Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Κυπριακότητα, η ομπρέλα της κυπριακής πεζογραφίας χωράει πολλά

Υπάρχει κρητική ή ηπειρωτική ή θρακική λογοτεχνία ξεχωριστά από την ευρύτερη ελληνική; Κι αν η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι «Όχι», στην Κύπρο συμβαίνει το ίδιο ή οφείλουμε να διερευνήσουμε τις ιδιαίτερες συνθήκες της κυπριακότητας; Αυτές ορίζουν μια διμερή ερώτηση: η κυπριακή πεζογραφία είναι ένα ελληνικό υποσύνολο ή συγκροτεί μια άλλη ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα;

Προφανώς μιλάμε για ένα ανεξάρτητο –έστω και διχοτομημένο– κράτος, με τη δική του πλέον πολιτική και κοινωνική συγκρότηση, με τη δική του ιστορία και το ξεχωριστό παλίμψηστο πολιτισμών και επιδράσεων που το δημιούργησαν. Οι ίδιοι οι Ελληνοκύπριοι πέρασαν ποικίλες φάσεις και συγκρότησαν τάσεις για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους, από την απελευθέρωσή τους από τους Τούρκους μέχρι μετέπειτα από τους Άγγλους. Άλλοτε μιλούσαν για ανεξαρτησία κι άλλοτε για Ένωση με την Ελλάδα. Σε ποικίλες δημοσκοπήσεις η κυπριακότητα ξεχωρίζει και υπερτερεί –ή συνυπάρχει– με την ελληνικότητα:

Ο Νίκος Περιστιάνης, όταν το 2006 ζήτησε από τους Ελληνοκύπριους να αυτοπροσδιοριστούν, διαπίστωσε ότι το 47% από αυτούς δήλωσε «κυρίως Κύπριος», το 35% «ίσα Κύπριος και Έλληνας», ενώ περίπου το 5% δήλωσε «κυρίως Έλληνας» (Peristianis 2006). Αντίστοιχα σε έρευνα του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας το 2014, το 48% δήλωσαν «Κύπριοι», 43% «πιο Κύπριοι / ίσα Κύπριοι και Έλληνες», και περίπου το 9% «Έλληνες / πιο Έλληνες από Κύπριοι». (link).

Από την άλλη, υπάρχουν στοιχεία που ενώνουν τους Ελληνοκύπριους και τους Ελλαδίτες, όπως η ελληνική γλώσσα, η Ορθοδοξία ως θρησκευτικό, πολιτισμικό και πολιτικό πεδίο, η Ιστορία (με όλες τις κυπριακές ιδιαιτερότητες: Αγγλοκρατία, εισβολή των Τούρκων κ.λπ.), η συναντίληψη του κόσμου κ.ά.

Το συνοψίζει στη διδακτορική του διατριβή ο Κυριάκος Παχουλίδης: «Η διάδοση και κατίσχυση του ελληνικού αλυτρωτισμού στο εσωτερικό της ελληνικής κοινότητας της Κύπρου υποστήριξε και προσέδωσε ηγεμονικό χαρακτήρα στην ελληνοκεντρική αναπαράσταση της Κύπρου και του λαού της, στήριξε την εθνική ταυτότητα των Ελληνοκυπρίων και νομιμοποίησε το μαζικό ενωτικό κίνημα (με την Ελλάδα) στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Ο ελληνοκεντρισμός οικοδομήθηκε στη βάση της ρήξης και της αντιπαράθεσης όχι μόνο με τη Βρετανική Αποικιακή Αρχή αλλά και με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, καθώς η προσήλωσή του στην ένωση με την Ελλάδα σαφώς παραγνώριζε τις διαθέσεις των Τουρκοκυπρίων. Απέναντί του και αρχικά σε έντονη αντιπαράθεση με αυτόν, αναδύθηκε και ωρίμασε μέσα από τους κοινούς εργατικούς και αγροτικούς αγώνες Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων, ο κυπροκεντρισμός ως έκφραση της επιδίωξης για πολιτική χειραφέτηση των κατοίκων του νησιού στα πλαίσια μιας κοινής πατρίδας. Ελληνοκεντρισμός και κυπροκεντρισμός, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει μέσα από μια δυναμική διαδικασία επανανοηματοδότησης και επαναπλαισίωσης, εξακολουθούν και σήμερα να αποτελούν κεντρικές οργανωτικές αρχές γύρω από τις οποίες συγκροτούνται διαφορετικές θέσεις/ τόποι ταυτότητας στο πεδίο σημαινόντων συμβόλων της εθνικής ταυτότητας των Ελληνοκυπρίων. […]

Ελληνοκεντρισμός και κυπροκεντρισμός συγκλίνουν, αφενός στον σεβασμό που επιδεικνύουν στον ελληνικό εθνικό χαρακτήρα των μελών της ελληνοκυπριακής κοινότητας και, αφετέρου, στη θέση ότι η ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελεί απειλή αλλά ασπίδα προστασίας του ελληνικού στοιχείου του νησιού.» (Παχουλίδης 2007: 352-353).

Συμπερασματικά, η πλειοψηφία των Ελληνοκύπριων δεν αισθάνεται μόνο Έλληνες, αλλά πρώτιστα Κύπριοι ή έστω Κύπριοι και Έλληνες μαζί. Έτσι, η κυπριακότητα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, όχι ως απλή παράμετρος της ελληνικότητας, αλλά μια έννοια με αυτόνομο βάρος. Η ελληνικότητα παραμένει σημαντική (πολιτισμικά, ιστορικά, γλωσσικά), αλλά η ταύτιση είναι πιο πολύπλοκη και λιγότερο μονοδιάστατη από ό,τι ίσως ήταν στο παρελθόν.

Αν επικεντρωθούμε στην κυπριακή λογοτεχνία, δύο τάσεις αναδεικνύονται, όπως φάνηκε και παραπάνω: όσοι ορίζονται ως «Κυπροκεντρικοί», οι οποίοι μιλάνε για «Κυπριακή λογοτεχνία», και όσοι ως «Ελληνοκεντρικοί», που προτιμούν τον όρο «Ελληνική λογοτεχνία της Κύπρου» (Κεχαγιόγλου – Παπαλεοντίου, 2010: 575)[1].

Μπορούμε να βρούμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνόφωνης κυπριακής πεζογραφίας, που τη διαφοροποιούν από την ελλαδική; Όταν μιλάμε για την ελληνόγλωσση παραγωγή, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι αξιωματικά αυτή ανήκει στην ευρύτερη ελληνική, όσο κι αν διακρίνεται από τα δικά της γνωρίσματα.

1.
Καταρχάς, η εξάρτηση από το τραύμα του 1974. Η Βασιλική Σελιώτη (2021) αναλύει πώς οι Κύπριοι συγγραφείς, άνδρες και γυναίκες, ήδη από τα πρώτα χρόνια, αλλά και μετά το 2003, έδειξαν πώς προσέλαβαν το τραύμα και το εξέφρασαν, είτε σε μαρτυρίες και αυτοβιογραφικές καταθέσεις είτε σε διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα. Εκεί, οι συγγραφείς αναπαριστούν τα πρώτα τραυματικά γεγονότα και την απήχησή τους στον κυπριακό ελληνισμό, σκιαγραφούν την ελληνική κοινότητα ως θύμα, συνδέουν το μετά το 1974 με το πριν (όσο κι αν η τομή φέρνει ένα βαθύ χάσμα) και περιγράφουν τα δεινά της προσφυγιάς, με έμφαση στη γυναικεία πρόσληψη του ξεριζωμού (Σελιώτη 2021: 163-165).

Οι συγγραφείς περνάνε τρεις φάσεις, ειδικά την περίοδο 1974-1994. Τη «Φάση της δοκιμασίας», όταν αναμοχλεύουν το τραύμα και το ζυμώνουν μέσα τους και το πραγματεύονται προς τα έξω, τη «Φάση της νοσταλγίας», που καταφεύγει, όπως έκαναν και πολλοί συγγραφείς της Μικρασιατικής Καταστροφής, στη ζωή πριν τον Αττίλα, και τη «Φάση της κριτικής», όπου αναδεικνύονται λάθη και γίνονται απολογισμοί (Κεχαγιόγλου 1995). Μετά το 2003, όταν άνοιξαν τα σύνορα από τη μία προς την άλλη πλευρά της διχοτομημένης νήσου, το τραύμα επανέρχεται ως ξανανοιγμένη μνήμη ή ως χαίνουσα μεταμνήμη και ο απόηχος των γεγονότων παράγει νέες γραφές.

Τα χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι πολλά: Καταρχάς, ο Κυριάκος Μαργαρίτης αισθητοποιεί τους απόηχους της εισβολής στο Ρέκβιεμ για τους απόντες (2009). Επίσης, στην τριλογία της Η Αϊσέ πάει διακοπές (2015), Φωνές από χώμα (2017) και Πικρία χώρα (2019) η Κωνσταντία Σωτηρίου αναδεικνύει φωνές Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων γυναικών που βιώνουν τραυματικά το 1974 και τις διακοινοτικές έριδες. Επίσης, ο Σταύρος Χριστοδούλου στο Τρεις σκάλες ιστορία (2020) πιάνει την Ιστορία από παλιά μέχρι το κομβικό σημείο της εισβολής.

Το ίδιο συμβαίνει και στο διήγημα, το οποίο «συνεχίζει να πραγματεύεται με κέντρο την “πληγή του ’74” –η τουρκική εισβολή και οι συνέπειές της– το μείζον θέμα των αγνοουμένων, τον εκτοπισμό, την εδραίωση της κατοχής και την αναζήτηση λύσης του Κυπριακού» (Λυμπουρής 2021).

2.
Γενικεύοντας, θα έλεγα ότι η σχέση της κυπριακής λογοτεχνίας με την Ιστορία, που ανακινεί διαχρονικές πληγές και εξηγεί μέχρις ενός σημείου τη νοοτροπία των σημερινών Κυπρίων, είναι εμφανής σε πολλά πεζογραφήματα. Ο μακραίωνος αγώνας των Ελλήνων κατοίκων του νησιού με ποικίλους κατακτητές (Φράγκους, Τούρκους, Άγγλους κ.λπ.) διερευνάται είτε σε ιστορικά μυθιστορήματα είτε σε λογοτεχνικά παλίμψηστα που συνενώνουν τα διάφορα στρώματα ιστορικής ίζησης σε ένα αδιάλειπτο συνεχές. Το επισημαίνει αποφθεγματικά ο Παντελής Βουτουρής: «Η “κυπριακή λογοτεχνία” ή –καλύτερα– η “νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου”, είναι ιστοριοκρατούμενη· συναρτάται άμεσα με την ιστορία, με οδυνηρά γεγονότα και συμφορές» (Βουτουρής 2021).

Συγκρατώ τους Πρωτόπλαστους (2015) του Σωφρόνη Σωφρονίου, που ανατρέχει στην κυπριακή ιστορία, από τα τέλη του 15ου αιώνα μέχρι το 1947, όταν οι Βρετανοί δηλητηριάζουν τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Λεόντιο. Επιπρόσθετα, Το βουνί (2020) της Λουίζας Παπαλοΐζου συνοψίζει πολλές φάσεις της κυπριακής ιστορίας και συνεκδοχικά αναφέρεται σε όλη τη νήσο. Αντίστοιχα, η Νάσια Διονυσίου στο Τι είναι ένας κάμπος (2021) παραλληλίζει τους Εβραίους του 1947 στην Κύπρο με τα δεινά των ίδιων των Κύπριων από τους Άγγλους, ενώ στο Μη γράφετε Αρθούρος (2025) ψηλαφεί με ειρωνεία την αποικιοκρατική ματιά των Άγγλων στην Κύπρο στα τέλη του 19ου αιώνα και την παρουσία του Ρεμπώ στο νησί.

3.
Απόρροια των παραπάνω και κυρίως του βιώματος της διχοτομημένης Κύπρου είναι η αίσθηση του «ανάμεσα». Η Πράσινη Γραμμή και η εστίαση σε αυτήν υποδεικνύει την τραγικότητα των Κυπρίων, που ζουν ανάμεσα σε μια κανονική ζωή και την ανατροπή της, ανάμεσα σε μια υπαρκτή διχοτόμηση και σε μια νοσταλγημένη ενιαία νήσο. Αυτό το αίσθημα πηγαινοέρχεται χρονικά μεταξύ του πριν το 1974 και του μετά, αλλά και τοπικά μεταξύ της χαμένης βόρειας εστίας και της νέας προσφυγοδόχου νότιας πατρίδας. Σημειώνω ενδεικτικά το Brandy Sour (2022) της Κωνσταντίας Σωτηρίου, με το ξενοδοχείο Ledra Palace, με τη μακρά ιστορία, να κείται τώρα εγκαταλελειμμένο πάνω στην Πράσινη γραμμή, στην οδό Λήδρας, η οποία διχοτομεί τη Λευκωσία. Ή στο Του κανενός (2024) η Ερατώ Ιωάννου σκηνοθετεί τους χαρακτήρες της να έχουν εγκλωβιστεί στην ενδιάμεση λωρίδα που ελέγχουν οι κυανόκρανοι του Ο.Η.Ε., ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή πλευρά και την τουρκοκυπριακή. Η αλληγορία εκφράζει την εκκρεμή κατάσταση στην οποία βρίσκεται όλος ο κυπριακός πληθυσμός.

4.
Η βιωμένη ή απηχημένη Ιστορία μετατρέπεται συχνά από τους Κυπρίους / τις Κύπριες συγγραφείς σε αισθητικό γεγονός μέσω του μύθου. Γράφει χαρακτηριστικά ο Λεωνίδας Γαλάζης: «κοινή είναι στους παλαιότερους και τους νεότερους λογοτέχνες η καταφυγή στον Μύθο και στην Ιστορία για αναζήτηση αντικειμενικών σύστοιχων μέσω των οποίων φιλτράρεται το τραύμα του 1974 και προσλαμβάνει οικουμενικές διαστάσεις» (Καθημερινή Κύπρου, 2025).

5.
Το τραύμα, το βίωμα, το κενό, η ματαίωση, η προσφυγιά εκδηλώνονται στα κείμενα των Κυπρίων συγγραφέων κυρίως μέσω της εσωτερικότητας της γραφής και όχι της εξωτερικότητας της δράσης. Με άλλα λόγια, δεν προτιμάται η αφήγηση μιας ιστορίας με όρους σκιαγράφησης των γεγονότων, όπως λ.χ. έκανε στη δική του ιστορία ο Βασίλης Γκουρογιάννης (Πράσινο στην Κόκκινη γραμμή, 2009), αλλά το συναισθηματικό ξεδίπλωμα, το σχόλιο, η έκφραση των μύχιων πόνων, η ψυχολογική διάσταση, η ποιητική του πένθους, η γλωσσική απομάγευση κ.λπ. Ο Παντελής Βουτουρής επισημαίνει ότι «όσο απομακρυνόμαστε χρονολογικά από το 1974 το τραύμα εσωτερικεύεται, απωθείται σε εσωτερικά στρώματα και εκφέρεται με ένα λόγο περισσότερο κρυπτικό, ασυνεχή και θραυσματικό» (Φιλελεύθερος, 2022).

6.
Ένα ακόμα βασικό χαρακτηριστικό της κυπριακής πεζογραφίας είναι η συνειδητή χρήση της διαλέκτου, μια τάση που συμπορεύεται με την αντίστοιχη ελλαδική έμφαση στη ντοπιολαλιά και την τοπική κουλτούρα. Η προτίμηση στη διάλεκτο, που ταυτίζεται με την τοπικότητα, έρχεται να κλονίσει την κυριαρχία της εθνικής ελληνικής γλώσσας, που ταυτίζεται εν πολλοίς με την ελλαδικότητα. Έτσι, προάγεται η εντοπιότητα έναντι του αθηναιοκεντρικού ελληνισμού, η προφορικότητα έναντι της γραπτής παράδοσης, η από κάτω ιστορία και μαρτυρία έναντι της επίσημης ιστοριογραφίας και η αναζήτηση ιστορικών ριζών που αναδεικνύουν μια διαχρονική σχέση με τον τόπο και την παράδοσή του.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν ο Νίκος Χατζηγαβριήλ γράφει τέσσερα ηθογραφικά διηγήματα στην κυπριακή διάλεκτο ως αντίδραση στους Άγγλους, και από τον Γιάννη Σταυρινό Οικονομίδη, ο οποίος στη συλλογή διηγημάτων Κυπραίικα (1937) γράφει τους διαλόγους σε διάλεκτο, μέχρι το 1974 όταν η νέα εξωτερική απειλή αναδιαμορφώνει τη σχέση των λογοτεχνών με τον ντόπιο λόγο (Κωνσταντίνου 2003), βλέπουμε μια ηθογραφική αλλά και ταυτοτική αναζήτηση της ντοπιολαλιάς. Η χρήση της είτε απομακρύνει την ταυτότητα από τις αγγλικές και τουρκικές γειτνιάσεις είτε διαμορφώνει μια κοινή ελληνοτουρκική κυπριακή ταυτότητα, με βάση τη γλώσσα που μιλούσαν Έλληνες και Τούρκοι στο νησί. Ακόμα περισσότερο, «ο προβληματισμός γύρω από τη σημασία της διαλέκτου για την ταυτότητα στην Κύπρο, προϋποθέτει την αντιμετώπιση της διαλέκτου ως γλώσσας» κι επομένως την αποκοπή της από την κοινή νέα ελληνική. (Κωνσταντίνου 2003).

Τελικά, η χρήση της διαλέκτου είναι μια επιστροφή στην παράδοση και μια προσπάθεια ανάδειξης του τοπικού απέναντι στη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης; Είναι μια εθνικιστική στροφή απέναντι στο ελλαδικό καπέλωμα; Ή είναι μια δι-εθνική απόπειρα να τονιστεί η κυπριακότητα, στην ελληνική και τουρκική της ώσμωση, μακριά από την ελληνική ταυτότητα; (Νικολαΐδης 2025). «Η ανεξάρτητη Κύπρος έχει τη δική της Ιστορία, που σίγουρα δεν μπορεί να γίνει κατανοητή δίχως τον ελληνικό παράγοντα. Ταυτόχρονα όμως μια αθηνοκεντρική προσέγγιση που θα έβλεπε την Κύπρο σαν “επαρχία” της Ελλάδας με απλώς διαφορετική κυβέρνηση και ανοιχτό πολιτικοστρατιωτικό πρόβλημα, θα καταλάβαινε ελάχιστα από τη ζωή και τις αναζητήσεις των ανθρώπων στο νησί» (Στόγιας 2023).

7.
Τα τελευταία χρόνια η προσήλωση στην κυπριακή ιστορία, και δη στην αντίσταση σε Άγγλους ή Τούρκους, σπάει, τουλάχιστον προς μία κατεύθυνση. «Φαίνεται ότι στους νεότερους ιδίως συγγραφείς οι κληρονομημένες τραυματικές παραστάσεις υποκαθίστανται από άλλες, σύγχρονες, άμεσα βιωματικές και υπαρξιακές ανησυχίες», πιστεύει ο Παντελής Βουτουρής (Φιλελεύθερος, 2022). Διάφοροι συγγραφείς αξιοποιούν το ιστορικό παρελθόν της Μεγαλονήσου στοιχίζοντας, παραλληλίζοντας ή αντιδιαστέλλοντάς το με το παρόν του 21ου αιώνα και τα προβλήματα του σήμερα. Π.χ. η Κωνσταντία Σωτηρίου στην Κεφαλή του Τσάτσγουερθ (2025) συνδέει τις περιπέτειες των Κυπρίων στα μεταλλωρυχεία με τις εξαφανίσεις-δολοφονίες ξένων γυναικών που ζουν στο νησί σήμερα. Σημειώνω επιπλέον τη Χαρά Ζυμαρά που στο Ηρεμίας 21 (2024) αναφέρεται στο σχέδιο Ανάν.

8.
Τέλος, ξεχωρίζω την προσπάθεια μερικών Κυπρίων συγγραφέων να σταθούν στο μικρό και καθημερινό και –κυρίως μέσω του διηγήματος– να αποδώσουν την καθημερινότητα ως μικροϊστορία και το απλό ως λογοτεχνικά γόνιμο. Το μικρό δεν έχει ιστορικές παραπομπές ούτε ιστορικές διαστάσεις, αλλά εκφράζει έναν κραδαίνοντα ψυχισμό που θέλει να εκφραστεί. Λ.χ. τα Μικροπράγματα (2012) του Γιώργου Τριλλίδη αναδεικνύουν τη δυναμική της γλώσσας, την ορμή της αφήγησης και τον παλμό των απλών δεδομένων.

9.
Ας κλείσω, κι αυτό είναι δείγμα μιας ώσμωσης των Κυπρίων συγγραφέων με την ελλαδική πραγματικότητα, με τη διαπίστωση ότι πολλοί εξ αυτών ζουν στην Ελλάδα και γράφουν «ελλαδικά» θέματα. Εδώ –ίσως– παύουμε να μιλάμε για κυπριακή λογοτεχνία, αφού δεν πληρούν μία δέσμη ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που αναδεικνύουν την κυπριακή πραγματικότητα, αλλά έχουν προσχωρήσει πλήρως στην ελληνική γραφή και συγκείμενο. Λ.χ. ο Σταύρος Χριστοδούλου στο Μαύρο φλαμίνγκο (2023) αναλύει τη γένεση ακροδεξιών προσωπικοτήτων ή τα βιβλία του Χρίστου Κυθρεώτη Μια χαρά (2014) και Εκεί που ζούμε (2019), τα οποία απέχουν πλήρως από τα κυπριακά συγκείμενα.

Τελικά, μιλώντας για την κυπριακή ελληνόφωνη λογοτεχνία, αναφερόμαστε σε μια παράμετρο της ελληνικής ή σε μια ανεξάρτητη πολιτισμική επικράτεια; Η γλώσσα είναι καθοριστική σε αυτό, όσο κι αν υπάρχουν ιδιαίτερα κοινωνικοπολιτικά και ιστορικά δεδομένα που «αυτονομούν» την κυπριακή λογοτεχνία. Ωστόσο, τα στεγανά έχουν σπάσει, οι Κύπριοι και οι Κύπριες συγγραφείς συμπορεύονται με τους Ελλαδίτες, αλληλεπιδρούν και συμμετέχουν σε ένα κοινό λογοτεχνικό πεδίο. Είναι δεδομένο ότι κυριαρχεί η «τάση στη λογοτεχνία της Κύπρου […] να συγκλίνει και να συντονίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό με τους προσανατολισμούς και τις αναζητήσεις της ευρύτερης ελλαδικής. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ούτε χωρίς σημασία το γεγονός ότι οι Κύπριοι λογοτέχνες, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, εκδίδουν τα βιβλία τους στην Αθήνα.» (Βουτουρής 2021). Με άλλα λόγια διαβάζονται, εντάσσονται σε βραχείες λίστες βραβείων, συζητιούνται όχι ως μια «ξένη» λογοτεχνία, αλλά ως κομμάτι μιας ελληνόφωνης κουλτούρας.

⸙⸙⸙

Βιβλιογραφία

CNA, «Greek Cypriots and Turkish Cypriots Feel Cypriots Above All, An Opinion Survey Shows», London Greek Radio. [https://www.lgr.co.uk/greek-cypriots-and-turkish-cypriots-feel-cypriots-above-all-an-opinion-survey-shows].

Kappler Matthias (2007): «Prolegomena for a comparative approach to Cypriot literatures», περ. Hellenic Studies, τόμ. 15, τεύχ. 2, 2007, σελ. 49-54. [https://microphilologica.blogspot.com/2008/01/6-prolegomena-for-comparative-approach.html].

Peristianis, Nikos (2006): «Cypriot Nationalism, Dual Identity and Politics», στο Y. Papadakis, N. Peristianis & G. Welz (επιμ.), Divided Cyprus: Modernity, History and an Island in Conflict, Indiana University Press, Ιντιάνα, σελ. 100-120.

Vitti, Mario (2007): «Σκέψεις για την κυπριακή λογοτεχνία», περ. Μικροφιλολογικά, τεύχ. 22, Φθινόπωρο 2007, σελ. 2-4. [https://microphilologica.blogspot.com/2008/01/blog-post.html].

Zafeiriou, Lefkios (2007): «About the term “Cypriot Literature”» περ. Hellenic Studies, τόμ. 15, τεύχ. 2, 2007, σελ. 43-47. [https://microphilologica.blogspot.com/2008/01/7-about-term-cypriot-literature.html].

Βουτουρής, Παντελής (2021): «Η νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου σήμερα», περ. Χάρτης, Φεβρουάριος 2021. [https://www.hartismag.gr/hartis-26/afierwma/h-neoellhnikh-logotexnia-ths-kyproy-shmera].

Καθημερινή, Η (εφ. Κύπρου) (2025): «Η επίδραση του 1974 στην κυπριακή και την ελλαδική λογοτεχνία», 16.7.2025. [https://www.kathimerini.com.cy/gr/politismos/biblio/i-epidrasi-toy-1974-stin-kypriaki-kai-tin-elladiki-logotexnia].

Κεχαγιόγλου, Γιώργος – Παπαλεοντίου, Λευτέρης (2010): Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου, Λευκωσία.

Κεχαγιόγλου, Γιώργος (1995): «Κυπριακή πεζογραφία της εικοσαετίας 1974-1994: Τάσεις και σταθμοί», στο Ν. Περιστιάνης – Γ. Τσαγγαράς (επιμ.), Ανατομία μιας μεταμόρφωσης. Η Κύπρος μετά το 1974, Intercollege Press, Λευκωσία, σελ. 229-251.

Κωνσταντινίδης, Στέφανος (2008): «Για τις σκέψεις του Mario Vitti» [https://microphilologica.blogspot.com/2008/01/2-mario-vitti.html].

Κωνσταντίνου, Κωνσταντίνος (2003): «Διαλεκτοφωνία και πολιτιστική ταυτότητα. Η περίπτωση της Κύπρου», περ. Φιλολογική, Ιούλιος –Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2003, τεύχ. 84, σελ. 30-36. [kostaskonstantinou.com/wp-content/uploads/2015/05/Διαλεκτοφωνία-και-πολιτιστική-ταυτότητα-η-περίπτωση-της-Κύπρου.pdf].

Λυμπουρής, Κώστας (2021): «Το σύγχρονο διήγημα στην Κύπρο», περ. Χάρτης, Φεβρουάριος 2021. [https://www.hartismag.gr/hartis-26/afierwma/to-sygxrono-dihghma-sthn-kypro].

Νικολαΐδης, Παναγιώτης (2025): «Νεοκυπριακός εθνικισμός και κυπριακή διάλεκτος», περ. φρέαρ, 25.6.2025. [https://frear.gr/?p=37263].

Παπαλεοντίου, Λευτέρης (2007): «Εισαγωγή: Σημειώσεις για την κυπριακή λογοτεχνία», περ. Hellenic Studies, τόμ. 15, τεύχ. 2, 2007, σελ. 7-15. [https://microphilologica.blogspot.com/2008/01/4.html].

Παύλου, Σάββας (2007): «Τέσσερις μετεωρισμοί σε τέσσερις σημειώσεις
για την κυπριακή λογοτεχνία», περ. Hellenic Studies, τόμ. 15, τεύχ. 2, 2007, σελ. 55-57. [https://microphilologica.blogspot.com/2008/01/5-t.html].

Παχουλίδης, Κυριάκος Χρ. (2007): Η εθνική ταυτότητα των Ελληνοκυπρίων: Κοινωνιοψυχολογική γενετική προσέγγιση (Διδακτορική διατριβή), Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Ψυχολογίας, Αθήνα 2007.

Σελιώτη, Βασιλική (2021): Λογοτεχνία και τραύμα. Το 1974 στην κυπριακή και ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη.

Στόγιας, Γιώργος (2023): «Η νέα (ελληνο)κυπριακή λογοτεχνία μέσα, έξω και δίπλα στην ελληνική», περ. Ο αναγνώστης, 19.3.2023. [https://www.oanagnostis.gr/i-nea-ellino-kypriaki-logotechnia-mesa-exo-kai-dipla-stin-elliniki-toy-giorgoy-stogia/].

Τενέζη, Άννα (2008): «Σκέψεις πάνω στις “Σκέψεις για την κυπριακή λογοτεχνία”» [https://microphilologica.blogspot.com/2008/01/3.html].

Φιλελεύθερος, Ο (εφ.) (2022): «Δεν είναι πρωτεύον πια το 1974 στην κυπριακή λογοτεχνία», 14.12.2022. [https://www.philenews.com/politismos/article/1223636/den-ine-protevon-pia-to-1974-stin-kipriaki-logotechnia/].


[1] Δες τον άτυπο διάλογο στα περιοδικά Hellenic Studies και Μικροφιλολογικά: Παπαλεοντίου (2007), Ζαφειρίου (2007), Kappler (2007), Παύλου (2007), Vitti (2007), Κωνσταντινίδης (2008) και Τενέζη (2008).

Κύλιση στην κορυφή