Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Αμαλία Μουστάκη

Η σωτηρία της ψυχής

Για τον Φάουστ σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη

Αξιοποιώντας τόσο τις μεταμορφώσεις του μύθου όσο και μια σειρά από διακειμενικές αναφορές, μεταγραφές, ίσως και προσωπικές αφηγήσεις και ομολογίες, ο Μπινιάρης «διευθύνει» μια παράσταση-περιπέτεια στον βυθό της Δυτικής ποίησης και φιλοσοφίας αλλά και της ανθρώπινης ψυχής. Μια απόλυτα προσωπική κατάβαση στις σκοτεινές εσχατιές της ανθρώπινης επιθυμίας.

Όχι, ο Μπινιάρης δεν αφηγείται στον θεατή απλώς το έργο του Γκαίτε. Επιλέγει να τον περιπλανήσει σ’ ένα μυσταγωγικό ταξίδι, που θα αποτελέσει την αφορμή για να περιηγηθεί μέσα του, επίμονα και ίσως και ενοχλητικά. Ο δικός του Φάουστ έχει συνοδοιπόρο έναν Μεφιστοφελή, αν όχι ακριβώς αθώο, ούτε όμως και ξεκάθαρα επικίνδυνο, πράγμα που κάνει τις επιλογές καθαρά προσωπικές, σ’ ένα παιχνίδι όπου η δύναμη και η εξουσία παραδίδονται οικειοθελώς, με αντάλλαγμα την ψευδαίσθηση πως οι αιώνιες αναρωτήσεις θα βρουν έστω και για μια στιγμή την απάντησή τους.

Το έργο

Ο Φάουστ, ίσως πέρα και πάνω απ’ όλα τα άλλα, είναι τελικά ένα έργο για τη μοναξιά, την απογοήτευση και την απόγνωση του ανθρώπου που δεν μπορεί να τοποθετήσει τον εαυτό του μέσα στον Κόσμο. Και μέσα στην απελπισία, καταφεύγει σε ό,τι του υπόσχεται ότι θα τον βοηθήσει να το κάνει. Αυτή είναι όλη η ιστορία, κι αυτό είναι ο Μεφιστοφελής. Αυτό το κάτι, το οποίο μπορεί να είναι πολλά πράγματα. Μπορεί να είναι η πολιτική, λόγου χάρη. Μπορεί να είναι η ισχύς. Μπορεί να είναι οι ψυχότροπες ουσίες, όπως στην κουζίνα της μάγισσας. Ό,τι επιθυμείς. Ό,τι σε βοηθά να βρεις τη θέση σου μέσα στα πράγματα. Ό,τι σου απαλύνει τον εσωτερικό πόνο.

Ο Φάουστ είναι ένας άνθρωπος που αμφισβητεί τις ικανότητές και τη γνώση του, που μάταια προσπαθεί να αποκτήσει μια ελευθερία που να μη γνωρίζει όρια και που μας συγκινεί γιατί –ας είμαστε λίγο θαρραλέοι με τον εαυτό μας– εκπροσωπεί τον καθένα από μας που αντιλαμβάνεται ότι οι επιστήμες, που υποτίθεται μάς παρέχουν όλα τα εφόδια για να καταλάβουμε τον κόσμο γύρω μας, δεν μας βοήθησαν και τόσο πολύ. Δεν είναι αυτές που θα φέρουν τη συγκίνηση στο στήθος, τη δίοδο στα αδιέξοδα της συμπαγούς μας ύπαρξης.

Όλα αυτά έρχεται στο έργο του Γκαίτε να τα υποσχεθεί ο Μεφιστοφελής. Αν ο Φάουστ είναι ολόκληρη ήπειρος, ο Μεφιστοφελής είναι η θάλασσα που τον περιβάλλει. Ένας σατανικός ξεναγός, που παρουσιάζει στον υπαρξιακό ήρωα τον κόσμο των ρευστών δυνατοτήτων, το ενδιάμεσο βασίλειο μεταξύ του υπαρκτού και της ανυπαρξίας, του πραγματοποιήσιμου και απραγματοποίητου, το σύμπαν της απεριόριστης φαντασίας. Στον κόσμο της γνώσης και της επιστήμης, όπου το κεφάλι της νόησης μάταια χτυπά στους τυφλούς τοίχους της ανθρώπινης ύπαρξης, αντιπαρατίθεται ο κόσμος της υπέρβασης, της ψευδαίσθησης, της σάρκας και του ονείρου, της φαντασίωσης και της απόδρασης. Ο Μεφιστοφελής θα πάρει τον Φάουστ σε μια βόλτα στην επίγεια Κόλαση ή στον μόνο Παράδεισο που διαθέτουμε –όπως επιλέξει να το δει κανείς…

Στη βόλτα αυτή η συγκίνηση τελικά θα έρθει. Θα ανθίσει σαν μια μαργαρίτα, στη συνάντηση με την ομώνυμη ηρωίδα. Ο έρωτας, η πιο κλασική απάντηση στο κενό του ανθρώπου. Ο Γκαίτε άλλωστε έγραψε τον Φάουστ στη δύση, στην εκπνοή του Ρομαντισμού, υπό την επιρροή του οποίου η ερωτική σχέση ήταν εξιδανικευμένη. Το αθώο κορίτσι, με το όνομα άνθους, δίνεται ολόψυχα στον Φάουστ, χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς αναστολές και χωρίς όρους, άδολα και απόλυτα.

Η παράσταση

Μυώδης, σαγηνευτικά αλλόκοτη και σωματικά τολμηρή η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου έχει εσωτερικότητα, δύναμη αλλά και λυρισμό, αιθέρια ατμοσφαιρικές σκηνές και κατανυκτικές διαθέσεις. Ο Άρης Μπινιάρης αντιλαμβάνεται την τραγωδία του ανθρώπου στο σήμερα, σε έναν κόσμο, ο οποίος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καθ’ ολοκληρίαν φαουστικός. Σ’ αυτόν, το νόημα περιστρέφεται όχι γύρω από τη συλλογική δράση αλλά γύρω από την ενδοσκόπηση του υποκειμενικού εαυτού. Ενός εαυτού συνηθισμένου, καθημερινού, με ντύσιμο και φτιαξιά που περνούν απαρατήρητα. Έχει σπουδάσει τα πάντα, αλλά αυτά που ξέρει δεν είναι ικανά να τον βοηθήσουν να ξεπεράσει την απόγνωση και να βρει νόημα στην ύπαρξή του.

Η σκηνοθεσία εξατομικεύει ψυχολογικά και εκλεπτύνει θεατρικά τους χαρακτήρες των ηρώων, ποντάροντας τα πάντα στη συνεργασία της σκηνικής εικόνας, του ήχου και της υψηλής ερμηνευτικής απόδοσης. Μια «δύσκολη» δουλειά για τους συντελεστές της που όμως δεν φαίνονται να ζορίζονται. Αντιθέτως, λειτουργούν πέρα από τα όρια –ή και πολύ έξω από αυτά– της πεπατημένης.

Φάουστ ο Μιχάλης Βαλάσογλου. Ηθοποιός άρτιος, ακμαίος, τόσο γήινος όσο και ρωμαλέος. Η υποκριτική του ερμηνεία αποκαλύπτει ίσως κάποιες νέες ερμηνευτικές πτυχές σε ένα έργο, το οποίο βαρύνεται όσα λίγα στην παγκόσμια δραματουργία από μια τεράστια ερμηνευτική ποικιλία.

Μεφιστοφελής ο Άρης Νινίκας. Δαίμονας και άγγελος. Ένα περίπλοκο αινιγματικό ον. Ο «Πρίγκιπας του Σκότους» που πλάθει είναι έξυπνος, πνευματώδης, γοητευτικός, με ακριβή και ιδιαίτερα χρωματισμένη εκφορά του λόγου. Απέδειξε πως διαθέτει και τα χαρίσματα και την εμφάνιση και τη… σατανικότητα που απαιτεί ο ρόλος.

Η Νάντια Κατσούρα δημιούργησε ένα υπέροχο θηλυκό πλάσμα, του οποίου ο αισθησιασμός εμφανίζεται ως φυσικός και διαυγής και με κανέναν τρόπο δεν υποβαθμίζεται ως αμαρτωλός και βλάσφημος. Μια γυναίκα στην οποία μένεις ταγμένος, ένα φως στο σύμπαν που πνίγεται στα σκοτάδια. Πολύ καλές και η Ιωάννα Μαυρέα και η Κωνσταντίνα Τάκαλου.

Το σκηνικό του Πάρη Μέξη μάς εγκλωβίζει στους λαβυρινθώδεις χώρους του υποσυνείδητου, στερεί το οξυγόνο, μας καταπλακώνει. Οι υποβλητικοί φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου λούζουν με λάγνο φως πλάθοντας ονειρικές φαντασιώσεις, ενώ η μουσική του Τζεφ Βάγγερ κλιμακώνει την ένταση και υπογραμμίζει τη δράση με τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της. Όλα συντελούν στην υπογράμμιση της καρμικής μοίρας του ανθρώπου να κινείται ανάμεσα στην τρωτή, θνητή του ατέλεια, και την υπόσχεση μεγαλείου που προσφέρουν το όραμα, οι ιδέες, ο έρωτας.

Αν καταφέρνει κάτι ο Μπινιάρης με τη δική του θεατρική απόδοση του Φάουστ είναι να τον κατεβάσει απ’ το πάνω-πάνω ράφι της βιβλιοθήκης και να τον φέρει στο ύψος του σήμερα. Στο ύψος του ανθρώπου του 2025, αυτού που ξαπλώνει στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή του και με σιγανή φωνή και παύσεις ξεδιπλώνει όλη την υπαρξιακή του απόγνωση. Στο ύψος του ανθρώπου που καταφεύγει στο να τζογάρει την ψυχή του με τον διάβολο, μήπως κι εκεί, τελικά, βρει τον τρόπο να την νιώσει. Κι ύστερα, ποιος ξέρει, ίσως και να τη σώσει.

Κύλιση στην κορυφή