Ειρήνη Ρηνιώτη, Κόκκινη Γραμμή, Άγρα, Αθήνα 2023.
Μερικοί άνθρωποι διαβάζουν τα βιβλία αρχίζοντας από το τέλος. Δεν ξέρω τι ψάχνουν σε αυτή την τελευταία πνοή που ξεφυλλίζουν. Ίσως, συνηθισμένοι όπως είμαστε στον δυτικό κόσμο για συμπεράσματα και συνεπαγωγές, να αναζητούν το τελικό απόσταγμα εκεί, στις τελευταίες σελίδες. Καμιά φορά αυτό βρίσκεται κρυμμένο μακριά από αυτές, μακριά κι από τον τίτλο. Εδώ όμως θα σταθούμε πρώτα σε αυτές τις τελευταίες σελίδες, που η Ειρήνη Ρηνιώτη οδηγεί κάτω από τον τίτλο «Έξοδος», την τελευταία ενότητα του βιβλίου. Στα τρία ποιήματα, και στην προμετωπίδα η οποία προηγείται αυτών –δυο φράσεις από το εμβληματικό και αριστουργηματικό μυθιστόρημα Τα κύματα της Βιρτζίνια Γουλφ– κυριαρχεί και δηλώνεται απερίφραστα ο θάνατος. Τρία μνημόσυνα καταθέτει η Ρηνιώτη, τρία συν ένα λανθάνον. Αρθούρος Ρεμπώ, Σύλβια Πλαθ, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, συν μία η Βιρτζίνια Γουλφ της προμετωπίδας, που λανθάνει σαφώς στο πρώτο από αυτά όπου μνημονεύεται ο Ρεμπώ. Αυτό το πρώτο άλλωστε είναι μάλλον ένα σύντομο πεζό παρά ένα πεζό ποίημα, αν και βρίσκεται στη ρευστή περιοχή των υβριδίων που τόσο υμνεί μέσα στην ανθρώπινη ζωή πλέον η εποχή μας. Από τους τέσσερις, οι δύο γυναίκες αυτοκτόνησαν. «Το δωμάτιο γεμίζει ασφόδελους που μαρτυρούν εγκατάλειψη», γράφει για το γνωστό σκηνικό της αυτοκτονίας της Σύλβια Πλαθ. «Οι τσέπες μου είναι γεμάτες πέτρες από καιρό» λέει λανθάνουσα η φωνή της Γουλφ, ενώ με τους τρόπους ενός κάου μπόυ ο ήρωας στροβιλίζει το περίστροφο στον δείκτη, που δείχνει τον στόχο στον κρόταφο, στο πρώτο ποίημα. Οι δύο άντρες είναι άλλη ιστορία ο καθένας τους. Ο Ρεμπώ σχεδόν αυτοχειριάστηκε με τον τρόπο του, χωρίς να βρίσκει πλέον την έξοδο κινδύνου που του είχε κομίσει η ποίηση. Η νεότητά του προσέκρουσε με εκατό χιλιόμετρα την ώρα, όταν η εποχή του ακόμη τα αγνοούσε, σε πέτρινο τοίχο. Έγινε κι ο ίδιος μια illumination στο στερέωμα της ποίησης, και σ’ αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό, δίχως να ξέρουμε πόσο θ’ αντέξει ακόμη τη βαρβαρότητα όσων τον εξέθρεψαν, και δεν ακολουθήσει κι αυτός την ολική καταστροφή, για την οποία στα χείλη και στα χέρια μας παίρνει μεταξύ άλλων τον λόγο ο θάνατος. Ο θάνατος αυτός κατοικεί από πολύ νωρίς, με μια απολαυστική αγριότητα, την ποίηση του Κ. Γ. Παπαγεωργίου, του οποίου η ζωή φαινομενολογικά τουλάχιστον υπήρξε μια μάλλον ήσυχη αστική ζωή. Όμως κανείς δεν μπορεί να ξέρει τα βάραθρα της κάθε μέρας του καθενός. Έτσι η Ρηνιώτη στήνει στο τέλος τρεις συν μία ιστορίες Τέλους, οριστικού τέλους, κι ας μας αφορούν όλους, αφού «Μεσίστιες οι σημαίες στις κούνιες των βρεφών, καθώς έρχονται στον κόσμο φορώντας στο μπράτσο τους ένα ανεξόφλητο πένθος», όπως σημειώνει σε ένα από τα καίρια 24 Στιγμιότυπά της. Τρία μνημόσυνα, για τέσσερις ζωές που βιώθηκαν υπό την αιγίδα του τέλους, «πιθανές εκδοχές του εαυτού μας σε πορτραίτα μελλοθανάτων», όπως και η Κόκκινη γραμμή της. Ενός τέλους όμως που μας συνοδεύει όλους από την αρχή, καταρχάς και καταρχήν.

Ας προχωρήσουμε όμως στον τίτλο. Ποια είναι η κόκκινη γραμμή; Αυτή που ορίζει το τέλος και τον χώρο του βιβλίου; Ποιες άλλες έχουμε διασχίσει κατά την ανάγνωσή του; «Τράβηξα μια κόκκινη γραμμή ανάμεσα σ’ εμένα και στους ζωντανούς που πενθώ.» γράφει σε έναν στίχο που ενδεχομένως αντηχεί το τι σημαίνει για την ίδια ο τίτλος. Γιατί εν αντιθέσει με τα ποιήματα της «Εξόδου», όπου πενθεί τέσσερις νεκρούς συγγραφείς, στον στίχο αυτό αφενός μεν πενθεί τους ζωντανούς, κι αφετέρου ανάμεσα σ’ εκείνη που πενθεί και σε όσους πενθεί ζωντανούς ανθίζει αυτή η κόκκινη γραμμή. Όριο και ζωντανό πένθος λοιπόν αφού έτσι συνεχίζει στα δύο τελευταία ποιήματα του ομώνυμου αρθρωτού πεζού ποιήματος: «Πενθώ μ’ αγκάθια θρύψαλα. Την πέρασες την κόκκινη γραμμή. Και σ’ εξορίζω.» και «Η εξιλέωση της ενοχής. Την πέρασα την κόκκινη γραμμή. Και μ’ εξορίζω.» Από το πένθος στην εξορία λοιπόν. Όποιος περνάει την κόκκινη γραμμή βρίσκεται σε εξορία. Όμως μια εξορία που βρίσκεται μάλλον μέσα, εντός: «σκάλιζες με τα νύχια σου τα σπλάχνα μου ώσπου πέρασες την κόκκινη γραμμή με μιαν ιδιοτέλεια που κραύγαζε την απληστία επηρμένων φωνηέντων.»
Μάλλον δεν θα καταλάβουμε, όσο κι αν διαβάσουμε το βιβλίο, την πολυσημία της κόκκινης γραμμής του τίτλου, «επιμηκυνόμενη διαρκώς για να υπερβώ τα όριά μου» σημειώνει αλλού, αφού η έκφραση συνήθως χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ένα έσχατο απαράβατο όριο κάθε φορά. Διαβάζω για την προέλευσή της: «η έκφραση χρησιμοποιήθηκε στον Κριμαϊκό πόλεμο του 1854, στη μάχη της Μπαλακλάβα» και τη χρησιμοποίησε ο ανταποκριτής των Τάιμς Ουίλιαμ Ράσλ για να αποδώσει αυτό που έβλεπε μεταξύ επελαυνόντων Ρώσων από τη μια και Βρετανών, Γάλλων και Οθωμανών από την άλλη, «μια λεπτή κόκκινη γραμμή από ατσάλι». Ακολούθησε ο Ράγιαρντ Κίπλινγκ στο ποίημα Τόμμυ και βεβαίως η ταινία του Μάλικ. Η Ρηνιώτη χρησιμοποιεί την έκφραση, που κάποτε μεταφέρεται στον πληθυντικό για να δηλώσει το πλήθος των εντοπισμών μιας κόκκινης γραμμής εν είδει κινηματογραφικού ρεπεράζ, στο αριστουργηματικό ποίημα «Εμφύλιος» με έναν παράπλευρο έμμεσο τρόπο. «Έπαιζαν τα ελάφια με το φως, όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός στο δάσος κι ανάμεσα στ’ αδέρφια εκτινάχτηκε ένα βαθύ κόκκινο που λερώνει.» Ο φόνος αφορά τα ελάφια, τα ελάφια στη θέση των αδερφοφάδων, τους αδελφούς, απηχώντας και τον πρώτο φόνο κατά τα γραφάς; Αυτό το κόκκινο, «μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει» ακούγεται από το βάθος κι από άλλα συμφραζόμενα ο Καββαδίας, είναι η ίδια η ενοχή για τον φόνο, αργοπορημένη ενοχή που δεν πρόλαβε την ταχύτητα του μίσους. Στην ίδια γραμμή και στο ποίημα «Αυτογνωσία» γράφει: «Είμαι μια πινελιά της Guernica, ένα κόκκινο που διέφυγε από τον πίνακα για να πυρακτώσει το ποίημα.» Εδώ το κόκκινο του προηγουμένως αδελφοκτόνου πολέμου έχει διαφύγει και βρίσκεται έξω από τον πίνακα, πυρακτώνοντας ωστόσο το ποίημα. Στην ουσία για τη Ρηνιώτη εδώ η κόκκινη γραμμή είναι, όπως και αλλού, γραμμή του πυρός, φωτιά αλλά πυρακτώνει το ποίημα χωρίς αυτό να δηλώνεται. Αφού εκείνα που βάζουν φωτιά στο ποίημα είναι εντέλει όσα δεν λέγονται με τις λέξεις αλλά εννοούνται με αυτές, όσα υπάρχουν εκεί αποσιωπημένα μέσα στη μεγαλύτερη βοή τους. Αυτό που διαφεύγει του ποιήματος αλλά λάμπει δια της απουσίας του, δηλώνοντας το μέγεθός του.
Κι αφού είμαστε στις λέξεις του ποιήματος, σε αυτές που το φτιάχνουν με την παρουσία τους και στις άλλες που το δημιουργούν με την απουσία τους, εξίσου αν όχι περισσότερο σημαντικές, ας δούμε τι τύχη επιφυλάσσει η Ρηνιώτη στις λέξεις της: «Έπιανε μια μια τις λέξεις και, αφού ξερίζωνε τα ασθμαίνοντα βράγχια πετώντας στη θάλασσα τα κόκκινα εντόσθια, τις απολέπιζε από το ασήμι των εντυπώσεων.» Κόκκινα βεβαίως δεν είναι τόσο τα εντόσθια όσο τα βράγχια και οι υποβρύχιες λέξεις, οι λέξεις ψάρια (άραγε αυτές που δεν φαίνονται αλλά κολυμπάνε στα βάθη;) όσες η Ρηνιώτη πραγματικά καθαρίζει. Επιχειρεί να τις ξελεπιάσει, «ο ψαράς» της αμφισημίας για να τους αφαιρέσει τη λάμψη και τη μαγεία τους, για να αποκαλύψει ό,τι μας κρύβουν και να διαλύσει ό,τι θέλουν να μας παρουσιάσουν. Ανασκολοπίζει λοιπόν τη γλώσσα. Τι «ψάρια» να πιάσει άραγε κανείς; Μπορεί «χωρίς ωκεανό» να φτιάξει «μ’ αυτές τις λέξεις ένα ποίημα πλωτό»; Λέξεις χωρίς εντόσθια, χωρίς βράγχια, χωρίς «ιριδίζουσες αποχρώσεις» τι μπορούν να πουν; «Τις τοποθετούσε, έτσι γδαρμένες κι αγνώριστες, σ’ ένα πανέρι εννοιών». Υπογραμμίζει η Ρηνιώτη πως στην κατάσταση αυτή οι λέξεις δεν φτιάχνουν ποίημα, αλλά λογικές ανθρώπινες κατασκευές που μπαγιατεύουν γρήγορα, έστω κι αν ο ψαράς «τις βουτούσε στο αλάτι» για να τις διατηρήσει μέσα στη νέκρα τους. Οι βαλσαμωμένες λέξεις δεν είναι για ποιήματα, αλλά για τις κάποτε εντάφιες τάξεις μιας αποστεωμένης σκέψης. Με αυτές δεν μπορεί κανείς να γράψει ποιήματα. Με τις άλλες που σπαρταρούν γράφει η Ρηνιώτη το «Ηλιοτρόπιο» με τον παλιατζή-ποιητή του τρόπαιου-τραύματος ή τη «Συζυγία» με την πλαισιωμένη σε κάδρο τρικυμία.
Οδηγούμαι στην αρχή, στο εναρκτήριο ποίημα και στη «Συνάντηση» με τον πατέρα. Συνάντηση ζωής, για την οποία μιλάμε όταν μιλάμε για θάνατο. Διαβάζω: «Συναντηθήκαμε στις όχθες τ’ ουρανού. Πλάνιζε τον κορμό μιας λεύκας. Με ροκανίδια ύφαινε διάστικτο ρούχο, όπου επάνω του κεντούσαν οι μοδίστρες των νεφών σκίουρους, πουλιά και φύλλα. // Σαν έρθει η ώρα το φοράς, είπε. Ν’ απλώσεις ρίζες μες στη γη. Να γίνεις δέντρο.» Κι εδώ όπως και στο ποίημα «Εφιάλτης» και αλλού το ονειρικό στοιχείο είναι εμφανές, βρισκόμαστε «στην άμπωτη και στην πλημμυρίδα των ονείρων», όπως σημειώνει στο «Ερωτικό».
Πρόκειται για ενυπνιακή συνάντηση με τον νεκρό πατέρα, και αφιερώνεται στη μνήμη του, αυτή τη μνήμη που άλλοτε μας καταδυναστεύει και καταφεύγουμε στη λήθη, κι άλλοτε στην κυριολεξία μας αρδεύει, γονιμοποιώντας και με τα φερτά υλικά της το παρόν μας. Εδώ η πατρική κληρονομιά ζητάει το ρίζωμα στη ζωή, ακόμα και αυτή, ή κυρίως αυτή την πενθηφόρο για την οποία ήδη μιλήσαμε. Και, μάλιστα, σε ένα άλλο ποίημα του βιβλίου θα βρούμε μια παράπλευρη αντήχηση αυτού του τελευταίου στίχου: «Κρυφακούγοντας το σκίρτημα της ρίζας στον αναστεναγμό των καρπών.» Αφού το ρίζωμα στη γη οδηγεί στην καρποφορία και το σκίρτημα στον αναστεναγμό. Ο πατέρας έχει φτιάξει το ρούχο της ζωής, το παραδίδει στην κόρη. Η ζωή είναι αυτή η σκυτάλη, από όνειρο σε όνειρο, κι από χέρι σε χέρι, κι από ποίημα σε ποίημα. Γι’ αυτό και δεν θα συμφωνήσω με το «Ονειρευόμαστε όπως ζούμε, μόνοι· ολομόναχοι.» που δίνει αρχή στο ποίημα «Ερωτικό». Δεν υπάρχουν όνειρα χωρίς τους άλλους, όχι επειδή οι άλλοι κατοικούν τα όνειρά μας, αλλά επειδή ονειρευόμαστε για να τους ξαναβρούμε όταν είμαστε χώρια και μακριά τους, χαμένοι μέσα στην απουσία του ύπνου. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς αυτούς που φέρουμε μέσα μας κι όσους συναντάμε στις διαδρομές μας. Η συνέχεια άλλωστε του ίδιου ποιήματος, του «Ερωτικού» έρχεται μάλλον για να αναιρέσει την προκλητική αρχή, αυτής της μοναξιάς του ανθρώπου που αίρεται από το κοινό και την κοινότητα μέσα στην οποία έχει γεννηθεί και σταθεί. Γιατί ενώ καθένας κουβαλάει μια καταστατική μοναξιά, αυτή ακολουθεί τη συνάντηση με τον άλλον, σ’ αυτό τον έναν κόσμο όπου «Το χορτάρι γίνεται καρφί σε ολόγυμνη φτέρνα» και πληγώνει. Αλλά με αυτή την ολόγυμνη φτέρνα περιφερόμαστε στον κόσμο και στη σκληρή γη. Η ποίηση είναι το χορτάρι που μας καρφώνει τη φτέρνα. Από την πληγή και το άνοιγμά της ζούμε.
⸙⸙⸙
[Κείμενο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στη Μάντρα Μπλόκου Κοκκινιάς, στις 3 Απριλίου 2024.]

