© Ramtin Firouzian

Ευθύμιος Λέντζας

Με το ταξί καλπάζοντας

Με τον Γιώργο Μαρκόπουλο, ήρθα πρώτη φορά σε επαφή μέσω τηλεφώνου. Ο Σωτήρης Παστάκας ετοίμαζε μια ανθολογία από ποιητές γεννηθέντες τη δεκαετία του 1950. Κείνες τις μέρες ήμουν άνεργος και δέχτηκα με μεγάλη χαρά να τον βοηθήσω. Η Έλλη άλλαζε θέση τα έπιπλα στο σαλόνι, ξεχώριζε βιβλία και παλιά περιοδικά –ήταν μια ηλιόλουστη μέρα. Και το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να πίνουμε κρασί, να γαμιόμαστε και ν’ ακούμε μουσική. Είχαμε τον δικό μας τρόπο να ξεχωρίζουμε απ’ τους νεκρούς. Όπως όταν αλλάζαμε μαζί τα σεντόνια στο κρεβάτι –και τι δεν τινάζαμε απ’ το στρώμα! Φωνήεντα, θαλάσσια ερπετά, κοχύλια, αστέρια και σκοτεινά νερά. Σκάβαμε τούνελ κι ανάβαμε φώτα, φώτα, φώτα… Γκρεμίζαμε τοίχους, φτιάχναμε γαλαξίες, δειπνούσαμε στον παράδεισο.

Σημείωνα τους ποιητές, έψαχνα τα ποιήματα –οι μισοί ήταν κιόλας νεκροί. Την επόμενη μέρα θα τηλεφωνούσα στον Γιώργο Μαρκόπουλο. Εκτός από τα δικά του ποιήματα θα μου υποδείκνυε και τα ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη. Κι ανάμεσα στους στίχους, μια αγγελία για δουλειά στο Μενίδι. Οδηγός σε εταιρία διανομής τροφίμων. Βοήθησα μια γυναίκα με το καρότσι της και ανεβήκαμε μαζί στο λεωφορείο. Το μωρό ίσα που έκλαιγε. Από στιγμή σε στιγμή θα μας έπιανε βροχή. Τα καθίσματα ήταν όλα πιασμένα. Η γυναίκα στριμώχτηκε όπως-όπως με το καρότσι κι έχωσε ένα γεμάτο μπουκάλι γάλα στο στόμα του μωρού.

Ο μπροστινός μου, ένας άντρας ρακένδυτος, πενήντα-πενήντα πέντε χρονών με τα μισά του δόντια πεσμένα, κουβαλούσε στην πλάτη ένα μεγάλο σάκο με υφάσματα, κουρέλια και στο δεξί του χέρι βαστούσε ένα μπαστούνι. Μια νεαρή κοπέλα άκουγε μουσική από το κινητό της, καθισμένη με το ένα πόδι στην καρέκλα, με ένα σορτσάκι που έδειχνε τα μπούτια της σαν φρέσκα τσουρέκια, κοιτούσε έξω απ’ το παράθυρο κι ένας άλλος μαύρος από ανατολή μεριά (δεν ξεχωρίζουν εύκολα αυτοί) κοιτούσε μέσα τα ολόφρεσκα μπούτια-τσουρέκια και χαμογελούσε στην κοπέλα. Στη λεωφόρο Δημοκρατίας, μια ομάδα αστυνομικών σταμάτησε το λεωφορείο για έλεγχο. Δυο μπάτσοι οπλισμένοι ανέβηκαν, άλλοι δυο φιλούσαν τις εξόδους, απ’ το περιπολικό ακούγονταν ο ασύρματος. Κανείς δε μιλούσε. Έκοβαν φάτσες, παγωμένοι σαν πεθαμένοι στρατιώτες στο μέτωπο. Αυτό κράτησε λιγότερο από πέντε λεπτά. Και δεν ήταν η θέα των όπλων που με γέμισε φόβο, αλλά εκείνα τα πρόσωπα μες στην ομίχλη και πως είμαστε όλοι ξένοι άσχετα από τον τόπο.

Έφτασα δέκα λεπτά νωρίτερα στην εταιρία και περίμενα τη σειρά μου για τη συνέντευξη. Ένας τύπος κοντά στα πενήντα περίμενε μαζί με εμένα. Στον τρόπο που έπιανε τα χέρια έβλεπα την αγωνία του. Είπαμε μια καλημέρα ψυχρή και στρέψαμε το βλέμμα μας στο πάτωμα. Ίσως κι οι δυο σκεφτήκαμε πως ήταν ο ένας στη θέση του άλλου. Ευχήθηκα καλή επιτυχία στον φιλαράκο και την έκανα. Στο δρόμο για την επιστροφή ο ουρανός είχε καθαρίσει∙ υπολόγιζα τι ώρα θα έπαιρνα τηλέφωνο τον Μαρκόπουλο. Τον κάλεσα γύρω στις εφτά το απόγευμα. Η φωνή του μαλακή και ήσυχη σαν στρωμένο κρεβάτι. Σε κάθε μου ερώτηση απαντούσε με ένα συγκινητικό: «Ναι παιδί μου». Όταν η κουβέντα μας έφτασε στον Βαρβέρη, έγινε ακόμα πιο ζεστός. Σημείωνα τα ποιήματα στο χαρτί, η Έλλη μου έδωσε ένα φιλί στο λαιμό και με άφησε μόνο στο δωμάτιο.

«Με το ταξί καλπάζοντας», είπε ο Μαρκόπουλος. «Έτσι έφυγε ο Γιάννης ένα βράδυ στο πίσω κάθισμα ενός ταξί». Το ήξερα το ποίημα:

Θα μείνεις τέλος μόνο εσύ κι εγώ αμαξά | εγώ που έχω από πριν σοφά μετρήσει| τις πιθανές γωνίες των καθρεπτών σου | για να μη δεις ποτέ το πρόσωπό μου | και μες στην άπνοια της πλατείας που χλιμιντρίζει | να μη με δεις τώρα σαν κατεβαίνω | που θα φυσήξω λίγο την κορφάδα των μαλλιών σου | για να μου πουν χωρίς να νιώσεις | καληνύχτα.  

«Όλο για θάνατο μιλούσε εκείνο το παιδί…» κι άφησε τη φωνή του να σβήσει απαλά στο ακουστικό. Η Έλλη πετάχτηκε στο σούπερ μάρκετ κι επέστρεψε με μια μπουκάλα ουίσκι. Όλο τα βράδυ πίναμε, σταθεροί στα ποτήρια μας, δυο πότες έμπειροι. Λες και χωρίζαμε τον χρόνο στο σεξ και στο αλκοόλ –εμείς ανάμεσα. Της διάβασα το «Τραγούδι για τους μοναχικούς άντρες» του Μαρκόπουλου: Το βράδυ, μαζεύεις ξύλα για το τζάκι. / Και το πρωί, α το πρωί, τι πικρή που είναι η ζωή / όλο με τις στάχτες.     

[Ο τίτλος του κειμένου από τίτλο ποιήματος του Γιάννη Βαρβέρη.]

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή