Μετάφραση: Ευσταθία Παλιοτζήκα
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ
Ο Ακουταγκάουα αυτοκτόνησε παίρνοντας υπερβολική δόση βαρβιτουρικών,
παρότι το αηδόνι που φτερούγιζε κάτω από τα βλέφαρά του
ακόμα ζει.
Είδαν τον Νερβάλ να περπατά μ’ έναν αστακό
με μια μπλε κορδέλα.
Το σώμα του βρέθηκε κρεμασμένο από ένα φανάρι.
Ο Χοσέ Α. Σίλβα πυροβολήθηκε μ’ ένα τριαντάφυλλο από θειάφι
αφού έφαγε για πρωινό μερικές σαρδέλες με αφρό ξυρίσματος.
Μετά την εκτέλεση του συζύγου της και αφού είδε την κόρη της
να θρηνεί σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης,
η Τσβετάγιεβα στραγγαλίστηκε με μια ορχιδέα.
Η σφαίρα που σκότωσε τον Μαγιακόφσκι ήδη έχει επιστρέψει στη γη.
Η Σύλβια Πλαθ έβαλε το κεφάλι της στα μικροκύματα
για να το βγάλει κάτω απ’ το νερό.
Από την Αν Σέξτον δεν έμειναν ούτε τα οστά:
αν κανείς ανοίξει τον τάφο της
θα δει πως είναι γεμάτος σαπουνόφουσκες.
Ο Τσέλαν ρίχτηκε στον Σηκουάνα αφού ανακάλυψε πως είναι ένας ποιητής
και όχι μια μελαγχολική σαλαμάνδρα.
Ο Γουατανάμπε θάφτηκε με όλα του τα υπάρχοντα
κάτω από μια κερασιά.
Δεν αυτοκτόνησε,
αλλά ο φοβισμένος αλιγάτορας που κοιμόταν πλάι του
απόψε κοιμάται μαζί μου.
Τώρα καταλαβαίνω γιατί ο Θεός
αρνήθηκε να είναι πανταχού παρόν.
ΑΛΙΕΙΑ ΓΑΥΡΟΥ ΜΕ ΓΡΙ ΓΡΙ
«Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, οι ψυχές μυρίζονται το άγνωστο»
σου είπε το αφεντικό,
αφού σε έστειλε να καθαρίσεις τα δίχτυα.
Κάνεις πως τα χέρια σου είναι φτερά πελεκάνου
και αφαιρείς –ένα προς ένα– τα μικρά ψάρια που κλαίνε
κι αστράφτουν, από τα μέσα σου.
Είσαι επίσης ένα μοναχικό κοπάδι που φεύγει,
παρόλο που ούτε οι γηραιότεροι ναυτικοί
ούτε η φάλαινα που ζητιανεύει στην πλώρη του πλοίου
είναι σε θέση να μυρίσουν ή να δουν το φως σου.
Δεν είσαι κάτι πέρα από ακόμα ένα φτωχό παιδί που κερδίζει το ψωμί του.
Στο μεταξύ καθαρίζεις το δίχτυ,
θυμάσαι τις λέξεις της μητέρας σου: «Η διαμελισμένη ψυχή των γαύρων
κρύβεται στ’ αμπάρια από τις βάρκες, γιοκα μ’».
Το δίχτυ είναι έτοιμο: μαζεύεις τα φτερά σου και φωνάζεις το αφεντικό,
που διατάζει να το ρίξετε στη θάλασσα που ανθίζει.
Την αυγή, το σηκώνουν όπως το μαντίλι της Ανδρομέδας,
αλλά εκείνη, που βλέπει μέσα από τη μητέρα σου, δεν σε βλέπει:
το πόδι πελεκάνου σου έχει μπλεχτεί
και σε ρίχνουν
στο νερό.
Το φως σου φωτίζει τους σκελετούς των φαλαινών
με φόντο τη θάλασσα.
Ένα από τα ψάρια που έκλαιγαν σε κοιτάζει,
ήδη διαλυμένο, από τα μέσα μου.
Πιστεύεις πως έτσι είναι ο θάνατος
μέχρι να σου πετάξουν ένα σκοινί που το φτάνεις.
Γυρίζεις να το πιάσεις και το κοιτάζεις στα μάτια,
τα σαγόνια του ζώου ανοίγουν τόσο
που θα μπορούσαν να δαγκώσουν τον ήλιο:
ένα τεράστιο θαλάσσιο λιοντάρι καταπίνει τα ψάρια
που πιάστηκαν στο δίχτυ.
Σε βγάζουν από το νερό σαν ένα ράκος
και με το ζόρι μπορείς να μιλήσεις.
Η ψυχή σου περιπλανιόταν για χρόνια στο αμπάρι της βάρκας,
ψάχνοντάς σε σαν λαγωνικό.
μέχρι που μια μέρα άνοιξες τα μάτια
κι έγινες ο πατέρας μου.
ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΕΠΟΙΚΩΝ
(Οξαπάμπα, 25 Απριλίου 2019)
Οι Γιανέσα λένε πως
«για να ονειρευτεί με επιτυχία, ο τυφλοπόντικας
ξαπλώνει κοιτάζοντας τον ουρανό». Δεν ξέρω αν το πιστεύουν.
Περάσαμε ώρες με τα πλευρά δεμένα.
Έχουμε φάει όλη τη μέρα ψάχνοντάς το, ναι,
το αρχαίο κοιμητήριο που, όπως φαίνεται, πρόκειται να συρθεί
προς τα εκεί αυτό που αστράφτει.
Επιπλέον ο καπνός σέρνεται σαν την πολιτοφυλακή.
Ο σοφέρ που μας πηγαίνει δεν αφήνει να ανάψουμε τσιγάρα.
Δεν λέω τίποτα.
(Ξέρω πως η Θεία Μαρία κάπνιζε μέχρι τα 99 της χρόνια
και πέθανε επειδή της το είπε ο γιατρός.
Δεν της είπε να πεθάνει, όχι, της είπε να κόψει το κάπνισμα.)
Τελικά το βλέπουμε, λαμποκοπούν οι ταφόπλακες σαν ράμματα.
Μπαίνουμε μέσα από τον φράχτη με τα αγκάθια που κρατά μακριά τις αγελάδες.
«Ναι, αυτό είναι», λέει ο σωφέρ,
με μια γόπα ανάμεσα στα δόντια.
Τραβάει ένα μαχαίρι και ξύνει τα βρύα σε μία από τις πλάκες.
Εσύ, στα γόνατα, μου δείχνεις μια φωτογραφία σέπια.
Μερικές ρίζες καφέ βλασταίνουν στο στήθος της νεκρής.
«Αυτή είναι», λες, μόλις το όνομά της εμφανίζεται πάνω στην πέτρα:
Böttger, η έποικος, η πρόγονος αστέρι.
Ένας σταυρός κείται στο χώμα, έχει χάσει όλες του τις φολίδες.
Αυτός τις μαζεύει
και διώχνει μια σαύρα.
Τα μουγκανητά απ’ τις αγελάδες αστράφτουν στο μαχαίρι του,
αλλά πια δεν υπάρχουν αγελάδες, υπάρχουν τάφοι.
Πιστεύω πως έχουν μαζέψει τόση βροχή μέσα στα σώματά τους
που μπαίνουν και βγαίνουν όποτε θέλουν στον θάνατο.
Την είδα. Δεν θέλω να σε τρομάξω, αλλά την είδα.
Σε κοίταζε κρυμμένη πίσω από μια ρίζα κακάο.
Έμοιαζε στη γιαγιά σου: μισή Γιανέσα, μισή λάμψη.
Με είδε κι έδειξε μια ταφόπλακα:
δεν ήθελα να διαβάσω το όνομά μου.
Ξέρω πως κάτω από τη γη
θα είμαι αυτή η σαύρα
που γυρίζει σπίτι.
ΜΕΡΙΚΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥΛΙΑ ΠΟΥ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΝΤΡΕΣ
Υπάρχει ένας γείτονας που μαζεύει τα σκουπίδια την αυγή.
Δεν ξυπνάω από τον ήχο των βημάτων του,
αλλά από το βάρος του κενού του
(που κάνει το ψεύτικο παρκέ από ξύλο οξιάς να τρίζει).
Προτού βγει, σηκώνει τη σακούλα με τα σκουπίδια,
όπως μερικές φορές σηκώνουν άλλοι αυτό που δεν είμαστε πια.
Κατεβαίνει τις σκάλες, τρεκλίζοντας, σαν ένας τυφλός πιγκουίνος.
Υπολείμματα ψαριών αρχίζουν να αποσυντίθενται μέσα στη σακούλα.
Οι γείτονες το ξέρουμε,
όπως ξέρουμε πώς ζέχνει η απουσία
(ή τα έτοιμα γεύματα του σούπερ μάρκετ).
Οι αδέσποτοι γάτοι τον ξέρουν καλύτερα
από την υπάλληλο των κοινωνικών υπηρεσιών,
κι έτσι τον αφήνουν να πλησιάσει.
Σηκώνομαι, έχω όρεξη να του μπήξω ένα αστέρι στην καρδιά.
Ανοίγω το παράθυρο και βλέπω πως προσπαθεί να μπει από μόνος του
μέσα στον κάδο σκουπιδιών.
Δεν μπορεί. Τα φτερά του έχουν φρακάρει. Βογκάει.
Του φωνάζω κάτι όπως «Πάψε πια να παίζεις με τη ζωή μας!».
Αρχικά σηκώνει το βλέμμα, έκπληκτος,
μου δείχνει το αστέρι που έχω καρφωμένο στην καρδιά
και απογειώνεται.
Είναι αυτό που κόντεψα να γίνω, αναζητώντας με.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΤΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΟΥΝ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΚΑΤΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΑΤΟΜΑ
Όπως ένας σκαντζόχοιρος που προσπαθεί, μάταια,
να αγκαλιάσει έναν άλλον χωρίς να πονέσει,
έτσι κυλούσε η μοναξιά του Μιγκέλ ανάμεσα στα δέντρα.
(Ο «Λούκας», ο καλύτερός του φίλος, κάπνιζε κεταμίνες
και έμοιαζε με τσακισμένο άγγελο.)
Εγώ ήμουν εννέα χρόνων, τόσα
όσα η μηχανή του Χίλμαν είχε μείνει χωρίς επισκευή.
Κάποια στιγμή, ο πατέρας μου κι εγώ
θάψαμε ένα μικρό κοτοπουλάκι
που, χωρίς να το θέλω, πάτησα στην κουζίνα.
Το είχα ανταλλάξει με μερικά κρυστάλλινα μπουκάλια.
Ένας άντρας τα προσέφερε
ενώ έσπρωχνε ένα τρίκυκλο γεμάτο με παλιοσίδερα
και ξόρκια.
Ποτέ δεν με μάλωσαν γι’ αυτόν τον μικρό θάνατο.
Ο θάνατος, όπως κάθε πληγή, είναι ένα ατύχημα,
είναι σαν να σκοντάφτεις σε ένα δάκρυ του Αδάμ, μου είπαν.
Σήμερα ο πατέρας μου είναι πιο νέος από μένα.
Ακόμα πιο νέος και από τον γιό που ποτέ δεν θ’ αποκτήσω
και ακόμα θυμάται όταν θάψαμε εκείνο το ζωάκι
που έμοιαζε να στριγγλίζει από τον πόνο στον λαιμό μου.
Αυτή τη νύχτα, αφού έπεσα στο κρεβάτι,
πήγα στον κήπο του σπιτιού.
Γονάτισα και άρχισα να σκάβω το χώμα.
Νιώθω ότι η καρδιά του μικρού νεκρού πουλιού
ακόμα χτυπά.
Έσκαψα κι έσκαψα
ώσπου βρήκα σκελετούς άλλων ζώων,
μπουκάλια γάλα,
γράμματα της μητέρας μου αδιάβαστα.
Το σκάψιμο είναι σαν να θέλεις να γεμίσεις ένα κενό με περισσότερο κενό.
Και τότε, κάτω από δάκρυα,
στεγνά σαν διαμάντια,
βλέπω επιτέλους το ετοιμοθάνατο κοτόπουλο.
Με αναγνωρίζει.
Είναι ακόμα εκεί, κελαηδάει με τα φτερά τσακισμένα, αλλά ζωντανό,
όπως η μοναξιά του «Λούκας»
καπνίζοντας τσιγάρα ανάμεσα στα δέντρα.
ΔΥΟ ΕΚΔΟΧΕΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΙΜΠΟΡΣΚΑ
Το φεγγάρι είναι η πυξίδα των αποπροσανατολισμένων τρένων
σκέφτομαι ανεβαίνοντας στο βαγόνι –ακόμη και τη νύχτα–,
σαν ένας ιππόκαμπος που, με τη θέλησή του,
μπαίνει σ’ ένα ενυδρείο.
Δίπλα μου,
μία γυναίκα-ιππόκαμπος ταξιδεύει απορροφημένη στο κινητό της.
Σ’ αυτό, οι γλώσσες ρέουν,
τα ξεκαρδιστικά γέλια
κάποιου που έχει φτιάξει ένα βίντεο
μ’ ένα μπουλντόγκ που ξέρει να οδηγεί πατίνι.
Διαβάζω τη Σιμπόρσκα
και είναι σαν μια αθάνατη μέδουσα
να διαβάζει την τύχη μου.
(Όπως το ʼλεγε η γιαγιά μου:
περισσότερο από το να μας θυμίζει κάτι,
η μνήμη μας λέει τα χαρτιά.)
Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ
είναι η δεύτερη φορά που διαβάζω αυτό το ποίημα
και είναι δυο ποιήματα εντελώς διαφορετικά.
Στην πρώτη εκδοχή,
η Βισουάβα μάζευε τα θραύσματα
μιας βόμβας που έσκασε σ’ ένα γηροκομείο.
Στη δεύτερη εκδοχή,
μια γυναίκα ετοίμαζε μια τάρτα σύκων
για το φάντασμα του συζύγου της.
Και οι δύο εκδοχές είναι λάθος, υποθέτω.
«Η αλήθεια» δεν είναι κάτι περισσότερο από έναν αχινό
που επιπλέει κοντά σε μια σαπουνόφουσκα.
Αρχίζω να ενοχλούμαι από τον θόρυβο των βίντεο.
Κοιτάζω τη γυναίκα που, αντί να βρίσκεται κοντά μου,
απομακρύνεται κάθε φορά περισσότερο.
Ακόμη και η εικόνα μου,
που αντανακλάται στο παράθυρο του τρένου, απομακρύνεται,
μέχρι που μένω μόνος,
χωρίς εικόνα, χωρίς τρένο, χωρίς χρόνο. Χωρίς εμένα.
Η Βισουάβα θα έλεγε πως και το ποίημα
ζει σε αυτό το κενό που φωτίζει,
σε αυτό το τίποτα που τα περιέχει όλα.
Είναι τα βιβλία, τότε, αυτά που μας γυρίζουν σελίδα;
ΤΟ ΡΑΣΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ
Το ποίημα, στα περιθώρια, τριγυρίζει λέξεις
γύρω απ’ τις οποίες συναντά εκείνες που λέει.
Και δεν χρειάζεται να τις προφέρει, τις αναφέρει.
Είπε «σφαίρα φωτιάς» ή «δέσμη φωτός»
ο πρώτος σάπιενς που είδε κομήτη;
Είμαι σίγουρος πως σκέφτηκε λέξεις,
τις κοσκίνισε στο δίχτυ που ονομάζουμε συνείδηση,
ίσως μουρμούρισε κάτι που έμοιαζε με τη λέξη «κομήτης».
Ποτέ δεν θα το μάθουμε.
Οι τελευταίες λέξεις που μου είπε ο πατέρας μου
ήταν «γεια σου, μπαμπά».
Χαμογελούσε, σαν αδύναμη βροχή.
Θα μπορούσε να με έχει αποκαλέσει με το όνομά μου,
με αυτή τη λέξη που με προσδιορίζει,
αλλά δεν το έκανε.
Ο πρώτος σάπιενς που είδε έναν κομήτη
ενδεχομένως να βρισκόταν στην όχθη ενός ποταμού, πίνοντας,
βλέποντας το ανθρωποειδές πρόσωπό του μέσα στο νερό
πιστεύοντας πως θα ήταν αιώνιο,
μέχρι που είδε τον κομήτη να έρχεται.
Το ποίημα είναι το νερό που μας φέρνει την αντανάκλαση
αυτού που πιστεύουμε ότι είμαστε;
Έτσι όπως το ράσο δεν κάνει τον μοναχό,
ο γιος δεν κάνει τον πατέρα
μέχρι που εκείνος μας αποκαλεί με το όνομά του.
ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ
Λένε πως οι λέξεις είναι τα ράμματα της σιωπής.
Αλλά οι λέξεις σε αυτό το ποίημα,
είναι στην πραγματικότητα σαν μπαλόνια με ήλιο που πρέπει να δέσω στη λευκή σελίδα
για να μην το σκάσουν,
παρότι η φυγή, σε τελική ανάλυση, είναι για ένα ποίημα
ο μοναδικός τρόπος να μιλήσει γι’ αυτό που πια δεν υπάρχει
(το οποίο είναι το μοναδικό μου μας ανήκει).
Συνεπώς η ποίηση σηκώνει την άγκυρα στις προπαροξύτονες νύχτες σου
και ξεδιπλώνει τα πανιά που θα τη μεταφέρουν μέχρι το νερό του βλέμματός σου,
φυσικά, αν έχεις τη διάθεση ή σου κάνει όρεξη να διαβάσεις αυτό το ποίημα,
που είναι σαν παρτιτούρα για ένα ξεκούρδιστο ακορντεόν.
Αυτό δεν είναι και τόσο σοβαρό,
δεν υπάρχει τίποτα ακαδημαϊκό στο να περνάς το πρωινό
φτιάχνοντας κάστρα από λέξεις
που είναι λιγότερο ποιητικές από ιατρικά φυλλάδια,
αλλά είναι καιρός να μάθεις πως η ζωή ενός ποιήματος
είναι τόσο σύντομη όσο το χαμόγελο ενός ζητιάνου που κατηγορείται πως είναι φτωχός.
Αλλά πίσω στο ποίημα
που μόλις έφτασε στο λιμάνι του βλέμματός σου.
Γνωρίζεις καλά πως από τη στιγμή που θα αρχίσεις να το διαβάζεις,
το ποίημα θα αρχίσει να τρώει τα ψίχουλα της ζωής σου
και θα επιβιβαστεί στο ταξί όλης σου της θλίψης,
το οποίο, φυσικά, ξέρει απ’ έξω τη διεύθυνσή σου.
Αφήνεις το βιβλίο πάνω στο τραπέζι και ψάχνεις κάτι να φας:
κινέζικη στιγμιαία σούπα για δείπνο.
Ο πρωινός καφές ακόμη λάμπει πάνω στο τραπέζι
σαν μικρή πετρελαιοπηγή.
Πλησιάζεις στο παράθυρο.
Στην άλλη μεριά του δρόμου σου,
εκατοντάδες αστέρια κυλούν στη βροχή
ως το βλέμμα διάφορων προσφύγων που οδηγούνται
μέσα σε ένα τεράστιο λάστιχο.
Αλλά κανείς δεν τους βλέπει, ούτε τους ακούει.
Οι φάροι δεν τους φωτίζουν.
Τα θαλάσσια αγάλματα δεν χύνουν τα δάκρυά τους γι’ αυτούς που δεν έχουν χαρτιά.
Μόνο τα ψάρια,
που κολυμπούν ανάμεσα στα απορρίμματά μας,
θρηνούν σιωπηλά την ένδεια της ανθρώπινης καρδιάς.
Σε λίγο, οι μετανάστες φτάνουν στην παραλία
αφυδατωμένοι και πεινασμένοι.
Οι εργαζόμενοι των ΜΚΟ τους τυλίγουν με αλουμινόχαρτο
για να ξεπαγώσουν τα δάκρυά τους.
Απ’ όταν ακούνε το κλάμα των ψαριών, οι αστυνομικοί δεν τους δέρνουν πια.
Η κινέζικη στιγμιαία σούπα αποδείχθηκε απαίσια.
Κάνεις ένα ζεστό ντους, ντύνεσαι βιαστικά
γιατί έχεις να βρεθείς μ’ έναν άλλο μονήρη.
Τη στιγμή που βγαίνεις από το σπίτι
ένα περιστέρι στο μέγεθος του φεγγαριού σε κουτσουλάει στο κεφάλι.
Αυτό το ποίημα δεν είναι η ιστορία μιας ελληνικής τραγωδίας,
αλλά το πρώτο που σκέφτεσαι
είναι πως ο Αισχύλος πέθανε
όταν έπεσε στο κεφάλι του μια χελώνα
που γλίστρησε απ’ τα νύχια ενός γυπαετού.
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΓΙΑΤΙ ΜΕΡΙΚΟΙ ΓΚΑΝΓΚΣΤΕΡ ΑΠΑΓΑΓΟΥΝ ΦΑΛΑΙΝΕΣ
Είναι η ώρα του πρωινού και ο Μπαλάμ Ροντρίγκο κι εγώ
τρώμε μια νεροποντή σαν κάποιος να μας μαστιγώνει.
Δεν σταματά να βρέχει
και ένας σκύλος ζαποτέκ μας οδηγεί μέσα στο ρύγχος ενός τρένου γεμάτου Σαλβαδοριανούς.
Δεν μιλάμε.
Η σιωπή τραντάζει τα κλαδιά της, λες και είναι δέντρο
που μόλις χτυπήθηκε στην προσπάθεια υπέρβασης ενός εμπόδιου ιππασίας.
Καθώς κουνιέται, το δέντρο μας γεμίζει δροσιά
και κάνει διάφορα ψάρια να πέσουν πάνω στους αχνιστούς καφέδες μας.
Τον πλησιάζω για να ζητήσει φωτιά, παρότι ξέρω πως δεν καπνίζει.
Ο Μπαλάμ χαμογελάει και βγάζει από την τσέπη του έναν αστερία
που μεταναστεύει κάθε μέρα από τη μια τσέπη στην άλλη, από το ένα κενό στο άλλο (για να επισκευαστεί).
Ο πατέρας του τού τον χάρισε σε μια προηγούμενη ζωή,
όταν ακόμα τα κέτσαλ μπορούσαν να μιλήσουν.
Ο Μπαλάμ βάζει τον αστερία στα χέρια μου
και ένα νέο τρένο γεμάτο Σαλβαδοριανούς διασχίζει αυτό το κρύο πρωινό.
Ο Μπαλάμ λέει πως έπαιζε ποδόσφαιρο ντυμένος σαν φραγκισκανός μοναχός
και πως, στην Τσιάπας, οι συμμορίες απαγάγουν τις φάλαινες
για να τους μάθουν να περνάνε τα σύνορα με το στομάχι γεμάτο κρακ.
Όχι πολύ μακριά από εμάς,
η Μάρα Σαλβατρούτσα μόλις απήγαγε μια άλλη φάλαινα από την Κεντρική Αμερική.
Το ξέρουμε από τον τρόπο που τρέμουν τα ψάρια –φοβισμένα–
μέσα στα ποτήρια μιας χρήσης του καφέ μας.
Δύο αστυνομικοί που μας άκουσαν να μιλάμε μας λένε πως οι μετανάστες
γεννήθηκαν από τη σπονδυλική στήλη ενός σκύλου ζάποτεκ
και όχι από τα δάκρυα των φαλαινών.
Ο Μπαλάμ τους χαμογελάει γιατί πιστεύει πως οι χώρες
δεν είναι παρά πουλιά που μεταναστεύουν από καταβολής κόσμου.
Ο Μπαλάμ νομίζει πως κι εγώ χαμογελώ με τα αποδημητικά πουλιά
και πως δεν πιστεύω πως κάποιες φάλαινες κοιμούνται όρθιες.
Με πλησιάζει και μου ζητάει να κλείσω τα μάτια.
Την ίδια στιγμή μεταφερόμαστε στο Τεκούν Ουμάν της Γουατεμάλας
επιχειρώντας να διασχίσουμε τον ποταμό Σουτσιάτε.
Η καρδιά μου είναι ένας αστερίας που πλέει μακριά μου.
Κολυμπάω για να την πιάσω και, χωρίς να το καταλάβω, φτάνουμε στην άλλη πλευρά του συνόρου.
Μια φάλαινα με φυσητήρα που με βλέπει πιστεύει πως είμαι ένα ψάρι που κλαίει.
Δεν κλαίω, αλλά ίσως και να είναι αλήθεια πως είμαι ένα ψάρι.
Όταν φτάνω στην ακτή κάποιος με σημαδεύει με το όπλο του και πυροβολεί
γιατί δεν έχω αμερικάνικα δολάρια.
Ο Μπάλαμ πιάνει τη σφαίρα στον αέρα και αυτή μεταμορφώνεται σ’ ένα βελούδινο κέτσαλ.
Όταν μου το δείχνει ανοίγω τα μάτια.
Τότε βλέπω πως ο Μπαλάμ Ροδρίγο στέκεται μακριά,
κοιτώντας το κενό που μας χωρίζει.
Ακόμα δεν έχουμε τελειώσει το πρωινό μας
ούτε έχουμε ανταλλάξει μια κουβέντα.
Δεν ξέρει ποιος είμαι
(ούτε εγώ ξέρω ποιος είμαι).
Στην πραγματικότητα, πάνε αιώνες που πεθαίνουμε και οι δυο
γιατί συνεχίζουν να σκοτώνουν τους αδέσποτους σκύλους
με δηλητήριο για αστερίες.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ (ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ) ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΨΕΙ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ
Μια πολιτική πράξη εγκαταλείπει ένα φαρμακείο
όπου μια φτωχή γριά έχει κλείσει ραντεβού μ’ αυτό το ποίημα.
Δεν είμαι εγώ αυτό που βλέπει τη γριά να πιάνεται από τη βροχή για να καθίσει,
αλλά ένας πελεκάνος.
Ο πελεκάνος είναι ένα ον του αέρα.
Αυτό το γνωρίζουμε γιατί ο αέρας διασχίζει χωράφια με ηλιοτρόπια.
Γιατί 15.000 λίτρα αέρα
μπαίνουν στα πνευμόνια ενός γορίλα ημερησίως.
Συνεπώς αντιλαμβανόμαστε πως ο αέρας υπάρχει
επειδή γνωρίζουμε ότι οι γορίλες υπάρχουν.
Στο φαρμακείο, συνιστούν στη γριά να προσέχει το ζάχαρο.
Το ποιητικό γεγονός βάζει τα γυαλιά πρεσβυωπίας
και αφήνει τον πελεκάνο και τη γριά να μιλήσουν για τις παθήσεις τους.
Όλα μπορούν να αντιμετωπιστούν με παρακεταμόλη.
Το ποιητικό γεγονός κατεβαίνει στον σταθμό του μετρό.
Μπαίνει δίχως να πληρώσει, όπως είναι λογικό.
Ένας ζητιάνος του ζητάει χρήματα.
«Αλλά τα χρήματα εξυπηρετούν στο να γίνουμε φτωχότεροι»,
του λέει το ποιητικό γεγονός.
Έτσι ρίχνει ένα νόμισμα
σαν καυτό κρόκο αυγού.
Ο περιπλανώμενος το φυλάει
σε μια απ’ τις πτυχές της καρδιάς του.
Δυο κοπέλες
μιλάνε για μια λιβελούλα που πιστεύω ότι είμαι εγώ.
Είμαι εγώ ή η αναπαράστασή μου; Τι στο διάολο σημαίνει να είμαι εγώ;
Οι δύο κοπέλες γελάνε γιατί τους σχεδίασα έναν χάρτη στο χέρι.
Ψάχνουν ένα μέρος όπου «αγοράζεις».
Πρέπει να έχω τη φάτσα ενός λατινοαμερικάνου «έμπορου».
Καθώς περιμένω το τρένο δεν μπορώ να σταματήσω να κοιτάζω το γαμημένο τηλέφωνο.
Όπως όλα τα φαντάσματα
που πάμε στη δουλειά ντυμένοι σαν μολυβένια στρατιωτάκια.
Δεν ξέρουμε πώς να χρησιμοποιήσουμε μία σφεντόνα
και πιστεύουμε ότι κάνουμε αυτό που πρέπει
για να κερδίσουμε το φαΐ μας.
Το μετρό είναι γεμάτο «μαύρους» που πουλάνε τσάντες απομιμήσεις.
Τους κοιτάζω. Το ίδιο κι έναν αστυνομικό που φτύνει πάνω στις ράγες.
Αυτή η μέρα δεν υπήρξε.
Ούτε το φαρμακείο, ούτε ο άστεγος, ούτε τα δύο κορίτσια λιβελούλες.
Το ποιητικό γεγονός γυρίζει στο σπίτι, παραιτημένο,
ντυμένο όπως κι εγώ:
ένα γαμημένο μολυβένιο στρατιωτάκι.
Άλλη μια νύχτα που πάει για ύπνο χωρίς να έχει γράψει ένα ποίημα.
ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΤΙ
Όταν το αεροπλάνο συνετρίβη,
εγώ ακόμα δεν είχα καθορισμένη ζωή.
Ήμουν απλά η λάμψη
από ένα σωρό ιδέες του παππού μου
στρωμένες σαν φρέσκο χιόνι.
Λυπάμαι, έλεγα πως εκείνη τη στιγμή
ήμουν ένα σωρό ιδέες,
αλλά δεν είναι αλήθεια.
Παρόλο που δεν υπήρχα, θυμάμαι τη λάμψη του μαχαιριού
που έκοψε τον ομφάλιο λώρο που με ένωνε με τη μητέρα μου
και το μόνο που κατάφερε ήταν τα φαντάσματά της
να μη γίνουν δικά μου φαντάσματα.
Που σημαίνει, η μη ύπαρξη δεν σημαίνει μη μνήμη.
Ο παππούς μου είχε δίκιο:
η ζωή είναι ένας νέος άπειρος πιλότος που διασχίζει μ’ ένα μικρό αεροπλάνο
μια χιονοθύελλα.
Όταν το κατάλαβα, πέρασα από ένα άυλο πλάσμα
έγινα ένα σπονδυλωτό ζώο,
όπως ο Ρίτσι Βάλενς,
που μόλις είχε αρχίσει να μεγαλώνει όταν πέθανε.
Όταν πεθάναμε.
Τη νύχτα του ατυχήματος, ο Ρίτσι
κέρδισε μια θέση στο αεροπλάνο που συνετρίβη
παίζοντας «κορώνα-γράμματα» μ’ έναν άλλο μουσικό
που δεν θέλει να εμφανιστεί σ’ αυτό το ποίημα
και το κατανοώ.
Ούτε κι εγώ θα ήθελα να εμφανίζομαι σ’ αυτό το ποίημα.
Τι θα είχε συμβεί στη ζωή της μητέρας μου
αν η μητέρα μου ήταν ένας σωρός από ιδέες
κι όχι το τελευταίο αστέρι που είδε ο Ρίτσι Βάλενς
μετά τη συντριβή.
Τι θα είχε συμβεί στη ζωή μου
αν ήταν δική μου και όχι ένα αεροπλάνο που συνετρίβη
στη μνήμη του παππού μου.
ΜΙΑ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ
Ξυπνάς,
τα δέντρα ακόμη κουβαλούν πουλιά στις μακρινές νυχτερινές τους εξορμήσεις
κι εσύ πρέπει να τρέξεις στο ντους για να ξεκινήσεις μια νέα μέρα.
Βγαίνεις στον δρόμο και πας να βρεις έναν καφέ latte,
το χαμόγελο της σερβιτόρας σου θυμίζει
ότι οι άγγελοι δεν είναι αξιόπιστοι
γιατί είναι οι γραφειοκράτες του ουρανού.
Πληρώνεις, κατά λάθος, με ξένο νόμισμα.
Τα κουβαλάς πάνω σου γιατί είναι σαν γραμματόσημα από χώρες που πια δεν υπάρχουν.
Ζητάς συγγνώμη και βγαίνεις από το μπαρ μ’ ένα σμήνος πουλιών στον λαιμό σου.
Βρέχει, αλλά δεν θέλεις να ανοίξεις την ομπρέλα
γιατί ξέρεις ότι όταν βρέχει είναι επειδή ο Θεός κάνει ντους
σύμφωνα με όσα σου είπε μια φορά μια πολύ μεθυσμένη κοπέλα σ’ ένα μπαρ.
Όταν μπαίνεις στον σταθμό,
παρατηρείς ότι τα φτερά των ανθρώπων τσουγκρίζουν το ένα με τ’ άλλο,
αλλά εσύ δεν έχεις φτερά
αλλά έναν καφέ latte που καίει τα χείλη σου.
Τρία λεπτά και τριάντα δευτερόλεπτα για το επόμενο τρένο
και στη δωρεάν εφημερίδα του μετρό διαβάζεις
πως «η απλοποίηση των απολύσεων θα δημιουργήσει περισσότερες θέσεις εργασίας»,
σύμφωνα μ’ έναν πολιτικό που αστειεύεται.
Τώρα μόνο τριάντα δευτερόλεπτα, τώρα το μετρό πλησιάζει,
όπως σε πλησιάζει το παρελθόν για να σου ψιθυρίσει
πως τα δάκρυα δεν έχουν μνήμη.
Καθώς ανεβαίνεις, βλέπεις τρεις μουσικούς που μιλάνε μια διάλεκτο που δεν καταλαβαίνεις.
Φαντάζεσαι λοιπόν πως, όπως εσύ, είναι ψάρια
και πως, ως τέτοια, αφήνουν τα λέπια τους σκορπισμένα στον αέρα
ενώ παίζουν τα ακορντεόν τους
(που στην πραγματικότητα είναι μεγάλα θαλάσσια κοχύλια).
Σύντομα ανακαλύπτεις ότι ένα κομμάτι σου
δεν ανέβηκε ποτέ στο τρένο
και πως αυτό που έμεινε μαζί σου συνεχίζει να είναι φοβισμένο
ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου που φλέγεται και κρατάς κάτω από το μπράτσο σου.
Φτάνεις στη δουλειά
ανάβεις τον υπολογιστή και ανοίγεις την ομπρέλα
γιατί σε ακολουθεί ένα σύννεφο σαν προμήνυμα
πως θα περάσεις χρόνια πληρώνοντας την καρδιά σου σε δόσεις.
Κοιτάς μέσα απ’ το παράθυρο,
δυο γλάροι μοιράζονται ένα κομμάτι πίτσα που έπεσε από ένα παιδί
(το οποίο είσαι εσύ σε μια χώρα που πια δεν υπάρχει).
Δευτερόλεπτα μετά, οι γλάροι πετούν
προς αντίθετες κατευθύνσεις.
Χαμογελάς,
γιατί ξέρεις καλά
πως κανένα πουλί δεν ζει κλεισμένο στη μοναξιά ενός άλλου πουλιού.
Έτσι είναι τα παράδοξα της Δευτέρας,
λες και είναι δύο που υπάρχουν μονάχα όταν απομακρύνονται.
⸙⸙⸙
[O Περουβιανός ποιητής Nilton Santiago (Λίμα, 1979) συμμετείχε στο 11ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών (2025).]

