Μιχάλης Μοδινός

Η πλατφόρμα Κάφκα

Στην Τούλα Κόντου

Ως μια ακόμη φιλόλογος καθηγήτρια Μ.Ε. που πρόσφατα ενίσχυσε τη στρατιά των συνταξιούχων, βρίσκω στο ελεύθερο διάβασμα αντίβαρα σε μια μοναξιά που ενισχύεται από ένα –λυτρωτικό κατά τα άλλα– διαζύγιο. Τον τελευταίο καιρό, ωστόσο, και άσχετα από ποικίλα πολεμικά μέτωπα και ποικιλία παραλογισμών, με καταδιώκουν οι πλατφόρμες για τις οποίες επαίρεται η κυβέρνηση, αγνοώντας ότι μεγάλο μέρος του υπερηλίκου πια και μοναχικά διαβιούντος πληθυσμού μας δεν έχει καν κομπιούτερ, ενώ πολλοί άλλοι τρέμουν την παγίδευση από χάκερ, την ανάδυση κρυμμένων χρεών ή οφειλών στην εφορία, την κλοπή των συντεταγμένων του λογαριασμού της Εθνικής. Όσο αυξάνουν οι πλατφόρμες και οι κωδικοί που πρέπει να τους αποθηκεύεις σε άλλες πλατφόρμες, μόνη μου καταφυγή χειμωνιάτικα είναι ο Κάφκα. Με παγιδεύει βέβαια σε μια αίσθηση διοικητικής διεκπεραίωσης που θα μπορούσε να γίνει εφιαλτική. Ωστόσο υφέρπουν η ειρωνεία, το αφηγηματικό άδραγμα, η βαθιά κατανόηση της σοβούσας πραγματικότητας, οπότε η παρτίδα σώζεται.

Όταν η επιρροή της ανάγνωσης σβήσει, μένει μια ανάμνηση σκοτεινιάς, μια αίσθηση αδυναμίας απέναντι στις ανώτερες εγκόσμιες δυνάμεις που κυβερνούν τη ζωή: την απρόσωπη διοίκηση με τους ανεξέλεγκτους μηχανισμούς της, τον παντεπόπτη οφθαλμό ενός κράτους εξοπλισμένου μεταξύ άλλων με το predator, το κατεστημένο δίκαιο που ρίχνει τη βαριά σκιά του παράγοντας αισθήματα ενοχής για απροσδιόριστους λόγους, τους εγκαθιδρυμένους θεσμούς με τη δική τους λογική. Το κυριότερο, με την αυτονομημένη τεχνολογία που οι φορείς της προσπαθούν διακαώς να αιτιολογήσουν.

Μόλις πιάσεις ή ξαναπιάσεις, σκέφτομαι, ένα οποιοδήποτε έργο του Κάφκα, στον αλληγορικό του κόσμο υπέρκειται μια αύρα σουρεαλιστικού χιούμορ, μια εμπεδωμένη στα κοινωνικά πεπραγμένα αφηγηματική ικανότητα, ένα πρόγραμμα σύντηξης ετερόκλιτων ειδών γραφής –από το φανταστικό ως το δοκιμιακό, ως το υπαρξιακό, ως την παραμυθία, ως τον σουρεαλισμό, ως την παρωδία.

Λυτρωτικό. Έπειτα, τα ποικίλα ζώα, κυρίως εκείνος ο πίθηκος που αν υποχρεωθεί να πληκτρολογεί για δέκα δισεκατομμύρια χρόνια, ε! πού θα πάει, κάποια ώρα θα γράψει τον Μάκβεθ. Έτσι και σήμερα: από οκτώ δισεκατομμύρια κατοίκους του πλανήτη που πληκτρολογούν αδιαλείπτως από απόψεις μέχρι και ποίηση, δεν γίνεται, κάποια ώρα θα παραχθεί κάτι παρόμοιο, αν και είναι βέβαια ασαφές το πώς θα ανασυρθεί το διαμάντι από την εντροπία της αδιάλειπτης γραφής. Τα ζώα, συμπεραίνω, κυριαρχούν σε πλείστα όσα διηγήματα και νουβέλες του Κάφκα σαν για να θυμίσουν στον άνθρωπο από πού έρχεται ως βιολογικό όν, και να του υπογραμμίσουν τα όρια της αντιληπτικής του ικανότητας.

Πρέπει να φάω κάτι, το ξεχνάω τώρα τελευταία. Αλλά, σκέφτομαι πριν ανοίξω την τηλεόραση για το βραδινό δελτίο ειδήσεων, στον Κάφκα έχεις το διαρκές συναίσθημα της ανθρώπινης μοίρας ως αλλοτρίωσης και του αγώνα –συνήθως μάταιου αλλά αναγκαίου– για την ανατροπή της. Η Δίκη είναι παρούσα στις ζωές μας καθώς το βάρος της απόδειξης πέφτει στους ώμους μας, όχι στην αόρατη κατηγορούσα αρχή. Ο κόσμος του Ντοστογιέφσκι με την επικρεμάμενη τιμωρία πάνω από την κεφαλή πραγματικών ενόχων αντιστρέφεται στον Κάφκα, με αθώους μπροστά σ’ έναν Πύργο που θα αποφανθεί για την τύχη τους.

 Η ενοχή μας μπροστά στη λογική της μηχανής εκδηλώνεται καθαρά στους τεχνολογικούς μηχανισμούς της Σωφρονιστικής Αποικίας. H δράση πιθανότατα τοποθετείται στη Νέα Καληδονία, ένα σύμπλεγμα νησιών στον Νότιο Ειρηνικό με Μελανήσιους αυτόχθονες, που οι Γάλλοι είχαν εποικήσει συστηματικά στα μέσα του 19ου αιώνα μέσω 10.000 εκτοπισμένων (πολλοί από αυτούς πολιτικοί κρατούμενοι της Παρισινής Κομμούνας). Η Νέα Καληδονία παραμένει γαλλικό έδαφος πολυχρησιμοποιημένο για πυρηνικές δοκιμές, αν και ο τροπικός εξωτισμός του το μετέτρεψε σε τουριστικό προορισμό για υψηλά βαλάντια.

Εδώ λοιπόν θέλω να πάω, αρκεί να βγει αυτό το ΕΦΑΠΑΞ. Αν βγω βέβαια ζωντανή από αγωνιώδεις πλατφόρμες, –το κτηματολόγιο, τον ΕΝΦΙΑ, τον ΕΦΚΑ, τον ΑΜΚΑ, το ΤΑΞΙΣ, τη ΔΕΔΔΗΕ, την ΑΔΑΕ και την ΑΕΔΕ, τη φορολογική ενημερότητα, το γνήσιο υπογραφής, τη γονική παροχή, την αποδοχή κληρονομιάς της μάνας και τη διακοπή του ΑΦΜ του πατέρα, το 50άρικο της βενζίνης, την επιδότηση θέρμανσης, την ενημέρωση των τετραγωνικών της πρώτης κατοικίας, μια κλήση εκδίκασης κάποιας λησμονημένης προ δεκαετίας λέει προσφυγής μου στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Και βέβαια αν καταφέρω να βγάλω εισιτήρια ηλεκτρονικώς και να κλείσω καμπάνα σε κάποια κατάλευκη ακτή της Μουρουρόα, με φοινικόδεντρα να ροκανίζουν τον άνεμο, πτερύγια καρχαριών να σχίζουν τα νερά έξω από τον κοραλλιογενή ύφαλο, και γυμνόστηθες αναστηλωμένες υπερώριμες Γαλλίδες, αποτόκους της δόξας της αποικιοκρατίας, να λιάζονται ενθουσιωδώς.

Θα προσεγγίσω τη Σωφρονιστική Αποικία με τον τρόπο του Κάφκα. Γιατί, σκέφτομαι, είναι μια ανεξάντλητη σε πόρους, απομονωμένη ήπειρος, στους αντίποδες της Αμερικής του, που πρέπει απαραιτήτως να την προσεγγίσουμε αν θέλουμε να βρούμε ένα ασφαλές λιμάνι. Εκτός βέβαια κι αν αναστηθεί εκείνη η σατανική μηχανή εκτέλεσης που πρωταγωνιστεί στη νουβέλα του, και μια νύχτα κάνει του κεφαλιού της πάνω στο άοπλο κορμί μου.

Μου φτάνει ένα τοστ, θα πιώ και μια μεγάλη απολαυστική τσέχικη Πίλσενερ. Μήπως πάω καλύτερα στην Πράγα, στα χνάρια του συγγραφέα –δέκα φορές φτηνότερα κι άλλες δέκα συντομότερα;

Όμως πού διάολο αποθήκευσα τους κωδικούς του e-banking;

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή