Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Λευκή κόλλα

Λευκή κόλλα

Ο καθηγητής ισιώνει το τελευταίο γραπτό της δεύτερης στοίβας, η οποία είναι τοποθετημένη σε ακριβώς παράλληλη θέση με την πρώτη. Οι εργασίες των φοιτητών του βρίσκονται σε ισομερείς και ισοβαρείς στήλες, αρχειοθετημένες αλφαβητικά, η απόσταση μεταξύ τους είναι ίση με την παλάμη του. Επιτύμβιες στήλες, λέει φωναχτά και οι δύο αυτές λέξεις τού προκαλούν απροσδόκητη ναυτία, σηκώνεται και ψάχνει στο μικρό ψυγείο του γραφείου του για κρύο νερό.

Παίρνει και πάλι στα χέρια του το τελευταίο γραπτό και το κοιτά προσεκτικά, προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει το μήνυμα. Η σελίδα είναι κενή, λευκή, υπάρχουν μονάχα το θέμα, η ημερομηνία και το όνομα του φοιτητή.

Στην τελευταία προφορική εξέταση ο νεαρός είχε εντυπωσιάσει τους συναδέλφους του, ο καθηγητής διέκρινε στην έκφρασή τους την επιδοκιμασία. Όταν η διαδικασία τελείωσε, εκείνοι στράφηκαν προς το μέρος του περιμένοντας πρώτη τη δική του ετυμηγορία. Υπήρχε μια ευθυμία στο βλέμμα τους, ένας χαιρέκακος θρίαμβος, έτσι του φάνηκε. Ο καθηγητής καθ’ όλη την ώρα της εξέτασης ήταν πάλι κλεισμένος σε εκείνη τη γυάλινη μπάλα, ορατός, αλλά απαγορευτικά απρόσιτος. Είχε καταφέρει να βρει την τελική φράση της ευχαριστήριας ομιλίας του για τη βράβευση της Πέμπτης. Η ικανοποίηση που τον κατακλύζει κάθε φορά σε παρόμοιες περιπτώσεις, τον μεταμορφώνει πάντοτε σε γίγαντα, τον εξυψώνει πάνω από κάθε τι ασήμαντο, το σώμα του ασφυκτιά στα γυάλινα τοιχώματα της μπάλας, απειλώντας να τα διαρρήξει. Στριφογυρίζει, ένα χορτασμένο έμβρυο που αναβάλλει την ώρα της εξόδου για να παρατείνει την ηδονή.

Όταν επανέκτησε την επαφή με το περιβάλλον του, η μπάλα κυλούσε αδειανή μακριά του κι αυτός βρέθηκε στο κενό. Πρώτη φορά στη ζωή μου ακούω γαλλικά με κοζανίτικη προφορά, δήλωσε, σημείωσε τη βαθμολογία και σηκώθηκε όρθιος.

Τα ρόδινα μάγουλα του φοιτητή είχαν βαφτεί πορφυρά. Τον βλέπει και τώρα πολύ καθαρά, αυτόν τον μοναχικό επαρχιώτη, τον βλέπει να χαμηλώνει το βλέμμα και να δαγκώνει τα χείλη.

Ο καθηγητής κοιτάει και τη λευκή κόλλα, τα γράμματα του ονόματος και του επιθέτου σχηματίζουν στο χαρτί το πρόσωπο του νεαρού με την πρόωρη ρυτίδα στο μεσόφρυο, τα γαλάζια μάτια που θαμπώνουν από δάκρυα, τα μεγάλα χέρια που δεν ξέρουν πού να ακουμπήσουν, το φούτερ με την πρόχειρη ζωγραφιά της Έιμι. Back to black. Λευκή κόλλα. Επιτύμβιες στήλες. Κοζάνη και δρόμοι με τούνελ. Η Κοζάνη, που είναι και η δική του γενέτειρα από την οποία έχει διαγράψει κάθε ανάμνηση. Οι πρωταγωνιστές δεν κοιτάζουν πίσω. Και ο νεαρός τον γυρίζει πίσω, εκεί, στο αγόρι με τα κοντά παντελόνια και τα στραβοπατημένα παπούτσια.

Ακούει το τρίξιμο της πόρτας, στρέφει το κεφάλι και αντικρίζει τη νέα γυναίκα που μπαίνει αθόρυβα, αφήνει στο τραπέζι ένα βάζο με γαλάζια λουλουδάκια και πάει να φύγει. Περίμενε, της λέει. Πάλι μου έδωσε λευκή κόλλα ο φοιτητής από την Κοζάνη. Ποιος είναι αυτός; Χθες σου μιλούσα γι’ αυτόν, στο πρωινό. Μπαμπά, δεν ήμουν εδώ χθες. Ο καθηγητής συνειδητοποιεί ότι μπέρδεψε πάλι την κόρη του με τη γυναίκα του. Κάνε μου μια χάρη πριν φύγεις, ψάξε να βρεις το τηλέφωνο αυτού εδώ. Γράφει βιαστικά το όνομα του φοιτητή σε ένα απόκομμα εισιτηρίου. Η γυναίκα κάθεται καρτερικά στον υπολογιστή. Εκτυπώνει ένα χαρτί και το αφήνει στο γραφείο του πατέρα της.

Εκείνος το τοποθετεί δίπλα στην λευκή κόλλα. Πάει να ευχαριστήσει την κόρη του για τα λουλούδια, αλλά το δωμάτιο είναι άδειο και η πόρτα κλειστή –οι ευχαριστίες πέφτουν στο κενό, αυτό το κενό που κάποιες φορές του φαίνεται πως είναι άπατο. Εκείνες τις στιγμές επιθυμεί διακαώς να επιστρέψει στη γυάλινη μπάλα. Όσο βαθύτερο χάσκει το κενό, τόσο περισσότερη απόλαυση θέλει να αντλήσει το έμβρυο από την γενναιόδωρη, σωτήρια μήτρα.

Ξύνει το κεφάλι του προσπαθώντας να θυμηθεί τι στην ευχή έχει προγραμματίσει για αύριο. Χτυπάει το κινητό του και το σηκώνει στο δεύτερο χτύπημα. Ο λαιμός του κλείνει. Είχε και ο νεαρός την ίδια επιθυμία μ’ αυτόν; Ήθελε να τον ακούσει; Όχι, δεν είναι αυτός. Η γραμματέας του τηλεφωνεί για να του υπενθυμίσει: αύριο το βράδυ στις οχτώ. Για την τελετή. Ποια τελετή; Ρίχνει μια λοξή ματιά στις παράλληλες στοίβες. Θα σας απονεμηθεί ο τίτλος του Ιππότη των γαλλικών γραμμάτων, το ξεχάσατε; Α, νόμιζα πως ήταν για την επόμενη Πέμπτη, γουργουρίζει ο καθηγητής. Ευχαριστεί, κλείνει το κινητό και μένει για λίγο σκεφτικός. Κατόπιν, σφυρίζοντας τη μελωδία από το χορωδιακό του Ύμνου στη Χαρά, απολαμβάνοντας την έξαψη στην γυάλινη μπάλα, κυλάει στην κουζίνα για να δει τι υπάρχει για βραδινό. Προηγουμένως όμως έχει φροντίσει να μετατρέψει τη λευκή κόλλα σε ένα συμπαγές μπαλάκι και το έχει πετάξει με εκπληκτική ευθυβολία στο καλάθι των αχρήστων.

Όμως οι ανομολόγητες υποψίες του είναι βάσιμες. Το σώμα του διαστέλλεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η μπάλα μετατρέπεται σε μια φούσκα που σκάει αθόρυβα. Ο καθηγητής βρίσκεται και πάλι στο κενό, μια μικρή φλέβα στο κεφάλι του σκάει κι αυτή, τα μάτια του βλέπουν μονάχα τη λευκή κόλλα να βάφεται κατακόκκινη.

/αλαζονεία

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή