Συνήθεις είναι οι αντιμαχίες (για να μη γράψω «σκυλοκαβγάδες») μεταξύ συγγραφέων διασήμων μυθιστορημάτων και σκηνοθετών που μετέφεραν τέτοια έργα στη μεγάλη οθόνη. Θυμάμαι ότι είχα παρακολουθήσει με μεγάλο ενδιαφέρον στα τέλη της δεκαετίας του ’70 το σήριαλ των αντεγκλήσεων ανάμεσα στον Φόλκερ Σλέντορφ και στον Γκύντερ Γκρας γύρω από το Ταμπούρλο. Ο Σλέντρορφ είχε γυρίσει σε ταινία το εμβληματικό μυθιστόρημα του Γκρας, αλλά ο συγγραφέας είχε θεωρήσει ότι στα χέρια του σκηνοθέτη είχε προδοθεί τελείως το πνεύμα του έργου του. Μολονότι η ταινία βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα και με το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, η γνώμη του Γκρας δεν μεταβλήθηκε.
Την τελευταία χρονιά καταπιάστικα με τη μετάφραση του μνημειώδους έργου του Τζόρτζιο Μπασάνι Το μυθιστόρημα της Φεράρας, που αποτελείται από έξι μέρη –θα κυκλοφορήσει το 2021 από τον Gutenberg. Το τρίτο μέρος του καταλαμβάνεται από τον «Κήπο των Φίντζι-Κοντίνι», έργο του 1962, βραβευμένο με το κορυφαίο ιταλικό βραβείο Βιαρέτζιο. Το 1970 ο Βιτόριο ντε Σίκα γύρισε σε ταινία τον Κήπο των Φίντζι-Κοντίνι (με τους Λίνο Καπολίκιο, Ντομινίκ Σαντά και Χέλμουτ Μπέργκερ στους πρώτους ρόλους), ταινία που βραβεύτηκε με τη Χρυσή Άρκτο και το Βραβείο Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.
Στη δεύτερη περίπτωση ο Μπασάνι είχε συνεργαστεί στη συγγραφή του σεναρίου με τον Ντε Σίκα, αλλά…
Αλλά ας πάρουμε καλύτερα τα πράγματα με τη σειρά. Είναι δυνατόν ένα μυθιστόρημα και μια κινηματογραφική ταινία να μοιράζονται τα ίδια μέσα, όταν περιγράφουν το ίδιο ακριβώς θέμα; Οι τρεις ταινίες, λόγου χάριν, που έχουν γυριστεί πάνω στο πασίγνωστο «θέμα» του Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι του Ντ. Χ. Λώρενς, πόσον αφηγηματικό Λώρενς μπορούν να χωρέσουν και πόσον να αφήσουν απ’ έξω; Αυτό που για να το πει ο Λώρενς θέλει τρεις σελίδες, στο εκράν προβάλλεται μέσα σε 3-5 δευτερόλεπτα.
Άλλα είναι τα μέσα του μυθιστορήματος και άλλα τα μέσα του κινηματογράφου, πέραν του ότι άλλο μέσο είναι το μυθιστόρημα και άλλο μέσο είναι ο κινηματογράφος. Αμφότερα κατατείνουν σε κάτι αισθητικώς υψηλόν, αλλά με διαφορετικούς τρόπους. Ένας δευτερεύων διάλογος στο μυθιστόρημα μπορεί να «γράψει» όχι μόνο άριστα, αλλά και καταλυτικά στο φιλμ. Το αυτό μπορεί να συμβεί και με ένα απλό «ταξίδι» της κάμερας που κρατάει λίγα δευτερόλεπτα, για να «εκφράσει» αυτό που, για να το πει ο συγγραφέας, χρειάστηκε ένα ολόκληρο κεφάλαιο. Από την άλλη μεριά μια μέτρια ηθοποιία ή μια αδιάφορη διδασκαλία μπορεί να καταστρέψουν και την πιο αριστουργηματική έκφραση ψυχικών ενεργημάτων, όπως έχουν διατυπωθεί στο χαρτί του βιβλίου που μεταφέρεται στην οθόνη.
Τα ερωτήματα και οι διαπιστώσεις μπορούν να συνεχιστούν επί πολύ και να γεννούν νέα ερωτήματα και νέες διαπιστώσεις εις το διηνεκές. Γι’ αυτό ας δούμε τη σχέση «πεζού λόγου και κινηματογραφικής ματιάς» από μιαν άλλη πλευρά. Συνιστά το κινηματογραφικό έργο μετάφραση του λογοτεχνικού έργου;
Προτού επιχειρηθεί ψηλάφηση του θέματος, οφείλω να επισημάνω τούτο: αν η μεταφορά ενός λογοτεχνήματος στον κινηματογράφο (με όλα της τα ρίσκα) είναι λογική, πόσο λογικό ακούγεται να μεταφερθεί σε πεζό κείμενο (ή και σε ποιητικό ακόμα…) μια κινηματογραφική ταινία; Και αν θεωρηθεί λογικό, πόσο «πρακτικό», πόσο «πραγματικό» και πόσο «σκόπιμο» κρίνεται; (Εν παρενθέσει: είναι, δηλαδή, σαν να μεταφράζουμε ποιήματα, φέρ’ ειπείν, του Κωστή Παλαμά στα λατινικά ή σε ομηρικά ελληνικά –δεν ξέρω αν έπρεπε να βάλω οπωσδήποτε ερωτηματικό πριν από την παύλα…).
Εννοείται ότι (ξανα)είδα την ταινία του Ντε Σίκα ύστερα από πολλά χρόνια. Πρόκειται για αριστούργημα –εξάλλου από τον Ντε Σίκα μόνο αριστουργήματα περιμένεις… Ξαναβλέποντάς την, όμως, διαπίστωσα ότι ο σκηνοθέτης είχε φύγει κατά μέγιστο μέρος από το μυθιστόρημα του Μπασάνι ως σύλληψη, ως όλον. Δεν θέλω να πω ότι η ποιότητα της ταινίας ως ταινίας είναι ελλειμματική –κάθε άλλο. Αλλά σχέση με το συγκεκριμένο μυθιστόρημα από ένα σημείο και μετά δεν έχει.
Και αν το ότι στην πορεία του φιλμ παρεμβάλλονται χαρακτηριστικά σημεία από άλλα έργα του Μπασάνι, για να εικονογραφηθεί η πόλη της Φεράρας, όπως και αν το ότι ο ανώνυμος αφηγητής του μυθιστορήματος έχει γίνει στην ταινία «Τζόρτζιο» (παραπέμποντας στο όνομα του συγγραφέα) είναι δύο παραδεκτές «μεταφραστικές» αυθαιρεσίες του σκηνοθέτη, καθόλου παραδεκτό δεν είναι το τέλος της ταινίας που δεν βασίζεται καθόλου στο μυθιστόρημα, που δείχνει να… συμπληρώνει με άλλο τέλος το μυθιστόρημα. Εκεί εμπλέκονται στοιχεία που ναι μεν είναι ιστορικώς και ακραδάντως αποδεδειγμένα, αλλά και που απουσιάζουν από την πλοκή του έργου.
Σημειώσαμε παραπάνω ότι ο Μπασάνι είχε γράψει κάποιους από τους διαλόγους του σεναρίου. Όταν κυκλοφόρησε η ταινία, και ανακάλυψε «μεταφραστικές» αλλαγές που συνιστούσαν προδοσία της ιδέας και του πνεύματος του συγκεκριμένου έργο του, απέσυρε την υπογραφή του από το σενάριο.
Επί του θέματος θα συνεχίσουμε στο επόμενο τεύχος.

