Στα τέλη Ιανουαρίου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών ο Κώστας Γανωσέλης, ένας από τους σπουδαιότερους και επιδραστικότερους μαέστρους και ενορχηστρωτές της ελληνικής μουσικής σκηνής. Στο τεράστιο –από άποψη ποιότητας και ποσότητας– έργο του καταγράφεται η ενορχηστρωτική σφραγίδα σε πάνω από 70 δίσκους, στους οποίους αποτυπώνεται ένα κράμα φοβερά ετερόκλητων επιρροών, από τη βυζαντινή προπαιδεία στις κλασικές σπουδές πιάνου και από εκεί στη συστηματική εκπαίδευσή του σε ηλεκτρονικά όργανα στην Ιαπωνία.
Σε υποθετική ερώτηση για την πιο εμπνευσμένη δουλειά του Κώστα Γανωσέλη ως ενορχηστρωτή, η ακαριαία απάντησή μου θα ήταν το Κανονικά, όπου συνεργάστηκε πρωτοπόρα με τη Λίνα Νικολακοπούλου και τον Σταμάτη Κραουνάκη σχεδόν στις απαρχές της ευλογημένης τους συνύπαρξης και με τη Δήμητρα Γαλάνη, η οποία –όπως πράττει μέχρι και σήμερα με αξιοθαύμαστη συνέπεια και αντοχή στο χρόνο– ανανεώνεται και ανανεώνει τους ερμηνευτικούς τρόπους, ιχνηλατώντας απάτητα ή διανοίγοντας νέα μονοπάτια.
Το Κανονικά κυκλοφόρησε το 1984 και αποτελεί άλμπουμ-τομή για αυτό που, διαισθητικά και χάριν συνεννόησης, αποκαλούμε έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Χρησιμοποιώ σκόπιμα τη λέξη «άλμπουμ» αντί για τον –πιο δόκιμο στη μουσική ιδιόλεκτο– όρο «δίσκος», μιας και πρόκειται για συλλογή δέκα (έντεκα με την διπλοεγγραφή του ομώνυμου τραγουδιού με δύο ενορχηστρωτικά διακριτές εκδοχές) στοπ-καρέ που απέκτησαν φωνή ή, μάλλον, ζωντάνεψαν διακριτικά, αχνά, τρεμόσβηστα, πίσω απ’ τις κουρτίνες και κάτω απ’ τα σκεπάσματα.
Δέκα, δειλά-δειλά κινούμενα ενσταντανέ, λοιπόν, κι όχι δέκα βαρύγδουπες δηλώσεις πολιτικής τοποθέτησης της μεταπολιτευτικής εμπειρίας που –άλλοτε με αριστουργηματικό κι άλλοτε με κιτς τρόπο– σχεδόν μονοπωλούσαν τότε την εγχώρια δισκογραφία, η οποία παλλόταν από το σφρίγος της κοινωνικής διαπάλης και την ορμή των ακατέργαστων, άρα ακόμα ενδεχόμενων να συμβούν, συλλογικών οραμάτων. Γι’ αυτόν τον λόγο, εξάλλου, εκτιμώ ότι πρόκειται για ένα άλμπουμ που επανεκτιμήθηκε και τοποθετήθηκε στο ξεχωριστό βάθρο που του αρμόζει αρκετά χρόνια μετά την κυκλοφορία του.
Το κυριότερο γνώρισμα της συγκεκριμένης δουλειάς, όπου ο στίχος, η σύνθεση και η ενορχήστρωση υπηρετούν μια κοινά υπαινικτική πρόθεση, είναι η γείωση του συναισθήματος και η εσωτερίκευση των μελοδραματισμών. Από τον Ήλιο, τη Σελήνη, τους κήπους της Εδέμ, το Άπειρο προσγειωνόμαστε με το καλημέρα στα (μικρο)αστικά διαμερίσματα, διότι «εδώ είναι η καρδιά για όποιον δεν το ξέρει». Από τις απελπισμένες σπονδές στον απρόσιτο Θεό Έρωτα, κατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια προς τα τόσο οικεία «πάνω» και «κάτω» μιας «φυσιολογικής» ανθρώπινης σχέσης. Ό,τι μας τυραννά, εξάλλου, δεν μας το επιβάλλει άνωθεν κι έξωθεν κάποιος Θεός-τιμωρός, αλλά η κανονική φθορά του «μαζί» ή του ματαιωμένου wannabe «μαζί».
Ήδη από το ρεφρέν του πρώτου τραγουδιού, του instant hit και διαχρονικά δημοφιλέστερου κομματιού αυτής της τόσο υποτιμημένης δουλειάς («Παραδώσου»), εξαγγέλλεται με έναν ασυνήθιστα εξωστρεφή, σχεδόν πανηγυρικό τόνο η γείωση του έρωτα και του ουρανού, η άφεσή τους στα δικά μας χέρια, η εθελούσια άφεση του ενός αυτεξούσιου υποκειμένου στα χέρια του εκλεκτού άλλου αυτεξούσιου υποκειμένου. Γιατί, εξ αντιδιαστολής, «όποιος φοβηθεί πριν αγαπηθεί χάνει την στιγμή που δε γυρίζει πια» («Άκουσέ με»), δηλαδή η εκδήλωση του φόβου είναι, πρωτίστως υπαρξιακά και κατ’ αντανάκλαση κοινωνικά, η οικειοθελής παράλυση της αυθορμησίας μας.
Την ώρα που θα κλείσει το φως («Κλείσε το φως»), δηλαδή ο διακόπτης του λαμπτήρα που βρίσκεται λίγα εκατοστά πάνω απ’ το κομοδίνο, το ένα σώμα θα δοθεί στο άλλο και οι ψυχές θα ξεκινήσουν για έναν προορισμό αμοιβαία συμφωνημένο. Θα ζήσουν την «εδώ και τώρα» στιγμή απειλώντας να σκοτώσουν προκαταβολικά τη μεταφυσική της νοσταλγίας, με το βλέμμα στο «παρακάτω της ζωής» που μπορεί να φωτιστεί αλλιώς μέσα από τα κλειστά μάτια του μοιρασμένου κρεβατιού («Μεγάλη αγάπη»).
Ο «κανονικός» χρόνος της ροής των ανθρώπινων πραγμάτων δεν είναι ο Καιρός που κατά τας γραφάς θα γιατρέψει τα πάντα ούτε ο ανίκητος Χρόνος, τον οποίο καταβάλλουμε υπεράνθρωπες, εξ ορισμού μάταιες προσπάθειες να δαμάσουμε με «όπλο» την υστεροφημία της θεόπνευστης τέχνης και των χιλιοδοξασμένων, μοιραίων ερώτων. Είναι απλώς ένας κρίσιμος παράγοντας Χ που επηρεάζει τα σχέδια και τις αναβολές των «μέσων ανθρώπων», το πόσο συγχρονίζονται οι πλανήτες ή απορρυθμίζεται η συναστρία τους. Στο παροντικό σύμπαν του Κανονικά, ο χρόνος δεν είναι τίποτα άλλο παρά το καλό ή κακό timing και, από εκεί και πέρα, το ανεπαίσθητα καταλυτικό πέρασμά του.
Την ώρα που οι στίχοι κλίνουν το παρόν σε όλες τις πτώσεις, το μουσικό ύφος ξεδιπλώνει τα φτερά του (ή, πιο ταιριαστά, τα σεντόνια του) σε ποικίλα ρεύματα, εκκινώντας από τον ρομαντισμό των αστικών σαλονιών, «μπασταρδεύοντάς» τον με τα ροκ και ηλεκτρονικά υπόγεια ρεύματα του χειραφετητικού Μάη του ’68. Έτσι, προκύπτει μια πιο «ρεφορμιστική» απεικόνιση της παγκόσμιας πολιτισμικής-ταυτοτικής επανάστασης που συντελέσθηκε στα 60s και τα απόνερά της ήρθαν στην Ελλάδα μετά την πτώση της δικτατορίας με σαφώς πιο ορθόδοξα μαρξιστική (ταξική) κατεύθυνση. Η φαντασία μπορεί να μην έρθει ποτέ στην εξουσία, αλλά η καθημερινή μας ζωή ξετυλίγεται με εμάς πρωταγωνιστές και αυτό είναι που έχει σημασία.
Μες στην καρδιά του χειμώνα, στου «πέμπτου ορόφου το δυάρι» («Ακατάλληλο») θα «ανοίξουμε τις κουρτίνες», θα «κρατήσουμε ζεστή την καφετιέρα» («Βίντεο»), θα αερίσουμε τα σεντόνια και τις μαξιλαροθήκες, θα πακετάρουμε τα πράγματα μιας επώδυνης μετακόμισης, θα αφήσουμε τη γάτα να κοιμάται κουλουριασμένη και θα βγούμε να πάρουμε καθαρό αέρα καλά (;) προστατευμένοι με τα αντιανεμικά μας.
Από ερμηνευτική σκοπιά, οι διόλου υπερβολικές καταθέσεις ψυχής της Δήμητρας Γαλάνη δεν έχουν τα χαρακτηριστικά μιας ακαταγώνιστης δύναμης, η οποία είτε θα εκφραζόταν ως one (wo)man show παράδοση στη μοίρα ή my way ξαναγράψιμο της μοίρας είτε θα εκδηλωνόταν ως τηλεβόας της ακατάσχετης ροής του πλήθους. Αποτελούν δέκα εσωτερικούς μονολόγους που για δέκα τρίλεπτα βγαίνουν στην επιφάνεια, ψιθυρίζουν στο αυτί του/της πλησίον και, στο τέλος, αποσύρονται ξανά στην τακτοποιημένη, συμφιλιωμένη με τη φωνακλάδικη φύση της, σιωπή, με την –εξ όψεως αισιόδοξη μα κατά βάθος μελαγχολική– επίγνωση ότι «θα περάσει κι αυτό σαν όλα τ’ άλλα» («Χωρίς εσένα»).
Μεταφέροντας χωρίς ίχνος επιδειξιομανίας αυτή την «ήσυχη δροσιά στα καφενεία» («Απόψε πουθενά»), η Δήμητρα Γαλάνη διαμορφώνει όχι μόνο μια δική της, ολόφρεσκη ερμηνευτική περσόνα, αλλά και έναν «τρόπο» ερμηνείας που υπερβαίνει το πρόσωπο και την εποχή, κουβαλώντας μέχρι τις μέρες μας το βάρος των πούπουλων, απολύτως ενδεικτικά από τους σχεδόν εσωτερικούς μονολόγους της πρώιμης Νατάσσας Μποφίλιου (της «Ασπιρίνης») μέχρι τα τραγουδιστά «διηγηματοποιήματα» της Sophie Lies ή της Δεσποινίδος Τρίχρωμης.
H ανήσυχα ήρεμη αναπνοή που αποπνέουν τα λόγια της Λίνας Νικολακοπούλου, οι minimal υποβλητικές μελωδίες του Σταμάτη Κραουνάκη, τονισμένες μέσα από την πρωτοπόρα ενορχηστρωτική ματιά του Κώστα Γανωσέλη, «σπάνε» την default, αυστηρά γραμμική φόρμα κουπλέ-ρεφρέν, φέρνοντας στο προσκήνιο την απρόβλεπτη κυκλικότητα των λέξεων και του ρυθμού. Δεν πρόκειται, όμως, για μια ατέρμονη, εμμονικά επαναλαμβανόμενη λούπα, αλλά για καθησυχαστικά οικείους βρόγχους χωροχρόνου που μας διακτινίζουν «ήσυχα και λογικά» στον επόμενο, και στον επόμενο, μέχρι το ομώνυμο τραγούδι «Κανονικά» να επανέλθει στο φινάλε της αφήγησης, ολόιδιο ως προς τα λόγια, εντελώς διαφορετικό ως ήχος, προσεκτικά τοποθετημένο στην καινούρια του, εξίσου εύθραυστη ατμόσφαιρα.
Εάν θα θέλαμε να βρούμε αναλογίες με τον σύγχρονο κινηματογράφο, το «Κανονικά» θυμίζει το χαμηλότονο σινεμά του Τζιμ Τζάρμους, όπου η ρουτίνα της καθημερινότητας μετουσιώνεται αβίαστα σε ποιητικό κολάζ, με τη ρουτίνα αυτή καθεαυτήν να αποτελεί ένα –ούτως ή άλλως ανολοκλήρωτο– ποίημα με ελαφρώς παραλλαγμένο σενάριο κάθε μέρα. Όπως στο σινεμά της «μη πλοκής» του Τζάρμους, έτσι και στον μουσικό μικρόκοσμο του Κανονικά, λάμπουν (ή, ορθότερα, τρεμοπαίζουν) διά της απουσίας τους τόσο οι αυτοαναφορικές ιστορίες θριάμβου και συντριβής όσο και οι συνθηματολογικές εξάρσεις του ανώνυμου πλήθους. Σε ένα μεταπολιτευτικό περιβάλλον, όπου πίσω από την πρωτοφανέρωτη περίοδο δημοκρατικής ομαλότητας και βιοτικής ευημερίας, το δημόσιο καταπίεζε το ιδιωτικό και το ιδιωτικό απαξίωνε το δημόσιο, η «προχώ» συμβολή των Νικολακοπούλου, Κραουνάκη, Γανωσέλη, Γαλάνη ανέδειξε τον –αρχαϊκής καταβολής– δυϊκό αριθμό ως την έμφυτη και επίκτητη κατάσταση των ανθρώπινων σχέσεων. Σε καιρούς γειωμένων προσδοκιών πια, το «εμείς» δεν μπορεί παρά να ξεκινά από την κουβέντα δυο «εγώ», η οποία με τη σειρά της δεν εξαντλείται σε δυο παράλληλους μονολόγους, αλλά εμπεριέχει την ψιθυριστή απεύθυνση σε ένα «εσύ» με σάρκα και αίμα. Γιατί αν δεν υπάρχει το «εσύ» τι απομένει; «Είμαι εγώ και η σκιά μου» («Δεν είσαι εσύ»).
Εν κατακλείδι, η αυθεντική επικοινωνία των αυτόνομων «εγώ», η ενσυναίσθηση που δίνει αβίαστα τη σκυτάλη στο «εσύ» και η αλληλέγγυα εμπειρία του «εμείς» δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία, μια απερίσπαστη βόλτα στο πάρκο, αλλά καλείται να ωριμάσει και να δοκιμαστεί μέσα σε ένα προκατασκευασμένο οικογενειακό, κοινωνικό κ.λπ. περιβάλλον γεμάτο εμφανείς διακρίσεις και αδιάκριτα βλέμματα απέναντι στην πάσης φύσεως διαφορετικότητα.
Έτσι, το «Απόψε πουθενά» παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο ρητά εκφρασμένα queer κομμάτια του ελληνικού μουσικού ρεπερτορίου, χωρίς, πάντως, να φωνάζει τις προθέσεις του, μένοντας σε αρμονία με το αθόρυβο πνεύμα ολόκληρου του άλμπουμ. Γιατί επί χάρτου μπορεί ο έρωτας και ο ουρανός να είναι στο χέρι μας, αλλά στο διά ταύτα, στον πραγματικό έξω κόσμο, ένας/μια ομοφυλόφιλος/η πρέπει ν’ αφήνει το χέρι του/της αγαπημένου/ης του/της για να «περνάει μέσα στον κόσμο». Κι αυτός ο φόβος της εκδήλωσης της ομοφυλοφιλικής ταυτότητας σίγουρα δεν είναι κάτι «κανονικό» κι ας (επι)κρατεί μέχρι τις μέρες μας. Κι η πηγαία αποκάλυψη αυτής της οδυνηρής «κανονικότητας» το 1984 οπωσδήποτε ήταν, είναι και θα είναι μια πρωτοπόρα, οιονεί επαναστατική (σύμ)πραξη στο –απροκάλυπτα ετεροκανονικό– ελληνικό τραγούδι.
⸙⸙⸙
[Ο Θωμάς Ψήμμας είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ και στιχουργός.]

