© Ζωγραφική: Γιώργης Βραχνός

Ανδρέας Τσιάρτας

Ήχος και μνήμη στη σύγχρονη μουσική δημιουργία

Η σύγχρονη λόγια μουσική δημιουργία, ως εξέλιξη της κλασικής μουσικής παράδοσης, αναμετρά πάνω από έναν αιώνα ύπαρξης. Και όπως σε καθετί καινούργιο που αναδύεται, μπορούμε να ανιχνεύσουμε τη γένεσή της μέσα από έναν θάνατο, ή τέλμα στην προκειμένη περίπτωση, στο οποίο αναπόφευκτα οδηγήθηκε η τονικότητα περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτό το αδιέξοδο του τονικού συστήματος ήταν συνέπεια του κορεσμού των συσχετισμών των τονικών κέντρων, ως εκ τούτου επέφερε έναν σταδιακά αυξανόμενο χρωματισμό, και εντέλει την ατονικότητα.

Στην ιστορία της μουσικής ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι με παραδείγματα συνθετών του 18ου και του 19ου αιώνα, αλλά και πιο νωρίς ακόμα, που έμοιαζαν να δραπετεύουν από το τονικό σύστημα –ο Μπετόβεν στη Μεγάλη του Φούγκα το 1826, ο Σούμπερτ στη Σονάτα για Πιάνο σε Λα μείζονα το 1828, και προπάντων ο Βάγκνερ που με την όπερά του Τριστάνος και Ιζόλδη, άνοιξε το 1865 την πόρτα σε μια νέα μουσική εποχή. Αναγνωρίζοντας το τέλμα αυτό της τονικότητας, η επόμενη γενιά συνθετών πάσχιζε να εδραιώσει άλλες λύσεις: ο Κλοντ Ντεμπισί μέσα από την πεντατονική κλίμακα, εμπνευσμένος από μη-δυτικά μουσικά πρότυπα, ο Μπάρτοκ περισυλλέγοντας στοιχεία και αναλύοντας τις ρίζες της παραδοσιακής μουσικής των ευρύτερων Βαλκανίων, ο δε Άρνολντ Σαίνμπεργκ μέσα από τον Δωδεκαφθογγισμό, εκφράζοντας την αδήριτη ανάγκη ενός καινούργιου συστήματος οργάνωσης της ατονικότητας με κανόνες που θα διασφάλιζαν πρωτίστως τη συνέχιση της μουσικότητας.

Οι μαθητές του Σαίνμπεργκ, κυρίως ο Άντον Βέμπερν, υιοθέτησαν και εξέλιξαν το σύστημά του αυτό στον Σειραϊσμό. Οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι σήμαναν ωστόσο, συμβολικά και κυριολεκτικά, την πτώση της ανθρωπότητας και μαζί της τη σταδιακή παύση των καλλιτεχνικών αναζητήσεων. Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εντούτοις, οι συνθέτες του φεστιβάλ νέας μουσικής του Ντάρμσταντ υιοθέτησαν εκ νέου τον Σειραϊσμό ως τη ‘διέξοδο’ στο τέλμα που εξακολουθούσε να υφίσταται. Πάνω σε αυτόν, άλλωστε, ανασυντάχθηκε και εδραιώθηκε η νέα μουσική από συνθέτες όπως οι Πιερ Μπουλέζ και Καρλχάιντζ Στοκχάουζεν, οι οποίοι διευρύνοντας μια πειραματική ιδέα, μια σπουδή του καθηγητή τους Ολιβιέ Μεσιάν το 1948, θέσπισαν τον Καθολικό Σειραϊσμό ως τη νέα κανονικότητα.

Ως ένα ζωντανό και αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας, η τέχνη πάντα αποτελεί απόρροια ευρύτερων κοινωνικών διαφοροποιήσεων. Κατά τη μετάβαση από τον μοντερνισμό στον μετα-μοντερνισμό, ο Καθολικός Σειραϊσμός μεγαλούργησε. Ήταν η εποχή όπου το μεγάλο αφήγημα, η μεγάλη ταυτότητα –εθνική, κοινωνική, και πολιτισμική– αλλά κυρίως η συλλογική μνήμη, καταρρίφθηκαν και διασπάστηκαν σε επί μέρους θραύσματα. Υπό αυτό το πρίσμα, αποκαλύπτονται οι βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές αιτίες που ο Καθολικός Σειραϊσμός, ως το απαύγασμα του μοντερνισμού, αναδείχθηκε σε εξέχουσα μουσική ταυτότητα, για να οδηγήσει κάθε μουσική παράμετρο να ταξινομηθεί και να οργανωθεί διηρημένα σε μια μετα-μοντερνιστική συνθήκη. Ένα από αυτά τα θραύσματα, η χροιά, θα αποκτούσε σταδιακά πρωταρχικό ρόλο. Η χροιά ήταν που αποτέλεσε τη ρηξικέλευθη στιγμή ανάδειξης της ακουστικής του ήχου σε θεμελιώδη συνθετική ύλη από πρωτεργάτες όπως οι Γκιέργκι Λίγκετι και Τζακίντο Σέλσι, μα και αργότερα, κατά τις δεκαετίες 1970-80, από τους Ζεράρ Γκριζέ και Τριστάν Μιράιγ μέσω της φασματικής μουσικής. Αυτή η παρακαταθήκη μας συνοδεύει ακόμα και σήμερα. Σαφώς, καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισαν και οι τεχνολογικές εξελίξεις των δεκαετιών εκείνων, κυρίως η ηλεκτρονική μουσική του Πιερ Σέφερ, και αργότερα του Φρανσουά Μπάιλ, που επέτρεψαν την εμβάθυνση του ηχητικού φαινομένου και διαμόρφωσαν περαιτέρω τα δρώμενα.

Από τις απαρχές του 21ου αιώνα, πολλοί μελετητές ισχυρίζονται ότι έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο δεύτερου μοντερνισμού, κατά τον οποίο προσπαθούμε να περισυλλέξουμε τα θραύσματα που άφησε ο μετα-μοντερνισμός και να μετατρέψουμε τις ψηφίδες αυτές σε καινούργιες ταυτότητες. Εδώ, η έννοια της ενσώματης μνήμης (embodiment) ως ατομική μνήμη είναι καθοριστική στην προσπάθεια αναθεμελίωσης μιας νέας ταυτότητας, σαν ένα μωσαϊκό αναμνήσεων: είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που παρατηρούμε έναν εντυπωσιακό πλουραλισμό από τη νέα γενιά συνθετών, οι οποίοι μέσα από τα έργα τους καταθέτουν τα δικά τους μωσαϊκά μνήμης. Σαφώς και ο ρόλος της τεχνολογίας είναι υψίστης σημασίας στις μέρες μας στη διαμόρφωση αυτών των θραυσμάτων μνήμης, και αυτό διαφαίνεται από την ηλεκτρονική μουσική που πλέον συνυπάρχει ευάρμοστα και δημιουργικά με τα ακουστικά όργανα.

Σε αντίθεση με το δυτικό ευρωπαϊκό έδαφος, στον ευρύτερο ελληνικό χώρο έχει διαπιστωθεί ωστόσο το εξής παράδοξο: ενώ ως λαός δεν φέρουμε τη μακραίωνη παράδοση λόγιας μουσικής, και ενώ η εξέλιξη της τέχνης ήταν κάθε άλλο από ομαλή, αρκετοί Έλληνες συνθέτες όχι απλά διακρίνονται αλλά καθορίζουν την πορεία της σύγχρονης μουσικής. Ο Ιάννης Ξενάκης μετουσίωσε την έννοια του ήχου σε συνάρτηση με τον χώρο, ενώ μέσα από την ιδιαιτερότητα της τεχνικής του Νίκου Σκαλκώτα, ο δωδεκαφθογγισμός γνώρισε την πιο μουσικογραφική έκφρασή του. Ο Γιάννης Χρήστου διάνοιξε τις πύλες συνύπαρξης του σύγχρονου ήχου με τη θεατρικότητα, και εάν δεν έφευγε νωρίς, ενδεχομένως η σύγχρονη μουσική να απογειωνόταν σε ασύλληπτα επίπεδα. Αλλά και πιο πρόσφατα, ο Γιώργος Απέργης έχει καταθέσει μια απαράμιλλα προσωπική γραφή, ειδικά όσον αφορά τη χρήση της ανθρώπινης φωνής, και ενέπνευσε με τη σειρά του πολλούς συνθέτες, νεότερους και μη. Τα παραδείγματα των νεαρότερων Ελλήνων συνθετών που διαπρέπουν είναι ακόμη περισσότερα, κάτι που μαρτυρά την ατέρμονη ροπή του Έλληνα για καλλιτεχνική καινοτομία.

Η πληθώρα νέων Ελλήνων συνθετών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξη της μουσικής παιδείας στον ελληνικό χώρο. Σπουδαίοι απόδημοι μουσικοί και καθηγητές επέστρεψαν στην πατρίδα τους και είχαν την ευκαιρία να μεταλαμπαδέψουν τις γνώσεις και το πάθος τους στη νέα γενιά. Οι νέοι μαθητές μουσικής έχουν έρθει σε επαφή με αμέτρητες ηχητικές επιλογές και ερεθίσματα, καθώς και ευκαιρίες, συναυλίες υψηλού επιπέδου και συνδιαλλαγές εμπειριών και πληροφοριών. Θεωρώ, ωστόσο, πως η μνήμη είναι που αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί την ειδοποιό διαφορά σε αυτό το όμορφο παράδοξο. Διότι η σύγχρονη συνθετική ταυτότητα των Ελλήνων έγκειται στη συνύπαρξη της μνήμης αυτής με τη δυτική μουσική τους εκπαίδευση.

Την τελευταία δεκαετία με απασχολεί έντονα η ιδέα της μνήμης υπό το πρίσμα αυτών των εννοιών –της προέλευσης, της αντιληπτικότητας, και εν γένει της ταυτότητας. Και ήταν αυτός ο προβληματισμός που με ώθησε να εξερευνήσω τον ρόλο της τελετουργίας ως σημείο αναφοράς και προσέγγισης μέσα από έναν κύκλο συνθέσεων, που ολοκληρώθηκε φέτος με το έργο μου Σεπτιφοβία (Septiphobie) για μεγάλο σύνολο οργάνων (πρώτη παγκόσμια εκτέλεση από το Ensemble Intercontemporain, Φιλαρμονική του Παρισιού, Μάρτιος 2022).

Μια κοινότητα που μοιράζεται την ίδια συλλογική μνήμη στοχεύει στη μέθεξη μέσα από μια τελετουργία –μέσα από μια διαδικασία εξομοίωσης των ατομικών εμπειριών σε ένα άχρονο υπερβατικό πεδίο. Εκεί, ξαναζωντανεύει τον πρωταρχικό της μύθο που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, και κουβαλά μέσα του τον πυρήνα και λόγο ύπαρξής της, όπως θα έλεγε ο Μίρτσεα Ελιάντε, χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως ήχους, εικόνες, κινήσεις και λέξεις. Σε προσωπικό επίπεδο, με ενδιαφέρει πρωτίστως η μετουσίωση αυτή να εκτυλίσσεται μέσα από την ίδια τη δομή του ήχου, και όχι παραστατικά: είναι τα όργανα που διενεργούν τη μέθεξη αυτή και όχι οι εκτελεστές, μέσω της χροιάς τους που μετουσιώνεται σε τέτοιο βαθμό, έτσι που ο πρωταρχικός μύθος συγκαλύπτεται ή αποκαλύπτεται. Αυτή τη συνθετική μου προσέγγιση την ονόμασα Sound Ritual (Ηχητική Τελετουργία), και στήριξα πάνω της ολόκληρη τη διδακτορική διατριβή μου. Πέρα από διάφορες τεχνικές στα κλασικά δυτικά όργανα, εξερεύνησα και παραδοσιακά, όπως το ούτι, το γιαϊλίταμπούρ, τη λύρα, τα οποία προσφέρουν ασύλληπτες ηχητικές δυνατότητες στη σύγχρονη μουσική. Εξερεύνησα επίσης ήχους της φύσης αλλά και τους ήχους του ανθρώπινου σώματος, όπως στο έργο μου Πνοή (Pnoé) για σύνολο δωματίου (πρώτη παγκόσμια εκτέλεση Ensemble Modern, Pharos Arts Foundation, Λευκωσία, Οκτώβριος 2018). Επί του παρόντος, επικεντρώνομαι σε ένα πειραματικό μουσικοθεατρικό έργο, κατά το οποίο το ηχητικό τελετουργικό της μνήμης θα προβάλλεται σκηνικά.

Είμαστε κληρονόμοι μιας τεράστιας παρακαταθήκης μέσα από τη γλώσσα, την αρχιτεκτονική, τη φιλοσοφία και εν γένει την παράδοσή μας, και αυτό επηρεάζει θεωρώ, εκούσια ή ακούσια, τη μουσική μας γλώσσα. Και ο λόγος είναι ότι όλα αυτά τα σημαινόμενα είναι ζωντανά ως τόποι μνήμης και ενεργοποιούν τις ενσώματες εμπειρίες μας, συμπράττοντας με την υπόστασή μας στο παρόν. Αυτή η σύγκλιση της παράδοσης με τη δυτική κλασική μουσική μου παιδεία είναι που καθόρισαν και το δικό μου συνθετικό ύφος.

Ιούλιος 2022

⸙⸙⸙

Ενδεικτικά έργα:

Septiphobie (2021) για μεγάλο σύνολο οργάνων

Ensemble intercontemporain, 2022, Παρίσι

Anapalmós (2020) για σόλο κλαρίνο 

Jérôme Comte, 2020, Γιορκ, Ηνωμένο Βασίλειο

Pnoé (2018) για σύνολο οργάνων

Cikada Ensemble, 2019, Όσλο, Νορβηγία

Archaic Spaces I (2016) για φωνητικό σύνολο

Neue Vokalsolisten, 2016, Κύπρος

Lamento turco (2007/17) για σόλο σοπράνο

Johanna Vargas, 2017, Στουτγκάρδη, Γερμανία 

«Όλων των λέξεων τα σπιτικά
κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία»
Κύλιση στην κορυφή