Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Γιώργος Κεντρωτής

Με τα αλάνια της μετάφρασης

Στο τελευταίο σημείωμά μας με τίτλο «Μαγειρική και μετάφραση» είχαμε καταλήξει στο ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι το μαγείρευμα/μετάφρασμα να συμβάλλει κάθε φορά στην όρεξη, στην ικανοποίηση και στην από πάσης απόψεως ευχαρίστηση αυτού που του το τρώει. Αν αυτό όντως συμβαίνει, όλα τα άλλα είναι περιττά, αρκεί να μην καταλήξει η πουτίγκα σε στιφάδο! Και, αν όντως η πουτίγκα είναι πουτίγκα, ας μην ξεχνάμε αυτό που έγραψε ο Φρειδερίκος Ένγκελς: The proof of the pudding is in the eating.

Αν κριθεί ότι η πουτίγκα είναι όντως πουτίγκα, εκείνος που θα ζηλώνει δόξαν γευσιγνώστου και θα βγει να την κρίνει «με εξωγευστικά» κριτήρια στηριζόμενος στο αυστηρό γράμμα της «εν τοις πράγμασι πειραγμένης» συνταγής, θα είναι ένας κακός «φιλόλογος» που δεν θα έχει ανάψει ποτέ φωτιά να βράσει ούτε νερό. Κι από τέτοιους υπάρχει υπερεπάρκεια στην αγορά –δόξα τω Θεώ…

Η «πειραγμένη συνταγή» στη μετάφραση δεν είναι επινόηση των καιρών μας – ανέκαθεν βρισκόταν στο οπλοστάσιο του μαχόμενου μεταφραστή: αυτού που διαβάζει (και ερμηνεύει) πολιτιστικά (παναπεί κουλτουραλικά: culturally) το προσφερόμενο πρωτότυπο. Ερευνώντας ο Πλάτων στον Θεαίτητο τη φύση της γνώσης είχε ομιλήσει περί διαφορότητος. Μας καλούσε δε να εστιάσουμε την προσοχή μας στην ποιότητα της υπαρκτής και διαπιστώσιμης διαφοράς. Τα ίδια μας διδάσκει ο πατέρας της Ερμηνευτικής και μεταφραστής του Πλάτωνα Φρειδερίκος Σλαϊερμάχερ. Μεταξύ πρωτοτύπου και μεταφράσματος υπάρχουν πλείστες όσες διαφορές ως απόρροιες της ουσιώδους μεγάλης διαφοράς: του ότι, δηλαδή, τα κείμενα του πρωτοτύπου και του μεταφράσματος είναι συντεταγμένα σε διαφορετικές γλώσσες. Αυτής της ουσιώδους μεγάλης διαφοράς έπονται πάμπολλες μικρές διαφορές που είναι εξίσου ουσιώδεις, αφού αποτελούν στοιχεία που καταρτίζουν την πραγματικότητα του μεταφράσματος, μιας και το πρωτότυπο είναι ένα, ενιαίο και μη αλλοιούμενο κείμενο ως προς τη στενή γραμματική του κατάσταση, δηλαδή πριν από την ανάγνωσή του από τον καθένα αναγνώστη/μεταφραστή.

Ο μεταφραστής που δρα ως μάγειρος πρέπει να χειριστεί τη συνταγή του πρωτοτύπου όχι στενά φιλολογικά, αλλά οψοποιικά, αφού σκοπός του είναι να φτιάξει ένα μετάφρασμα που να έχει γεύση (gusto) και να τρώγεται, τουτέστιν να διαβάζεται σαν να μην είναι αποτέλεσμα μετάφρασης, αλλά σαν να έχει γραφτεί πρωτοτύπως. Περί αυτού μας έχει ενημερώσει ήδη ο Κικέρων κάνοντας λόγο για τους «άριστους ρήτορες» («de optimo genere oratorum»): o ρήτορας αυτός δεν είναι απλός «διαγνώστης» («interpres»), αλλά άριστος «διακριτικός ερμηνέας» («orator»), δηλαδή μεταφραστής.

Όντως η «oratio» (ο «εκφωνούμενος λόγος») είναι πρωτίστως «ratio» («μερίδα», «κλάσμα», «διάκριση»), και ο μαγειρεύων μεταφραστής οφείλει να οψοποιεί μετά διακρίσεως: να γνωρίζει πόσα και ποια κομμάτια («μερίδες», «κλάσματα») τού χρειάζονται στη δουλειά του. Κι αν χρειαστεί να ξεκινήσει στη διακριτική του ανάγνωση από τη φιλολογία, πρέπει να την εγκαταλείψει τάχιστα, αλλιώς θα μείνει να παραθέτει τα υλικά του ωμά και αχρησιμοποίητα. Η περιώνυμη πουτίγκα όχι μόνο δεν θα τρώγεται, αλλά το πιθανότερο θα είναι να μην υπάρχει καν –ούτε δε ως ιδέα!

Έχω κι άλλες φορές ανατρέξει στον Παζολίνι· ας μου επιτραπεί να το κάνω άλλη μια φορά. Το πρώτο μυθιστόρημά του με τίτλο Ragazzi di vita (Garzanti, Milano 1955) μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Βαγγέλη Ηλιόπουλο με τίτλο Τα παιδιά της ζωής (Οδυσσέας, Αθήνα 1979). Η μετάφραση είναι εξαιρετική, καθώς ο μεταφραστής πήρε τη ρομάνικη «λέξιν» του Παζολίνι και τη μετέφερε στα ελληνικά και με τον τρόπο της συνταγής του Παζολίνι και με τον δικό του ελληνικό ερμηνευτικό τρόπο: κράτησε, δηλαδή, την υφολογική συγκρότηση του πρωτοτύπου και τη μετέφερε αναλογικά στη γλώσσα μας. Επαναλαμβάνω ότι η μετάφραση είναι εξαιρετική και κρίνοντάς την με τα γλωσσικά δεδομένα της εποχής, στην οποία εκπονήθηκε, θα έλεγα ότι υπήρξε και πρωτοποριακή. Πρόκειται για πουτίγκα που είναι πουτίγκα.

Μια νέα μετάφραση του έργου αυτού στη γλώσσα μας θέλει και επιτρέπει κι «άλλο μαγείρεμα» σε μερικά σημεία του πρωτοτύπου. Με άλλα λόγια μπορεί να υπάρχει και άλλη «ερμηνεία».

Αίφνης στον τίτλο πρέπει να απαλειφθεί το οριστικό άρθρο «τα» που δεν υπάρχει στο πρωτότυπο. Αλλά αυτό, αν και το αναφέρω πρώτο-πρώτο, είναι στ’ αλήθεια δευτερεύον. Το «παιδιά της ζωής» στα ελληνικά δεν σημαίνει τίποτα συγκεκριμένο, ενώ «ragazzi di vita» στα ιταλικά (μπορεί να) σημαίνει κάτι εντελώς συγκεκριμένο.

Πριν από τον Παζολίνι η έκφραση «ragazzi di vita» δεν υπήρχε. Αυτός την εμπέδωσε, την έκανε στοιχείο της ιταλικής γλωσσικής χρήσης. Για την ακρίβεια τη «μαγείρεψε» μέσω μιας αναλογίας. Η έκφραση «donne di vita» δεν σημαίνει «γυναίκες της ζωής», όπως θα νόμιζε αίφνης κάποιος που γνωρίζει στοιχειώδη ιταλικά. Όποιος λέει στα ιταλικά «donne di vita» εννοεί «γυναίκες του δρόμου», τουτέστιν: «τροτέζες» (εξελληνισμένο δάνειο από τα γαλλικά) ή «καλντεριμιτζούδες» (εξελληνισμένο δάνειο από τα τουρκικά). Η μη ξενοφερόμενη ελληνική έκφραση είναι «γυναίκες του δρόμου». Στο «donne di vita» το βαρύνον στοιχείο είναι κάτι που δεν ρητεύεται στην έκφραση: το τροτουάρ/πεζοδρόμιο και το καλντερίμι/στενορρύμι – με άλλα λόγια ο δρόμος. Κατ’ αναλογίαν «ragazzi di vita» είναι «παιδιά του δρόμου», παναπεί «αλάνια» – περί αυτού έχει να μας πει κάτι ο Βασίλης Τσιτσάνης:

Είμαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα…

«Αλάνια», λοιπόν, είναι μια καλομαγειρεμένη μετάφραση του τίτλου «Ragazzi di vita». Υπάρχουν, βέβαια, και οι «Αλανιάρηδες» του Δημοσθένη Βουτυρά. Όποιος, όμως, έχει διαβάσει αυτό το διήγημα γνωρίζει ότι η κρίσιμη αναλογία με το «Ragazzi di vita» είναι πολύ αδύναμη, διότι ο παρονομαστής, που είναι μαθηματικώς η ουσία του κλάσματος, είναι πολύ μεγάλος ως αριθμός, καθιστώντας την όποια σχέση αχνή.

Θα γράψω κάτι λίγα ακόμα και θα κλείσω. Σχεδόν όλοι οι ήρωες του μυθιστορήματος μετέχουν στη δράση με τα παρατσούκλια τους. Ελάχιστοι αναφέρονται με τα βαφτιστικά τους ονόματα και, όποτε αναφέρονται, χρησιμοποιείται κατά κανόνα υποκοριστικό: Αρμαντίνο, Αλντούτσο, Μαριούτσο κ.τ.ό. Ο Έλληνας αναγνώστης δεν οφείλει να ξέρει τι σημαίνει στα ιταλικά Ριτσέτο, Λεντσέτα, Πιατολέτα, Σγκαρόνε κι ένα σωρό άλλα παρωνύμια. Στα ιταλικά συνυφαινόμενα τα παρατσούκλια σημειώνουν αισθητά το τι του μυθιστορήματος και το πώς του συγγραφικού λέγειν. Άρα στην ελληνική τους μετάφραση πρέπει να «μεταφραστούν κατ’ αναλογίαν», οπότε θα διαβάσουμε για τον Σγουρομάλλη, τον Λέρα, τον Τσιμπουρέλο, τον Αρχικλάνα, τον Μπελαλή, τον Τραβατράβα, τον Αποφάγια, τον Μπόργκο Αντίκο κι ένα σωρό άλλα αλάνια. Αυτό ο μεταφραστής του μυθιστορήματος στα ελληνικά το γνώριζε, καθώς το αναφέρει ρητά, αλλά προτίμησε να αφήσει τα παρατσούκλια αμετάφραστα. Αν και δεν γνωρίζω, μπορώ να υποθέσω ότι είχε την πρόθεση να τα μεταφράσει, διότι δίνει στο τέλος του βιβλίου τις σημασίες κάποιων, αλλά στα χρόνια της δεκαετίας του 1970 κάτι τέτοιο εθεωρείτο «τολμηρό», «ακραίο» και (ενδεχομένως) «περιττό» ή και «άχρηστο»

Αλλιώς βρίζουν οι Ιταλοί, αλλιώς βρίζουν οι Έλληνες. Για το ίδιο σημαινόμενο άλλες παροιμίες έχουν οι Ιταλοί, άλλες οι Έλληνες. Δεν συμπίπτει πάντοτε ο γραμματικός χρόνος της αφήγησης στις δύο γλώσσες. Ο ιστορικός ενεστώτας και ο γνωμικός αόριστος διαφέρουν ως προς τη χρήση τους στις δύο γλώσσες. Η έμφαση δεν «πέφτει» πάντα στην ίδια θέση στις φράσεις των δύο γλωσσών. Τα μόρια που ποικίλλουν τον προφορικό λόγο υπάρχουν μεν σε αμφότερες τις γλώσσες, αλλά «δεν μεταφράζονται» ομοιοτρόπως. Τα σχήματα λόγου και διανοίας δεν βρίσκονται πάντα σε αντιστοίχιση. Και πολλά, πάρα πολλά άλλα…

Θα πει κανείς ότι όλα αυτά ισχύουν για όλα τα έργα. Δεν έχω κατ’ αρχήν αντίρρηση, κάθε άλλο. Αλλά έφερα παράδειγμα τον Παζολίνι, διότι στα Αλάνια του πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα: η γλώσσα η προφορική που είναι «παιδί της ζωής», ένα έκθετο στη διάθεση και στη χρήση του καθενός. Ένα αλάνι, που αλάται, που αλητεύει στις αλάνες του κόσμου. Το παιδί αυτό θα το καταλάβουμε, αν το ακούσουμε και μάθουμε τι λέει στη μητρική του γλώσσα του, για να το πούμε με αναλογική διαφορότητα στη γλώσσα που έχουμε μάθει εμείς να μιλάμε από τη μάνα μας. Χωρίς αναλογική διαφορότητα, αλλά μόνο με φιλολογικά έκτυπα μεταφραστική πουτίγκα δεν φτιάχνεται –και δεν χρειάζεται καθόλου να ενοχλήσουμε τη σοφία του Φρειδερίκου Ένγκελς για να το μάθουμε.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή