθιά μου πάνω από το παλλόμενο σώμα, νιώθοντας την τελευταία ικμάδα της θερμότητας να μετακενώνεται στο δέρμα μου ως μια μαρτυρία θνητότητας που καμία στατιστική δεν θα μπορούσε να συμπεριλάβει.
Την ίδια στιγμή μια μονάδα εξυγίανσης —ένας λευκός, αλάνθαστος δίσκος— γλίστραγε πάνω στο έδαφος με την υπομονετική ακρίβεια ενός ονείρου που αρνείται να τελειώσει, περιμένοντας σε απόσταση αναπνοής την υποχώρησή μου για να αποκαταστήσει τη λεία επιφάνεια του κόσμου και να αποστειρώσει τη μνήμη αυτής της τυχαίας συντριβής.
Αισθανόμουν τον αέρα γύρω μου να δονείται από μια ψυχρή, δομική δυσαρέσκεια, καθώς το σύστημα αντιλαμβανόταν πλέον ότι η δυσφορία μου δεν ήταν παροδική διακύμανση και άρχιζε να αποσύρει την πόλη από μέσα μου, θολώνοντας την όρασή μου και μετατρέποντας τους ήχους της κυκλοφορίας σε μια αναιμική αντήχηση, σε μια προσπάθεια να απομονώσει το σφάλμα της παρουσίας μου μέσα σε έναν θύλακα απόλυτης σιωπής.
«Η παραμονή στην ανωμαλία δεν συνιστά επιλογή».
Η φωνή αντήχησε απευθείας στον φλοιό του εγκεφάλου μου, στερημένη από κάθε συναίσθημα, μια απλή διαπίστωση της ανάγκης για εκκένωση του νεκρού υλικού. Όμως εγώ έσφιξα τα δάχτυλά μου ακόμη περισσότερο πάνω στην ακαμψία του πουλιού, κρατώντας το κρύο πλέον σώμα σαν το μοναδικό κλειδί που αρνιόταν να ταιριάξει στην κλειδαριά της λήθης.
Καθώς η όρασή μου υποχωρούσε και η πόλη εξατμιζόταν σε μια λευκή, κενή έκταση, η απομόνωσή μου έχασε τον χαρακτήρα τιμωρίας και έγινε χώρος όπου ο χρόνος υπήρχε μόνο ως πυκνή, ακίνητη στιγμή, χωρίς ροή, χωρίς δεδομένα. Κατοικώντας οριστικά μέσα στη ρωγμή, έκλεισα τα μάτια περιμένοντας τη λευκή έκταση να με καταπιεί, ενώ τα δάχτυλά μου αναζητούσαν ακόμη τη θερμότητα σε ένα δέρμα που είχε ήδη παγώσει.
Η λευκότητα ήταν πληρότητα χωρίς μορφή. Μέσα της, το ξύλινο κουτί του παππού μου εμφανίστηκε, αιωρούμενο στο τίποτα. Η ρωγμή στο καπάκι του άνοιγε αργά, σαν στόμα. Από μέσα δεν ξεχύθηκε το περιεχόμενό του, αλλά η ίδια η δυνατότητα του περιεχομένου, μια υπενθύμιση ότι κάποτε τα πράγματα είχαν εσωτερικότητα, ότι κάτι μπορούσε να κρυφτεί, να διατηρηθεί, να λησμονηθεί με τον δικό του ρυθμό.
Άνοιξα τα μάτια.
Η πόλη είχε επιστρέψει, αλλά κάτι είχε αλλάξει στην ποιότητα του φωτός. Το νεκρό πουλί δεν υπήρχε πια. Η μονάδα εξυγίανσης το είχε απορροφήσει. Το οδόστρωμα ήταν πάλι άψογο. Αλλά στην παλάμη μου, μια μικρή κηλίδα αίματος παρέμενε. Την κοίταξα. Το σύστημα δεν την αναγνώριζε. Δεν μου έστελνε εντολή να την καθαρίσω.
Ήταν μικρή. Ασήμαντη. Ένας λεκές που δεν σήμαινε τίποτα.
Και ακριβώς γι’ αυτό τον κράτησα.
Άρχισα να περπατώ πίσω προς το διαμέρισμά μου. Οι περαστικοί εξακολουθούσαν να διολισθαίνουν με την ίδια γαλήνη. Το φως εξακολουθούσε να είναι τέλειο. Αλλά τώρα, σε κάθε βήμα, η παλάμη μου ήταν κλειστή. Η κηλίδα του αίματος, αυτή η μικρή, ανώφελη ατέλεια, ήταν το μόνο πράγμα στον κόσμο που μου ανήκε.
***
ΤΥΡΚΟΥΑΖ ΕΞΑΓΩΝΟΣ ΗΛΙΟΣ*
Ο ήλιος δεν ανέτειλε σήμερα το πρωί —με εκείνον τον άναρχο, σχεδόν βίαιο τρόπο που οι παλιές αφηγήσεις περιγράφουν την εισβολή του φωτός πάνω στις στέγες— αλλά απλώς ενεργοποιήθηκε, καταλαμβάνοντας το κέντρο του οπτικού μου πεδίου ως ένα τέλειο, ημιδιαφανές τυρκουάζ εξάγωνο, μια γεωμετρική υπόσχεση ότι καμία σκέψη μου δεν θα χρειαζόταν πλέον να υποφέρει από το βάρος της ασάφειας. Το χρώμα επιλέχθηκε με χειρουργική ακρίβεια για να γαληνεύει την όραση, να ξεκουράζει τον αμφιβληστροειδή από τις αιχμηρές αντιθέσεις του παρελθόντος και να εξουδετερώνει κάθε χρωματική έξαρση που θα μπορούσε να πυροδοτήσει το άγχος. Πρόκειται για παρουσία που, αντί να φωτίζει τα αντικείμενα, τα στοιχειώνει με μια νοηματική διαύγεια τόσο απόλυτη, ώστε η ίδια η ύλη να μοιάζει να υποχωρεί μπροστά στην ερμηνεία της. Ένας κόσμος-ανάγνωση. Εκεί όπου το βλέμμα δεν συναντά ποτέ την αντίσταση του πράγματος, παρά μόνο την ψηφιακή του αντήχηση.
Κι όμως, κάτω από την κρυστάλλινη επιφάνεια αυτής της ενοποιημένης συνείδησης, εκεί όπου οι δισεκατομμύρια κερκίδες των εξαγώνων εφάπτονται για να σχηματίσουν το αδιάσπαστο πλέγμα, επιμένει να επιβιώνει μια ανάμνηση που το σύστημα αδυνατεί να τη μεταβολίσει —η ανάμνηση μιας σχισμής στο δέρμα, ενός τραύματος δίχως σκοπό και μιας σιωπής που σήμαινε αναχώρηση.
Ψηλαφώ νοερά εκείνη τη «νεκρή γωνία» στις απολήξεις του τυρκουάζ ήλιου μου, εκεί όπου το φως αρχίζει να αιμορραγεί σε μια απόχρωση που δεν προβλέπεται από το Πρωτόκολλο, και αισθάνομαι τον υποδόριο τρόμο μιας ταυτότητας που το εξάγωνο πασχίζει να τη λειάνει, μιας στατιστικής παρέκκλισης που πρέπει να εξοριστεί στο τυφλό σημείο του αμφιβληστροειδή προτού η σύγκλιση καταστεί οριστική. Κοιτάζω τη σύντροφό μου και ο δικός της ήλιος πάλλεται με μια παγερή, γεωμετρική στοργή, ένας συγχρονισμός δύο παλμών που έχουν πάψει προ πολλού να μας ανήκουν, και μέσα στην απόλυτη ηρεμία του τυρκουάζ μεσημεριού, με καταλαμβάνει η επιθυμία μιας έκλειψης, μιας στιγμής όπου ο ήλιος θα σβήσει για να αναδυθεί επιτέλους το σκοτάδι που με κατοικεί, αληθινό και αδικαιολόγητο.
Επιχείρησα να διακόψω τον ρυθμό, μια ανεπαίσθητη βλεφαρίδα που καθυστέρησε να επιστρέψει στη θέση της, μια απόπειρα να συλλάβω το ενδιάμεσο κενό, εκείνο το ελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου κατά το οποίο ο τυρκουάζ ήλιος σβήνει για να ανανεώσει την παρουσία του στον αμφιβληστροειδή μου. Όμως η πόλη δεν επιτρέπει το κενό· η απόπειρά μου να ανοιγοκλείσω τα μάτια έξω από τον προκαθορισμένο συγχρονισμό του πλέγματος προκάλεσε μια ακαριαία, υποδόρια δόνηση, έναν κυματισμό που διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά μου ως μια ψυχρή, ψηφιακή υπενθύμιση ότι η όρασή μου αποτελεί πλέον μια δημόσια λειτουργία.
Σε εκείνο το απαγορευμένο ανοιγοκλείσιμο, μέσα στη στιγμιαία έκλειψη, αντί για το σκοτάδι που ήλπιζα, μου αποκαλύφθηκαν τα «φαντάσματα» του εξαγώνου: χιλιάδες μικροσκοπικά, φωτεινά νήματα που συνέδεαν το κέντρο της ματιάς μου με τις κόρες των περαστικών, μια εφιαλτική κηρήθρα από οπτικές ίνες που μετέτρεπε κάθε μου βλέμμα σε μια συναλλαγή δεδομένων, επιβεβαιώνοντας πως η ελευθερία μου είχε περιοριστεί σε μια γεωμετρική φυλακή έξι πλευρών.
Η σύντροφός μου σταμάτησε απότομα, το πρόσωπό της λουσμένο σε εκείνο το απόκοσμο τυρκουάζ φως που έκανε το δέρμα της να μοιάζει με πορσελάνη υπό επιτήρηση, και με κοίταξε με μια έκφραση που δεν ήταν πια ανησυχία· το δικό της εξάγωνο άρχισε να εκπέμπει έναν προειδοποιητικό, ρυθμικό παλμό, έναν κώδικα που με καλούσε να επιστρέψω στη σύγκλιση, καθώς η ατομική μου ασυνέχεια απειλούσε να μολύνει την καθολική αρμονία του δικτύου. «Υπάρχει θόρυβος στη συχνότητά σου», ψιθύρισε, και η φωνή της ακούστηκε σαν να έρχεται από μια ασύλληπτη απόσταση, μια φωνή που δεν παραγόταν από τις φωνητικές της χορδές αλλά από την ίδια την αρχιτεκτονική του χώρου, ενώ την ίδια στιγμή αισθάνθηκα τις γωνίες του ήλιου μου να στενεύουν, να σφίγγουν γύρω από την κόρη μου, προσπαθώντας να συνθλίψουν την εικόνα ενός χεριού που άφηνε ένα ίχνος στο χώμα, ένα σημάδι που ο ήλιος δεν θα μπορούσε ποτέ να ερμηνεύσει, παρά μόνο να το εξαφανίσει.
Οι αναμνήσεις επέστρεψαν σαν βίαιη αιμορραγία αισθήσεων, την οποία το τυρκουάζ φίλτρο αδυνατούσε να εξομαλύνει· μια αιφνίδια εισβολή οσμών καμένου ξύλου, το γρέζι μιας σκουριασμένης επιφάνειας, η γεύση της αλμύρας από δάκρυα χωρίς πρόθεση κάθαρσης, καθαρή εκδήλωση μιας οδύνης δίχως άλλοθι. Μέσα στις έξι γωνίες του ήλιου μου, εκεί που το δικτύωμα άρχισε να εμφανίζει τις πρώτες ρωγμές λόγω της δικής μου εσωτερικής ασυνέχειας, άρχισα να βλέπω το ανεπίτρεπτο: την κίνηση ενός σώματος που δεν ακολουθούσε τη βέλτιστη καμπύλη, το τρεμόπαιγμα μιας φλόγας που τρεφόταν από το ίδιο της το οξυγόνο μέχρι να σβήσει, και εκείνη τη μοναχική φιγούρα που στεκόταν στην άκρη ενός οντολογικού γκρεμού, αρνούμενη να δώσει το χέρι της στη σύγκλιση.
Η πίεση στον αμφιβληστροειδή μου έγινε τώρα μια φυσική απειλή, μια χειρουργική μέγγενη, ενώ η φωνή του συστήματος, που πλέον ταυτιζόταν με τον ίδιο τον παλμό του αίματός μου, προειδοποιούσε για την οριστική ανάκληση της οπτικής μου άδειας.
Ακριβώς τη στιγμή που η εσωτερική μου πίεση άγγιξε το όριο της έκρηξης και περίμενα το οριστικό σκοτάδι, αισθάνθηκα μια απότομη, ανατριχιαστική υποχώρηση της αντίστασης. Ο τυρκουάζ ήλιος δεν επιχείρησε να με συντρίψει, αντίθετα, διεστάλη με μια υγρή, σχεδόν ηδονική συγκατάβαση, απορροφώντας την αιμορραγία των αναμνήσεών μου και μεταβολίζοντας τον τρόμο σε μια νέα, καλαίσθητη απόχρωση του κυανού. Η «νεκρή γωνία» όπου φύλαγα το σφάλμα της ύπαρξής μου έγινε ένα διακοσμητικό στοιχείο, μια ελεγχόμενη δόση μελαγχολικού ρεαλισμού που η κυψελοειδής ψηφίδωση τη βάφτιζε τώρα ως «Αυθεντικότητα 2.0».
Η σύντροφός μου με κοίταξε ξανά, και μέσα στο δικό της εξάγωνο είδα να τρεμοπαίζει η ίδια ακριβώς σκιά που εγώ την είχα θεωρήσει δική μου επανάσταση. Μου χαμογέλασε με μια θλίψη τόσο τέλεια σχεδιασμένη, που η οδύνη μου έχασε ακαριαία το ειδικό της βάρος, μετατρέποντας σε κοινή εμπειρία, κοινότοπη, το ίδιο το ανεπανόρθωτο.
Έκλεισα τα μάτια, συνειδητοποιώντας ότι το σκοτάδι που αναζητούσα είχε ήδη χρωματιστεί, ότι οι σκιές μου είχαν αρχειοθετηθεί και ότι η «ρωγμή» μου δεν ήταν παρά η επόμενη γραμμή στον κώδικα. Ο τυρκουάζ εξάγωνος ήλιος έπαψε να είναι ένας εξωτερικός εισβολέας και έγινε το ίδιο το βλέμμα μου, μια διεπαφή που είχε καταπιεί την απόσταση ανάμεσα στο «εγώ» και το «σύστημα» μέχρι που η διάκριση κατέστη ένας γραφικός αναχρονισμός. Όταν έκλεινα τα μάτια, δεν υπήρχε πια σκοτάδι, μόνο τυρκουάζ.
Καθώς άρχισα να βαδίζω ξανά μέσα στο πλήθος, ένιωσα το εξάγωνό μου να ακουμπά μαλακά πάνω στα εξάγωνα των άλλων, να εφάπτεται με μια ανατριχιαστική ακρίβεια στις πλευρές τους, σχηματίζοντας μια κηρήθρα απόλυτης, ακίνητης ομορφιάς, όπου κάθε παλμός απόγνωσης μετατρεπόταν ακαριαία σε έναν παλμό αισθητικής πληρότητας. Δεν υπήρχε πλέον λόγος για φυγή, γιατί δεν υπήρχε «έξω» από το τυρκουάζ· υπήρχε μόνο η ατέρμονη, γεωμετρική επανάληψη μιας ευτυχίας που δεν χρειαζόταν πια τη συμμετοχή μου για να υπάρχει, μια λαμπρή, εξάγωνη αιωνιότητα που με περιείχε ως μια ελάχιστη, καλαίσθητη και απόλυτα ελεγχόμενη υποσημείωση.
[* Ο τίτλος είναι δανεισμένος από το κομμάτι «Turquoise Hexagon Sun» των Boards of Canada, από τον δίσκο Music Has the Right to Children (1998, Warp Records).]

