Τα γνωρίσματα του έργου του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου που κατέστησαν την περίπτωσή του μοναδική στα μεταπολεμικά μας γράμματα έχουν επισημανθεί πολλές φορές, και μάλιστα από νωρίς. Σταχυολογώ ορισμένα τους: ο οικονομημένος λόγος, τα ανεξίθρησκα ελληνικά, το πλάγιο χιούμορ, η γλυκιά και ουδέποτε γλυκερή νοσταλγία, η αντίστιξη παιγνιώδους τόνου και σκοτεινής πρώτης ύλης αντλημένης από τον ελληνικό 20ό αιώνα, η μελέτη της παράδοσης και η καλλιέργεια που δεν εκπίπτουν σε στόμφο αλλά είναι ραμμένες στη στόφα του κειμένου, καθώς και μια λεπτή ισορροπία μεταξύ ανασηκωμένου φρυδιού και τρυφερότητας για τα παρελθόντα. Το σύμπαν του ΗΧΠ είναι τόσο ιδιότυπο –από άποψη γλώσσας, βλέμματος και θεματικής–, που δυσκολεύομαι να δω επιγόνους ή άμεσους κληρονόμους. Η περίπτωσή του υπήρξε αυτοφυής και ιδιοσυγκρασιακή, και με αυτές τις ιδιότητες ως διαπιστευτήρια συνομίλησε με άλλες ανάλογες φωνές, λοξές και ακατάτακτες όπως η δική του: ο Καχτίτσης, ο Πετρόπουλος, ο Γονατάς, ο Παυλόπουλος, και βέβαια πρωτύτερα ο Εμπειρίκος – αυτό ήταν το οικοσύστημα του ΗΧΠ. Το έργο του, και δεν αναφέρομαι μόνο στα διηγήματά του αλλά και στα δοκίμια, την κριτικογραφία και τα βιβλία που επιμελήθηκε, θα παραμείνει για τους νεότερους ένα πλούσιο περιβόλι απ’ όπου μπορούν να δρέψουν ποικίλους καρπούς, αναλόγως της φύσης και των προτιμήσεων του καθενός. Όσον αφορά εμένα, η φροντίδα για τον τόνο και τον ρυθμό, η πύκνωση, το στοιχείο της εντοπιότητας και της ρίζας, ο διάλογος ευφρόσυνου και σκοτεινού, κυρίως όμως η απουσία σοβαροφάνειας και το πικρό γέλιο που αντηχεί στα ύφαλα του έργου του είναι ποιότητες που με γοήτευσαν. Ίσως, όμως, εκείνο που εκτίμησα περισσότερο να ήταν κάτι άλλο: η αθώα, αθόρυβη και γελαστή αφοσίωση και πίστη του στο εγχείρημα της λογοτεχνίας και της ενασχόλησης με την τέχνη και την αισθητική. Σ’ αυτή την ενασχόληση προσέδιδε ένα περιεχόμενο ηθικό. Ήταν ο τρόπος του να σχετίζεται με τα πράγματα, και την ακεραιότητα αυτού του σχετίζεσθαι τη διαφύλασσε. Το παράδειγμά του λείπει ήδη. Ευτυχώς, το διασώζει το έργο του.

