Αν απαντήσουμε ότι η ποιητική γλωσσική μας παράδοση φτάνει πίσω ίσαμε τον Όμηρο, είναι βέβαιο ότι δεν έχουμε περιπέσει σε σφάλμα. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τον 4ο μ.Χ. αιώνα έγραψε ποιήματα με λεξιλόγιο που γύρναγε χίλια διακόσια χρόνια πίσω. Όμηρος on delay, Όμηρος με χρονοκαθυστέρηση! Και σήμερα μπορεί θεωρητικά να γίνει κάτι τέτοιο – καθόλου δεν απαγορεύεται, πλην όμως δεν συνιστάται να γίνει έτσι! Γίνεται δηλαδή, αλλά όχι σε επίπεδο επιλογής λεξιλογίου, όπως στην περίπτωση του Αγίου· γίνεται σε επίπεδο ιδεών – και γίνεται και στην Ελλάδα και διεθνώς, και μάλιστα αδιαλείπτως. Ο Σεφέρης και ο Τζόυς ας είναι δύο μόνο ενδεικτικά και περιληπτικά παραδείγματα. Αυτού του είδους η παράδοση έχει, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τον χαρακτήρα του δανείου ή του χρησιδανείου όχι ενός, αλλά πολλών πραγμάτων. Γοητευτικότερη, πάντως, μου φαίνεται εμένα η αρχαία υπερρεαλιστική εκδοχή της παράδοσης, που θέλει την παράδοση δημιουργό του μέλλοντος: από την ήδη υπάρχουσα και δρώσα γλωσσική και ποιητική ύλη να πλασθεί νέα ποιητική γλώσσα σε όλες τις γλωσσικές κοινότητες.
Η προοπτική αυτή δεν είναι μόνο θελκτική, γοητευτική – είναι αληθινά ποιητική, δημιουργική. Βασίζεται δε στη γενεσιουργό αιτία πάσης προόδου: στην άρνηση. Στην άρνηση εκείνη που με τη νεωτερική ορμή της δεν καταργεί τελείως το παλιό (παναπεί το πρόσφατο) δέος, αλλά, χτίζοντας επάνω του, του αλλάζει και χαρακτήρα και προορισμό, το νεώνει. Μετά το πέρασμα από την επική αντικειμενικότητα στην εμπιστευτική υποκειμενικότητα και στις επακολουθήσασες ειδικεύσεις της, μετά από τη ρομαντική άρνηση του κλασικισμού και τους πάσης φύσεως επιρομαντισμούς της ποίησης, μετά από τη σύγχυση των ποιητικών μορφών και την τήξη των εν γένει τεχνών στην υψικάμινο της ποιητικής, μετά δηλαδή από αλυσίδες γιγαντιαίων αρνήσεων και επαναληπτικών εμπεδώσεων νεωτερικού πνεύματος στην επικράτεια του ποιητικού λόγου, μπορούμε να πούμε ότι η σημερινή ποίηση στην Ελλάδα έρχεται να συνομιλήσει με την παράδοση όλων των προπατόρων για να ρητεύσει τον δικό της λόγο κοιτώντας προς το μέλλον.
Η μελετητική κατάδυση των ποιητών του σήμερα στα έργα των πάσης εποχής αρχαίων, αλλά και του Σολωμού, του Καβάφη και του Καρυωτάκη (τα παραδείγματα είναι επίτηδες επιλεγμένα, επειδή οι ποιητές αυτοί «ελευθερώνουν» μέλλον), δηλώνει την ανάγκη τους να εκφραστούν συνομιλώντας μαζί τους. Η δημιουργός παράδοση είναι συζήτηση και συνομιλία, τουτέστιν ζήτηση και ομιλία. Οι ποιητές ζητούν, ερευνούν τους παραδειγματικούς υπότυπους και την ιστορία τους και ομιλούν μέσα στην κοινωνία του λόγου βάζοντας τη γλώσσα τους να λαλήσει και εκθέτοντας τον πλούτο της, και εξορυγμένον και κατακτημένον, αλλά συνάμα και προς διανομή.
Ο εν λόγω πλούτος έχει και μορφή και περιεχόμενο. Η δε γλωσσική παράδοση μετέχει και των δύο συστατικών μερών. Αυτό που εκθέτω εδώ δεν έχει να κάνει καθόλου με τον (διαδικτυακό κατά βάση) πόλεμο χαρακωμάτων μεταξύ μοντερνιστών και νεοφορμαλιστών – χάριν της συνεννόησης χρησιμοποιώ τους εν λόγω όρους. Δεν υπάρχει νεοφορμαλιστής σήμερα που να μην είναι μοντερνιστής, νεωτερικός – αλλιώς πηθικίζει τύπους και καλούπια που (ως μήτρες) είναι άγονες. Αλλά ούτε και μοντερνιστής υπάρχει που να μη βαφτίζει τον ελεύθερο στίχο του τουλάχιστον σε έρρυθμες (αν όχι και σε έμμετρες) κολυμβήθρες. Επισημαίνω δε ότι αυτό ισχύει διεθνώς, και μάλιστα ανέκαθεν.
Σπεύδω να διευκρινίσω ότι η χρησιμοποιούμενη γλώσσα δεν έχει να κάνει απλώς και αποκλειστικά ούτε με μορφικές επιλογές ούτε με ελευθερόστιχες προσηλώσεις. Δεν έχει να κάνει με κανέναν δογματισμό καμιάς ομολογίας. Η ποικιλία του ύφους σήμερα πάει πολύ πιο πέρα από τους λεξικούς και τους σημασιακούς συνδυασμούς των σημείων. Τα γνωστά και παραδεδομένα σχήματα λόγου και διανοίας προσφέρονται για νέες ποιητικές, και μάλιστα ποιητικές ώριμες για να φωνάξουν και να απηχήσουν τα σημερινά λυρικά κατορθώματα. Ο λεξικός όγκος της ελληνικής έχει αυξηθεί, καθώς η εισβολή λογίων τύπων στο σώμα της καθομιλούμενης δημοτικής συντελέσθηκε εδώ και μερικές δεκαετίες ειρηνικά και αβλαβώς. Ιδού, λοιπόν, στάδιον δόξης λαμπρόν και για τους «ριμαδόρους» και για τους «λιμπερτίνους». Αλλά και εκτός τούτου η ποιητική μουσική, αίφνης, ως αίτημα απηχεί άλλες σκοποθεσίες και ικανοποιεί άλλες ανάγκες σήμερα απ’ ό,τι στην ποίηση του Μεσοπολέμου ή των τελών του 19ου αιώνα – για να μείνουμε στο πιο πρόσφατο παρελθόν. Το αυτό ισχύει και σχετικά με την εικονοποιία. Την εικαστική πλευρά του ποιήματος την υπερασπίζονται τώρα και η αρχιτεκτονική και η φωτογραφία. Υπάρχουν αυτά τα είδη, και υπάρχουν ακριβώς επειδή η γλώσσα μπορεί να τα στηρίξει με όλη τη γκάμα της εκφραστικής λειτουργίας της, ακόμα δε και μεταγλωσσικώς. Τις αναγκαίες αφαιρέσεις ύλης που έχουν γίνει με πνεύμα αρνητικό, επειδή ανήκε σε πολυχρησιμοποιημένους τύπους και σε παρωχημένες μόδες, παναπεί σε «στέρφες» παραδόσεις, έρχεται και τις καλύπτει η προστιθέμενη αξία των νέων λυρικών σχημάτων, νοημάτων και διανοημάτων, όπως έχουν συγκριτικώς μελετηθεί στα σώματα ξένων ποιημάτων, είτε στο πρωτότυπο είτε και μέσω μεταφράσεων που έχουν ήδη φιλοτεχνηθεί από άλλους ποιητές ή και που εκπονούνται από τον ίδιο τον ποιητή. Όλα γίνονται στο εργαστήρι της γλώσσας του ποιητή. Ο οποίος ποιητής έρχεται να παραδώσει ομόλογα έργα που του έχουν παραδοθεί, όχι (μόνο) για να αποτίσει φόρο τιμής στο παρελθόν, αλλά για να καλωσορίσει το μέλλον.

