Ο πρώτος καιρός ήταν ευχάριστος. Η αναπνοή σου έπαιρνε σιγά σιγά έναν φυσιολογικό ρυθμό, η πίεση στα τοιχώματα των αρτηριών σου ημέρευε, στο κεφάλι σου δεν βούιζαν μέλισσες, δεν σφύριζαν φίδια, δεν λυσσομανούσαν οράματα, στο στέρνο σου δεν χτυπούσαν ταμπούρλα, δεν χοροπηδούσαν χιονόμπαλες. Έπαψες να διψάς ακόρεστα, να δαγκώνεις χείλη, να τρέμεις ως το κόκαλο, να μπήγεις νύχια ως το αίμα και μετά να το γλύφεις. Έπαψες να σκάβεις το χώμα, τον χρόνο, τον ουρανό ως την άβυσσο και να ακούς να αντιλαλούν φτερουγίσματα. Έπαψες να μαστιγώνεις τη σάρκα, την καρδιά, τη γλώσσα σου, να περιστρέφεσαι δερβίσης ως την έκσταση, να εκλιπαρείς για αποκάλυψη. Πια τα βράδια κοιμόσουν χωρίς να πετάγεσαι επειδή σου ούρλιαξε μια λέξη ή σου έφεξε ένας κομήτης ή κάποιος βράχος σου έφραξε τον λάρυγγα. Όταν ξυπνούσες, δεν έσταζες εκπυρσοκροτήσεις κι ακοίμητους ίσκιους, νιβόσουν με νερό απ’ τη βρύση. Τα πρωινά τα περνούσες μαζεύοντας από το ταβάνι κάποια θραύσματα ποιημάτων που ταξινομούσες πια στις βιβλιοθήκες, τακτοποιούσες σε χάρτινες κούτες λίγες αναψοκοκκινισμένες στάχτες, έκλεινες σε πορσελάνινα βαζάκια μερικούς ξεστρατισμένους χείμαρρους, έτριβες με αντισηπτικά τους πάγκους. Πια δεν σε ενοχλούσαν όσοι ανάσαιναν στο πλάι, άρχισες να ξανασυνηθίζεις τη φασαρία έξω απ’ το σώμα σου, κανένα ρίγος δεν σε ερέθιζε, καμιά ρανίδα δεν έβαφε τα μάτια σου μπλε, όταν κρύωνες σκεπαζόσουν με σεντόνι κι όταν ποθούσες χρώματα μάζευες λουλούδια. Οι μέρες έγιναν ξανά μέρες, οι νύχτες ξανά νύχτες και οι φόβοι ξανά κανονικοί –αρρώστιες, ρυτίδες, μοναξιές–, ξανά κανονικοί οι θυμοί –κίνηση στους δρόμους κι ατέλειωτη βία–, ξανά κανονικά τα σημεία –τελείες, παύλες, κόμματα–, ξανά κανονικά και τα τέρατα.
Αυτές οι κανονικές μέρες, αυτές οι κανονικές νύχτες τώρα νυχτώνουν-ξημερώνουν κανονικά, σαν χαπάκια που τα παίρνεις στην ώρα τους. Ούτε ένα σπασμός να διαστέλλει το διάστημα, ούτε ένα φλούδι να συμπυκνώνει το σύμπαν, ούτε μια στιγμή να καταφάσκει τη θεωρία της σχετικότητας. Στο μεταξύ η φασαρία φουντώνει, φουσκώνει-ξεφουσκώνει τους θυμούς, τους φόβους, τον θάνατο, η φωνή σου ένας εκνευρισμός, δεν αντηχεί πηγάδια, δεν πηγαινοφέρνει θάλασσες, δεν εξομολογεί ρωγμές. Η γη είναι στρογγυλή και απλώς κινείται, κινείται γύρω από τον εαυτό της. Χωρίς αιδώ, χωρίς αηδία, χωρίς μια κάποια ελπίδα –έστω κατάρρευσης. Καμιά φορά κάνεις να κινηθείς μαζί της, μπαίνεις σε τροχιά, ένα-δύο-ένα, σε λίγο μπερδεύεις τα βήματα, χάνεις το ίσο, σωριάζεσαι. Είναι μάταιο να σηκωθείς, να απλώσεις τα χέρια, να πεις ένα όνομα, ανοίγεις το στόμα –διοξείδιο του άνθρακα–, καν μια αχνή μελωδία, καν χνούδι να χαϊδέψει τα έρημα. Αποφασίζεις να μείνεις ακίνητη ή ακίνητη σχεδόν. Γίνεσαι ένα βαθούλωμα στη γωνιά του καναπέ. Γίνεσαι ο δείκτης στο παλιό εκκρεμές. Γίνεσαι εκείνη η νυχτοπεταλούδα που παρατηρεί η Βιρτζίνια να πετά από τη μια γωνιά της κορνίζας του παραθύρου ως την άλλη, η χάρτινη βαρκούλα του Αρθούρου στα βρώμικα, σταματημένα νερά. Ένας καθρέφτης που καταφάσκει το τίποτε. Λες: η κατάρα με ακολούθησε. Λες: Η αναπόφευκτη τιμωρία μου. Λες: «Άλαλα τα χείλη των ασεβών». Γιατί πολλή η ύβρις που κροτάλισες τα σύμφωνα και φύσηξες αέρα στα πανιά. Όμως κατά βάθος γνωρίζεις: Κανένας θεός, ούτε ημίθεος, ούτε θνητός δεν νοιάζεται για την αλαζονεία σου, κανένας δεν σε εξόρισε από την πόλη. Άλογες απλώς οι λέξεις σε παράλογους καιρούς. Έτσι ήταν πάντα. Συντετριμμένες. Θα γαληνέψεις. Έτσι ήταν πάντα. Θα λυγίσεις τα γόνατα, θα σκύψεις το κεφάλι, θα χαμηλώσεις τα μάτια. Θα προσεύχεσαι, ίνα μη εισέλθεις στον πειρασμό. «Πάτερ, πλην μη το θέλημά μου, αλλά το σον γινέσθω». Σαν τον Ιησού στον κήπο της Γεσθημανής, νιογέννητο μωρό στη θηλή της μάνας του, ετοιμοθάνατη στο δισκοπότηρο, ερωτευμένη στα χείλη αγαπημένου, ψιθυριστά θα προσεύχεσαι. Όχι για να ακούς τη φωνή σου, φίλαυτη αντήχηση στην άπλετη φλυαρία, πρόσθεση στον ανούσιο πληθωρισμό. Όχι για να λειάνεις τη σιωπή, λυγρή ομίχλη που απλώνεται στους λειμώνες, νεκρική ακαμψία στα ζεστά στόματα. Όχι προσδοκώντας όφελος, τιμές ή την αθανασία, ότι τα πάντα μάταια κι ό,τι θελήσει ο άνεμος[i]. «Γενηθήτω το θέλημά σου», θα προσεύχεσαι. Μην δώσεις τα άγια τοις κυσί. Μην παραδοθείς, μην καταδεχτείς να μην ξέρεις, να μην προσπάθησες, μην δεν προλάβεις να συλλάβεις και να συλλαβίσεις όσο. «Το γαρ απρόσληπτον, αθεράπευτο». Κι οι ουρανοί ξεκούρδιστοι, έτσι θα είναι πάντα, με ένα κλειδάκι τόσο-δα θα τους κουρδίζεις, κάτι να σε τραβάει προς τα πάνω[ii], σταγόνα γλυκού νερού στην αρίφνητη θάλασσα, μην ολότελα κι αυτή κι εσύ πικραθείτε και σταματήσουν τα πηγαινέλα κι η δόξα των ανώφελων πραγμάτων.
[i] Εκκλησιαστής 1, 14: «καὶ ἰδοὺ τὰ πάντα ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος».
[ii] Από την ποιητική συλλογή του Διονύση Καψάλη Όλα τα δειλινά του κόσμου (εκδόσεις Άγρα).

