Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Αμαλία Μουστάκη

Με την καρδιά ξεγυμνωμένη…

Η θεατρική σεζόν φτάνει στο τέλος της κατά κανόνα την Κυριακή των Βαΐων. Κάποιες παραστάσεις θα εξακολουθήσουν και μετά το Πάσχα, κάποιες άλλες θα αρχίσουν τον Μάιο, για να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στο κοινό και ενδεχομένως να επαναληφθούν και το ερχόμενο φθινόπωρο. Όπως και να έχει, είναι η ώρα του απολογισμού, της διατύπωσης τελικών κρίσεων, της απόδοσης ή αφαίρεσης ευσήμων. Είναι η ώρα που τα θεατρικά πεπραγμένα θα τοποθετηθούν στα γνώριμα, ευανάγνωστα κουτάκια και οι θεατρόφιλοι θα αποφανθούν: «Η καλύτερη / η χειρότερη/ η πιο αδιάφορη/ η πιο απογοητευτική / η πιο έτσι / η πιο αλλιώς παράσταση φέτος!»

Προφανώς ένας τέτοιος πληθωρισμός οπτικών και αναγνώσεων δεν είναι ενοχλητικός, αντιθέτως –για την Τέχνη μιλάμε– είναι μάλλον αναγκαίος. Οι εμπειρίες, οι γνώσεις, οι προσλαμβάνουσες, οι εμμονές αλλά και οι αγκυλώσεις των ανθρώπων πάντοτε θα διαφέρουν. Μικτό το κοινό, μικτή και η αποδοχή των κριτικών, μικτή η θερμοκρασία του χειροκροτήματος. Η συνεύρεση σε κάποιο ιδεατό κέντρο συμφωνίας που να αξιολογεί οριστικά μία παράσταση είναι αδύνατη, αφού κάθε αξιολόγηση είναι κατορθωμένη γνώση και επίνοια, ταύτιση ή απόρριψη αναλόγως με το αν βρισκόμαστε εντός ή εκτός της υπαρξιακής συνθήκης που ενέπνευσε τον καλλιτέχνη.

Ό,τι ημιτελώς περιγράφω παραπάνω ισχύουν προφανώς και για τον προσωπικό μου απολογισμό. Αναγνωρίζω πόσο μακρά και σοβαρή είναι η φιλολογία για την ύπαρξη αντικειμενικών κριτηρίων που μπορούν να λειτουργήσουν σαν ποιοτικό δίχτυ ασφαλείας και να «τακτοποιήσουν» εν μέρει τα θεατρικά πεπραγμένα. Όμως, υπάρχει μία παράμετρος, που την θεωρώ θεμελιώδη και ανατρεπτική των θέσφατων και των βεβαιοτήτων. Μία παράμετρος σφόδρα συγκινητική, όταν και όσο υπάρχει. Μιλώ για αυτή τη βαθιά φωνή, τη δόνηση, τη στιγμιαία πυράκτωση, που φεύγει από τη σκηνή, φτάνει σε μένα και προκαλεί την αισθητηριακή συμμετοχή, την υποβολή και τη συγκίνησή μου. Το πεταλούδισμα, που εκφράζω κι εγώ με αυτό το κοινότοπο, ουσιαστικό ωστόσο: Μου άρεσε η παράσταση!

Οι προσωπικές μου εμμονές, τα δικά μου «μου άρεσε» δεν εξαρτώνται συνήθως από φιλόδοξες παραγωγές που επιχειρούν να αποσπάσουν τη συγκίνηση και τη συμμετοχή, χωρίς συχνά να καταφέρνουν κάτι περισσότερο από περιγραφή εννοιών και δευτερογενή μεταφορά εντυπώσεων. Κι ακόμη, οι προσωπικές μου εμμονές συνήθως δεν απολαμβάνουν τη σύγχυση ειδών, προθέσεων, αποτελεσμάτων. Ούτε, όμως, και μυρίζουν ακαδημαϊκή φορμόλη. Οι δικές μου εμμονές κλίνουν το γόνυ και τείνουν ώτα και οφθαλμούς στη γοητεία εκείνης της ευτυχισμένης στιγμής, όταν το ταλέντο συγγραφέα, σκηνοθέτη, ερμηνευτών και όλων των συντελεστών καταφέρνουν να συναντηθούν επί σκηνής. Σαν μια μορφή ενός «καθολικού» έργου. Το «Καθολικό» έργο. Το Άγιο Δισκοπότηρο του θεατρικού μου σύμπαντος.

Γυρνάω τη φόδρα της εμμονής απ’ την ανάποδη. Ειδικεύω:

Ήταν οι Τσέντσι, το οικογενειακό θρίλερ του Πέρσι Σέλλεϋ, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε μετάφραση Γιάννη Νταλιάνη και σκηνοθεσία Μαριλίτας Λαμπροπούλου. Μελοδραματικοί διάλογοι και μια ιστορία ηθικής και πνευματικής κατάπτωσης, κυρίως: ένας φλεγόμενος πρωταγωνιστής !

Ήταν ο μυθικός Γλάρος του Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά και μετάφραση Ξένιας Καλογεροπούλου στο θέατρο «Προσκήνιο». Η αντίστιξη ζωής και τέχνης από ένα δονούμενο μωσαϊκό ηθοποιών που αξιοποιήθηκε μοναδικά μέσα στο σκηνικό οικοδόμημα.

Ήταν ο σαρωτικός Συρανό του Εδμόνδου Ροστάν, που υπέφερε και πάλι από τον αθεράπευτο και απέλπιδα έρωτα του για την Ρωξάνη, αυτή τη φορά στο θέατρο «Αλκυονίς», σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη.

Ήταν ο τόσο όμορφος Άσχημος του Μάριους φον Μάγιενμπουργκ, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή και μετάφραση Γιώργου Δεπάστα στο θέατρο Βασιλάκου. Η πιο καυστική σάτιρα για τη βιαιότητα της σύγχρονης ναρκισσιστικής κοινωνίας.

Ήταν οι πανύψηλες Τρεις ψηλές γυναίκες του Έντουαρντ Άλμπι, σκηνοθετημένες από τον Ρόμπερτ Γουίλσον, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Όταν η συνομιλία με το γήρας μετατρέπεται σε ένα αισθητικά πολυμορφικό θεατρικό βίωμα, σε ένα θέαμα κίνησης και ακινησίας, ήχου και σιωπής.

Ήταν αυτές οι παραστάσεις που κάρφωσαν τον τεχνοκριτικό εαυτό μου στον τοίχο, που με έκαναν να ιδρώσω μες στο τελετουργικό κοστούμι του σκεπτικισμού που φορώ κάθε που διασχίζω την είσοδο μιας θεατρικής σκηνής, που ξεπέρασαν ευεργετικά τα όρια της φαντασίας και το φράγμα του οικείου μου κόσμου. Που έλυσαν και έδεσαν τα μάγια της φετινής θεατρικής σεζόν. Που πέτυχαν την ταπείνωση και την εξύψωση που διακρίνει το γνήσιο έργο τέχνης: την καρδιά ξεγυμνωμένη!

Ραντεβού το Φθινόπωρο!

Κύλιση στην κορυφή