Η παράσταση αρχίζει. Η Αλεξία Καλτσίκη κατεβαίνει τα σκαλιά στο θέατρο «Προσκήνιο». Κατευθύνεται προς τη σκηνή. Εκφωνεί τον περίφημο μονόλογο, «μου είπαν να πάρω ένα λεωφορείο που το λένε Πόθο», με δυνατή, στακάτη φωνή, μετέωρη σε ένα απεχθές λίμπο. Το στητό της κορμί και το αινιγματικό, απαθές πρόσωπο αποπνέουν μια αλλόκοτη σαγήνη. Μπροστά μας το πιο κλειστοφοβικό σκηνικό από καταβολής θεάτρου. Μίνιμουμ παραχώρηση ρεαλισμού.
Είναι φανερό, ήδη από τα πρώτα λεπτά, ότι τον σκηνοθέτη Δημήτρη Καραντζά δεν τον ενδιαφέρει να δείξει άλλη μία αλαφροΐσκιωτη Μπλανς Ντιμπουά καθ’ οδόν προς την τρέλα. Όλη η παράσταση θρέφεται από τον ζόφο όχι μόνο των Μπλανς αλλά και των Κοβάλσκι αυτού του κόσμου, σε μια εξημμένη επιχείρηση βύθισης κάτω από την επιφάνεια του έργου, όπως το γνωρίζουμε, στις ανεξερεύνητες νοητικές διαδρομές των outsiders κάθε είδους.
Στη δική του προσέγγιση υπάρχει κάτι γνήσια ιδιοφυές και ταυτόχρονα καθησυχαστικό: πώς χωρίς επιθετικούς, εμμονικούς σκηνοθετικούς μοντερνισμούς, χωρίς διάθεση ρεβιζιονισμού, μπορεί κανείς ακόμη και τα χιλιοειπωμένα πράγματα να τα πει με έναν καινούργιο και αγέραστα επίκαιρο τρόπο. Ίσως γι’ αυτό ο Αμερικανοπολωνός Κοβάλσκι του Άρη Μπαλή λίγη σχέση έχει με τον ζωώδη αισθησιασμό και την ιδρωμένη φανέλα του μυθικού Μπράντο. Ίσως γι’ αυτό η Στέλλα της Δήμητρας Βλαγκοπούλου βγαίνει από το ημίφως όπου την είχαν καταδικάσει οι σκηνοθέτες από καταβολής… Τενεσί Ουίλιαμς.

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι και αυτή η βραδιά δεν θα ανήκει στην Καλτσίκη και σε μία Μπλανς ραμμένη στα μέτρα της. Το θεατρικό γεγονός συμπυκνώνεται στη μεγαλειώδη παρουσία μιας ηθοποιού που από μαγική διαίσθηση, απροσδιόριστα, ροκ, αθώα, πλησιάζει και φτάνει σε όλη την αλήθεια της ηρωίδας του Ουίλιαμς. Στο υπαρξιακό άλγος, τα τραυματικά βιώματα, την καλλιέργεια, την έμφυτη τρυφερότητα και ευγένεια, στο αίσθημα της αξιοπρέπειας, τον τρόμο του κενού, της μοναξιάς, της βιοποριστικής αδυναμίας και του ματαιωμένου ονείρου για αγάπη, για λίγη ευτυχία. Στοιχεία με τα οποία «κόσμησε» η ποίηση του Αμερικανού δραματουργού αυτό το θεατρικό πρόσωπο. Κι αφήνει, εν τέλει, να φανεί η πιο σκοτεινή πλευρά της ηρωίδας: της χειριστικής γυναίκας που φλερτάρει επικίνδυνα με τον άνδρα της αδερφής της, που λέει συνεχώς ψέματα, που φέρεται με εκούσια σκληρότητα στην αδελφή της. Ο Καραντζάς αποδεικνύει πως δεν έχει νόημα να εξιδανικεύουμε την Μπλανς. Είναι «τέρας» όσο είναι και «θύμα».
Η Μπλανς Ντιμπουά της Καλτσίκη –σκέφτομαι τώρα δα πως θα μπορούσα να γράφω ώρες γι’ αυτήν– μπορεί να αντέξει πολλά. Δεν είναι εύθραυστη. Δεν είναι λεπτεπίλεπτη. Προσπαθεί να πιαστεί από κάπου και να επιβιώσει. Αντέχει το σκοτάδι, μέσα της και έξω. Άλλωστε στο ημίφως φαίνεται λιγότερο γερασμένη, περισσότερο όμορφη. Στο σημείο της ζωής της που τη συναντάμε οι εποχές, οι αλλαγές του καιρού, τα φυσικά πράγματα που ορίζουν τον κύκλο μιας ανθρώπινης ζωής δεν έχουν πια καμία σημασία. Αυτό που δεν αντέχει είναι ο κανονικός κόσμος. Αυτός που δεν ζει μέσα στις δικές της επιθυμίες και λίγα εκατοστά έξω από τα υπάρχοντα που περιέχει η βαλίτσα της. Αυτός που είναι βίαιος, απειλητικός, γεμάτος ένταση, αγένεια, ορμητικά πάθη και ωμή σεξουαλικότητα, έτοιμος να σπάσει ένα ένα τα κομμάτια, τα οποία αποτελούν την ανθρώπινη κατάσταση που η ίδια ονομάζει ζωή.
Αντιθέτως, ο Στάνλεϊ Κοβάλσκι του Άρη Μπαλή –αν και κάπως πιο χαμογελαστός από ό,τι θα τον ήθελα προσωπικά– δεν αντέχει σχεδόν τίποτα. Δεν αντέχει να τον προσφωνούν «Πολωνό». Δεν αντέχει να τον υποτιμούν. Δεν αντέχει τον τρόπο με τον οποίο ερωτεύεται. Δεν αντέχει τον τρόπο με τον οποίο ζηλεύει. Δεν αντέχει το μπερδεμένο συναίσθημα της έλξης/αποστροφής που νιώθει για την Μπλανς. Δεν αντέχει έναν κόσμο που παρεκκλίνει από ό,τι έχει στο μυαλό του. Αυτό που αντέχει είναι μόνο η αγκαλιά της Στέλλα και η κραυγή του κάθε φορά που την φωνάζει και εκείνη έρχεται κοντά του.
Συνολικά, το Λεωφορείο ο Πόθος του Δημήτρη Καραντζά είναι κλειστοφοβικό, ποτισμένο από τον ιδρώτα της ανθρώπινης αδυναμίας, μυρίζει αλκοόλ και κλεισούρα, αποπνέει την αχαλίνωτη παρακμή όλων των αισθήσεων. Είναι μια αντανάκλαση της ισοπεδωμένης από την εξάρτηση ανθρώπινης φύσης, ένα κομμάτι αντεστραμμένου αμερικανικού ονείρου που καίγεται από τις υψηλές θερμοκρασίες που παράγει όχι μόνο το καύμα του Νότου αλλά η επιθυμία ή –αν θέλετε– ο ακατέργαστος, ακατανόητος, σωματικός και διανοητικά διαταραγμένος πόθος.
Γιατί, η ζέστη είναι, όπως συνήθως, μόνο η αφορμή. Όχι η αιτία.
⸙⸙⸙
Τένεσσι Ουίλιαμς, Λεωφορείο ο Πόθος (Θέατρο «Προσκήνιο»).
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς. Παίζουν: Αλεξία Καλτσίκη, Άρης Μπαλής, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Βασίλης Μαγουλιώτης / Γιώργος Ζυγούρης (διπλή διανομή), Γιάννης Κόραβος, Ιωάννα Ραμπαούνη.

