Όταν σου απαντά ένας φιλόλογος, όπως ο Δημήτρης Μαρωνίτης (εφ. Το Βήμα, Απολίτιστα Μονοτονικά, «Αναβράζοντα», 11.9.2005) πως το άρθρο που είχες στείλει στην εφημερίδα (Το Βήμα/Νέες Εποχές, «Σε τι χρησιμεύουν τέτοια Λατινικά;», 4.9.2005) είναι ένα «σπάνιας ευαισθησίας κείμενο, ένα είδος ελεγείας για το περιφρονημένο και κακοποιημένο μάθημα των Λατινικών στην ανθρωπιστική σχολική μας παιδεία», παροτρύνοντάς σε να αναζητήσεις συμμαχία με τον Θεόδωρο Παπαγγελή, πέρα από τη συγκίνηση και τη χαρά, δεν μπορεί παρά να αισθάνεσαι ακόμα πιο αλληλέγγυα με τα προβλήματα που γεννά η εκπαίδευση (αν και περισσότερο θα παρομοίαζα εκείνο το σύντομο άρθρο με την «Κραυγή» του Μουνκ μέσα στη δίνη μιας άγονης διδασκαλίας).
Τότε, εικοσιένα χρόνια πριν, μου έκανε εντύπωση και με θύμωνε πολύ η κακοποίηση αυτού του μαθήματος. Με την ιδιότητα της κλασικής φιλολόγου, η ευαισθησία μου στρεφόταν ιδιαίτερα στη διδασκαλία των λατινικών. Τα Λατινικά παρέμεναν άφωνα, κλεισμένα στο καβούκι μιας στείρας αποστήθισης, γραμματικών και συντακτικών κανόνων, καταδικασμένα από μιαν Ιερά Εξέταση τουλάχιστον αδιαφορίας, λες και αυτά δεν κληροδότησαν τεράστια πολιτισμική, πολιτική, γλωσσική περιουσία στην Ευρώπη, λες και δεν ανέλαβαν τον ρόλο του διαμεσολαβητή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στη Δύση, λες και δεν καθόρισαν για αιώνες τον τότε γνωστό κόσμο. Ο μακράς διαρκείας αποκλεισμός τους, η βαθειά κακοποίησή τους αντανακλώντας την καθεστηκυία αντίληψη πως η αρχαία ελληνική γραμματεία είναι η μόνη, η αποκλειστική υπεύθυνη της ταυτότητας του ευρωπαϊκού πολιτισμού, φοβούμαι ότι φθάνει έως και σήμερα.
Για να μην είμαι άδικη και γκρινιάρα, θα πω πως τα πράγματα έχουν αλλάξει – λίγο έστω. Μπορεί εγώ που αποφοίτησα το 1985 από το Δεύτερο Γενικό Λύκειο Αμαλιάδος και ο σημερινός μαθητής Λυκείου να μοιραζόμαστε το ίδιο βιβλίο, αλλά υπάρχει μια διαφορά: αυτό έχει κοπεί στα δύο, τα πρώτα είκοσι κείμενα αφορούν στη Β’ Λυκείου, τα υπόλοιπα τριάντα στη Γ’. Επιπλέον στο βιβλίο της Β’ έχει προστεθεί Εισαγωγή της Λατινικής Γραμματείας σε γλώσσα άκαμπτη που καθόλου δεν θέλγει, θα είμαι ειλικρινής, ένα σκέτο βάσανο για μαθητές και δασκάλους (μια βοήθεια από τον Θεόδωρο Παπαγγελή εδώ θα ήταν χρήσιμη, αν θυμηθούμε το βιβλίο του Η Ρώμη και ο κόσμος της). Τέλος, γλωσσικές ασκήσεις που αναδεικνύουν τη σχέση αρχαίας ελληνικής και λατινικής κρίθηκαν αναγκαίες και καλώς κρίθηκαν. Όσο για τα γραμματικά / συντακτικά φαινόμενα, σκλήρυναν ακόμα περισσότερο τις γνωστικές τους απαιτήσεις.
Σήμερα, εικοσιένα χρόνια μετά, μακριά από τους συναισθηματικούς χυμούς της νεότητος, δεν θυμώνω, δεν εκπλήσσομαι, δεν τρέφω αυταπάτες για μια βαθειά ουσιαστική αλλαγή του μαθήματος, ωστόσο αισθάνομαι υποχρεωμένη να το υπερασπιστώ καταθέτοντας μια πρόταση. Μια ταπεινή πρόταση, την οποία πιστεύω και υποστηρίζω προκειμένου το συγκεκριμένο μάθημα ολίγον να «αναστηθεί». Σκέφτομαι λοιπόν πως οι μαθητές της Θεωρητικής Κατεύθυνσης στη Γ’ Λυκείου διδάσκονται πραγματικά πολύ ενδιαφέροντα κείμενα (Φάκελος Υλικού Αρχαίων Ελληνικών). Ας πάρουμε ένα μοναδικό παράδειγμα. Ας πάρουμε την τρίτη θεματική ενότητα του βιβλίου, στην οποία κυριαρχεί η Πολιτεία του Πλάτωνα. Αν υπήρχε ένας αντίστοιχος Φάκελος Υλικού Λατινικών στη Γ Λυκείου με ανάλογη ανθολόγηση κειμένων, με προεξάρχοντα τον μέγα Κικέρωνα και την De re publica –εννοείται από μετάφραση, πάντα από μετάφραση, θυμίζω την πρώτη πλήρη ελληνική έκδοση της Πολιτείας του Κικέρωνα σε μετάφραση-επιμέλεια Ιωάννη Ντελιγιάννη, εκδόσεις Καρδαμίτσα, 2015– τι μέγα όφελος να ταξιδέψουν επιτέλους, μαθητές και δάσκαλοι και διδασκαλία, στα σπουδαία νοήματα των κλασικών κειμένων. Πολιτικός στοχασμός στα ύψη! Ο Κικέρωνας, ο οποίος δανείζεται το διαλογικό ύφος του Πλάτωνα καθώς και τα πρόσωπα τα οποία συνδιαλέγονται, όμως δεν θεμελιώνει την Πολιτεία του σε κάτι εξωπραγματικό, αντίθετα η πραγματική Res Publica είναι η πολιτεία της δικαιοσύνης. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτείας είναι δυνατή και η αρετή των πολιτών –ιδού η τέταρτη θεματική ενότητα του Φακέλου Υλικού, στην οποία δεσπόζει η αριστοτελική σκέψη των Ηθικών Νικομαχείων. Πολιτική και ηθική αρετή απλώνονται μπροστά στον μαθητή, ο μαθητής διασταυρώνεται με τον πολιτικό διάλογο, την πραγμάτωση της ηθικής αρετής ανάμεσα σε διαφορετικούς τόπους, διαφορετικές γενιές, διαφορετικές συνθήκες. Ένα είναι βέβαιο: οι μετασχολικές του γνώσεις δεν θα περιορίζονται στο amo, amas, amat, όσο μεγαλώνει το άνυσμα της αληθινής γνώσης, η μεταθανάτια τύχη αυτών των μαθημάτων πιθανότατα να είναι διαφορετική.
Αν θέλω να πω κάτι με το συγκεκριμένο παράδειγμα που ανέφερα, είναι πως πιστεύω στη συνομιλία των κειμένων. Αρχαία και Λατινικά πλάι πλάι, με έναν ακόμα Φάκελο Υλικού αλλά Λατινικών στη Γ Λυκείου. Από εμπνευσμένους δασκάλους και επιστήμονες. Και να είστε βέβαιοι πως οι μαθητές, ναι, αυτοί οι μαθητές του κινητού και των σόσιαλ, αν ευοδωθεί η διδακτική πράξη με ωραίους δασκάλους (ο καλός δάσκαλος άμα τη λήξει του μαθήματος νιώθει πραγματικά μόνος), ωραία θελκτικά βιβλία, ίσως να γοητευτούν.
⸙⸙⸙
[Η Κωνσταντίνα Σιαχάμη είναι φιλόλογος στα εκπαιδευτήρια Σύγχρονη Παιδεία.]

