Από τους επιδραστικότερους στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα, ειδικά στον χώρο της φιλοσοφικής θεολογίας και της θεολογικής φιλοσοφίας αντίστοιχα, ο Χρήστος Γιανναράς δεν άφησε αδιάφορους τους θεολόγους και την εκκλησιαστική ιεραρχία.[1] Μια σειρά μελετών που άγγιξαν το θέμα των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων και τόλμησαν να φέρουν στο προσκήνιο χωρίς ηθικιστικού τύπου περιστροφές το ζήτημα της σεξουαλικότητας προκάλεσε παραδοσιακούς μοναχούς και ταρακούνησε τους ευσεβιστικούς κύκλους των χριστιανικών οργανώσεων που είχαν εν πολλοίς αναλάβει τη διαχείριση της ερωτικής και σεξουαλικής ζωής των πιστών τις δεκαετίες που ακολουθούν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Γιανναράς, ήδη από το 1960, και ενώ ο ίδιος είναι αφιερωμένο μέλος της θρησκευτικής χριστιανικής Οργάνωσης/αδελφότητος «Ζωή», αρχίζει να δημοσιεύει με ψευδώνυμο στο περιοδικό Ανάπλασις άρθρα που ασκούν κριτική στην ασκητική νοοτροπία των μοναστικών κύκλων, αλλά και στη νοοτροπία των εγκόσμιων μοναχών, επισημαίνοντας ότι ο Ιησούς με τη σάρκωση και την παρουσία του στη γη καταφάσκει τη χαρά και τη ζωή.[2] O νεαρός και ενθουσιώδης Γιανναράς παρουσιάζει τις προϋποθέσεις της παρθενίας και της αφιέρωσης, προκειμένου να μην οδηγηθούν οι εμπλεκόμενοι σε νοσηρές καταστάσεις και σκάνδαλα και μεταβληθούν σε «στραπατσαρισμένες» προσωπικότητες. Δίχως έρωτα για τον Ιησού και δημιουργικό έργο, οι αφιερωμένοι κινδυνεύουν, για τον Γιανναρά, από πιθανές «θλιβερές πτώσεις».[3] Εν τω μεταξύ, την ίδια χρονιά εκδίδεται το βιβλίο του Ο Ιησούς και το πρόβλημα των φύλων, εκδ. ΧΦΕ. Με τις δημοσιεύσεις του ο Γιανναράς επιδιώκει αφενός να καταξιώσει το σώμα, το οποίο μέχρι τότε θεωρούνταν ο τόπος της αμαρτίας, και αφετέρου να προειδοποιήσει πως η περιφρόνηση του σώματος με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υποτίμηση της αγάπης που οδηγεί στη χαρά της οικογένειας, ενέχει τον κίνδυνο ενός μανιχαϊστικού δυαλισμού.
Ο Γιανναράς ρίχνει το γάντι σε όσους θεωρεί συντηρητικούς χριστιανούς και ευσεβιστές οργανωσιακούς και εκείνοι το σηκώνουν. Ο π. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, προϊστάμενος της αδελφότητος «Ζωή», ζητάει τη διακοπή της συνεργασίας του Γιανναρά με το περιοδικό Ανάπλασις πιεζόμενος και από τις αντιδράσεις της νέας αδελφότητας «Σωτήρ» που είχε δημιουργηθεί εκείνη την περίοδο μετά τη διάσπαση της «Ζωής». Επιπλέον, ο λόγιος μοναχός του Αγίου Όρους, Θεόκλητος Διονυσιάτης, αναλαμβάνει άμεσα το αντιρρητικό έργο.[4] Για τον Θεόκλητο, οι απόψεις του Γιανναρά δεν είναι σύμφωνες με την Πατερική διδασκαλία περί έρωτος και ο νεαρός θεολόγος κατηγορείται ότι υποπίπτει σε αίρεση. Μια έριδα περί έρωτος ξεκινάει τη δεκαετία του 1960 και κορυφώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και φτάνει μέχρι και τις αρχές του αιώνα μας.[5]
Ο Γιανναράς με συστηματικό τρόπο και με μια παρρησία που για τους αντιπάλους του αποτελεί οίηση, δεν παύει να αναπτύσσει τις απόψεις του για τον έρωτα, τον οποίο κατανοεί ως δρόμο θεογνωσίας και συνεχίζει σταθερά να δομεί μια μεταφυσική του σώματος σε συνδυασμό με μια θεολογία της ερωτικής επιθυμίας. Τη δεκαετία του 1970 εκδίδονται τα έργα του Η μεταφυσική του σώματος (1971) (έργο που βασίζεται στην απορριφθείσα από τη Θεολογική Σχολή της Αθήνας διδακτορική του διατριβή), Το οντολογικό περιεχόμενον της θεολογικής έννοιας του προσώπου (η διδακτορική διατριβή του 1970 που δημοσιεύεται αργότερα εμπλουτισμένη υπό τον τίτλο Το πρόσωπο και ο έρως) και τέλος Η ελευθερία του ήθους (1970).
Οι θέσεις του Γιανναρά που εξέπληξαν και εξόργισαν θρησκευτικούς κύκλους (τόσο των Οργανώσεων όσο και μοναχών του Αγίου Όρους), αλλά έμελλε να επηρεάσουν με τρόπο απενοχοποιητικό και με αυτή την έννοια «απελευθερωτικό» (όπως άλλωστε φαίνεται να υπόσχεται ο τίτλος του έργου Η ελευθερία του ήθους) τη σκέψη πολλών σύγχρονων θεολόγων και την ηθική πολλών «ταλαίπωρων» χριστιανών, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Αφετηρία της σκέψης περί έρωτος του Γιανναρά είναι η διαπίστωση πως στους Ιερούς κανόνες της Εκκλησίας που ρυθμίζουν την ερωτική ζωή, υφίσταται «υποτίμηση και δαιμονοποίηση της γενετήσιας ζωής».[6] Για τον Γιανναρά, όμως, η αγαπητική δύναμη με την οποία προίκισε ο Θεός τον άνθρωπο κατά τη δημιουργία τους, διασώζεται στη φυσική ερωτική έλξη. Η φυσική ερωτική έλξη και η επακόλουθη σχέση είναι μια «μυστηριακή» περιοχή ζωής πριν και από την ένταξη της στον χώρο της «καινούργιας ζωής» της Εκκλησίας.[7] Όπως γράφει ο ίδιος «[Τ]ο καθολικό ερωτικό πάθος, η αγάπη του άνδρα και της γυναίκας, παραμένει και μετά την πτώση μια ανοιχτή δυνατότητα προσωπικής καθολικής αναφοράς, διασώζει περισσότερο από κάθε άλλη μορφή ζωής μετά την πτώση, την αλήθεια του προσώπου, την έξοδο από το χώρο των αντικειμενοποιημένων ατόμων, την ακατάλυτη πραγματικότητα της εικόνας του Θεού στον άνθρωπο».[8] Αναγνωρίζει βεβαίως ο Γιανναράς τη σημασία του μυστηρίου του Γάμου, καθώς με τον Γάμο έρχεται η Εκκλησία να «αποκαλύψη στον έρωτα την οδό της Θεογνωσίας, να φανερώση την εικόνα του Τριαδικού Πρωτοτύπου στην ανδρόγυνη ενότητα της ανθρώπινης φύσεως».[9]
Η ριψοκίνδυνη θεολογικά αναλογία μεταξύ της ανδρόγυνης σχέσης ως εικόνας του Τριαδικού Πρωτοτύπου που προϋποθέτει την άποψη πως δεν διαφέρει ο έρωτας μεταξύ των θείων προσώπων από εκείνον μεταξύ ανθρωπίνων προσώπων, σε συνδυασμό με την αποθέωση της ερωτικής έκστασης, την οποία ο Γιανναράς νοεί ως αγαπητική αυθυπέρβαση με σκοπό την πληρότητα του προσώπου, και με την άποψη ότι δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ θείου και ανθρώπινου έρωτα, αλλά μόνο μεταξύ του όντως έρωτα και της παραφθοράς του, δηλαδή του αυτοερωτισμού της βιολογικής ατομικότητας, προκαλούν αντιδράσεις.[10] Στις περί έρωτα απόψεις του αντιδρούν πουριτανοί των θρησκευτικών oργανώσεων, ορισμένοι εκπρόσωποι της ακαδημαϊκής θεολογίας που δεν δέχονται τον Γιανναρά ως καθηγητή στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας και τέλος, εκ μέρους των μοναχών του Αγίου Όρους, ο μοναχός Θεόκλητος, που τον κατηγορεί για φιληδονία και «νεονικολαϊτισμό».[11]
Ο Γιανναράς αποδεικνύεται δημιουργικός και τολμηρός, καθώς με τα έργα του ανταποκρίνεται στα αιτήματα της εποχής του και ανανεώνει τη θεολογική σκέψη στον Ελλαδικό χώρο. Τα έργα του περί έρωτα δημοσιεύονται την περίοδο της εμφάνισης πολλών κινημάτων απελευθέρωσης, όπως του φεμινισμού, και συμπίπτουν χρονικά με την επαναστατικότητα που συνοδεύει τα γεγονότα του Μάη του 1968 στη Γαλλία και του πνεύματος της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα. Νέοι της εποχής του βρίσκουν στα έργα του μια εκδοχή της Ορθοδοξίας που καταφάσκει τον έρωτα και δικαιώνει τις αισθήσεις. Αλλά και άλλοι θεολόγοι θα ακολουθήσουν το παράδειγμά του και θα αρχίσουν να θίγουν πιο ανοιχτά ζητήματα ερωτικών σχέσεων των δύο φύλων.[12] Αντί να καταδικάζει τον νεανικό έρωτα, όπως θα έκαναν οι πουριτανοί των οργανώσεων και κάποιοι ασκητές του Αγίου Όρους, ο Γιανναράς εξασφαλίζει έναν καλό λόγο, έναν λόγο φιλάνθρωπο, γεμάτο κατανόηση, για τους νέους που ερωτεύονται. Αναφερόμενος στον έρωτα, διακρίνει δύο τύπους, όπως προανέφερα: τον αδιάφθορο, εκστατικό όντως έρωτα και τον ζωώδη έρωτα που αποτελεί τρόπο ικανοποίησης ατομικών επιδιώξεων, συμφερόντων και ορέξεων. ακόμα και όταν ο δεύτερος εκφράζεται μέσα στον γάμο. Ο Γιανναράς στρέφει την προσοχή του στην ποιότητα της σχέσης και όχι στο εάν έχει νομιμοποιηθεί αυτή μέσω του θρησκευτικού γάμου ή αν έχει ρυθμιστεί από κανόνες σαρκικής ικανοποίησης. Ενδεικτικά στηλιτεύει τη συμφεροντολογική ένωση ανθρώπων και την υποτίμηση του ανθρώπινου έρωτα από την Εκκλησία και εκθειάζει την αμοιβαία αφοσίωση των ερωτευμένων προσώπων και γράφει: «Ο έρωτας των νέων και αδιάφθορων από τις σκοπιμότητες παιδιών, αυτό το πάθος της ειλικρίνειας και της αφοσιώσεως, ο πλούτος της ζωής και της αλήθειας που είναι η ερωτική αγάπη στα χρόνια της νεανικής καθαρότητας, η αμεσώτερη πρόγευση της αληθινής αγάπης για τον Θεό, δεν βρίσκει χώρο μέσα στη ζωή της Εκκλησίας· ενώ την ίδια στιγμή η Εκκλησία αποδέχεται και ‘νομιμοποιεί’ με το μυστήριο του γάμου την απροκάλυπτα συμφεροντολογική ένωση ανθρώπων που αποβλέπουν μόνο στη λύση οικονομικών τους προβλημάτων ή στην ικανοποίηση άνομων ορμών της προχωρημένης τους ηλικίας. Δεν μπορεί να είναι αυτό το ήθος της Εκκλησίας, η φανέρωση της Νύμφης του Χριστού, η εικόνα των γάμων του Αρνίου, η μεταμόρφωση της φυσικής ζωής σε αλήθεια και ‘γνώση’ του απρόσιτου μυστηρίου του Τριαδικού Θεού».[13]
Οι θέσεις του Γιανναρά περί έρωτος αντιμετωπίστηκαν αρνητικά, καθώς υπήρχε ο φόβος ότι μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για μια θεολογική αιτιολόγηση των προγαμιαίων σχέσεων, τις οποίες ο ίδιος ο Γιανναράς ισχυρίζεται πως δεν δικαιώνει στα έργα του.[14] Η φοβία μεγάλης μερίδας χριστιανικών κύκλων της Ελλάδας ενώπιον ενός αχαλίνωτου ερωτισμού απέκλεισε τον Γιανναρά από την ακαδημαϊκή θεολογία. Ωστόσο, παρά τις αντιδράσεις των συντηρητικών κύκλων της Εκκλησίας και την καταδίκη του από μοναχούς του Αγίου Όρους, οι περί έρωτος απόψεις του Γιανναρά αξιοποιήθηκαν από ένα μέρος του πληρώματος της Εκκλησίας και από αρκετούς θεολόγους που βρήκαν στα έργα του μια θεολογία του έρωτα, η οποία εξύψωνε την ετερόφυλη σχέση και απενοχοποιούσε τον έρωτα μεταξύ των δύο φύλων. Στη θεολογική προσέγγιση του έρωτα, αυτό που είχε σημασία, για τον Γιανναρά, είναι η αμοιβαία κένωση των ερωτευμένων και η υπέρβαση του εγωισμού και ατομισμού, προκειμένου να επιτευχθεί η κοινωνία των προσώπων. Σε εποχές που ο ηθικισμός της Εκκκλησίας άρχισε να φαίνεται παρωχημένος και να αφήνει τους νέους αδιάφορους ως προς το τι ορίζουν οι Ιεροί Κανόνες για τη διαχείριση της ερωτικής ζωής, η σκέψη του Γιανναρά αξιοποιήθηκε και στο πλαίσιο της διδασκαλίας της Χριστιανικής Ηθικής ως μέρος του μαθήματος των Θρησκευτικών.[15]
Η θεολογική προσέγγιση του έρωτα στον Γιανναρά προϋποθέτει τη σεξουαλικότητα και την οντολογική διάκριση των δύο φύλων. Επιπλέον, ενώ αναγνωρίζει την αξία της θηλυκότητας ως τον έναν από τους δύο πόλους της διάφυλης σχέσης, επικρίνει την αυτονομημένη θηλυκότητα και τη συνδέει με έναν φεμινισμό που προωθεί τη γυναίκα-άτομο. Για τον Γιανναρά, η σύγχρονη τάση για αυτονόμηση του σεξ υποβιβάζει τη γυναίκα σε γυναίκα-είδος και την υποτάσσει στην ανδρική απληστία και την εμπορική εκμετάλλευση. Σε έναν άρθρο του όπου δικαιολογεί τον «αντιφεμινισμό» (εννοεί μια καχυποψία για τη γυναίκα) της Εκκλησίας γράφει: «Ο ‘αντιφεμινισμός’ της Εκκλησίας ανάδειξε την αγαπητική δύναμη του ανθρώπου σε κατεξοχήν γνωστική δυνατότητα, σε αφετηρία του ‘θείου έρωτα’, ανάδειξε τη συζυγία σε σχέση αποκαλυπτική της ‘διαθήκης’ του Θεού με τον άνθρωπο, και τον γάμο σε μυστήριο θεοφάνειας και θεογνωσίας».[16]
Η γυναίκα για τον Γιανναρά καταξιώνεται ως γυναίκα-σχέση και προορίζεται να καταστεί πρόσωπο μέσω της σχέσης της με έναν άντρα, τον σύζυγό της. Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, η απέχθεια που νιώθει ο ίδιος τόσο για τη γυναίκα-άτομο που υποτάσσεται στις ορμές της όσο και για τη «στρατευμένη γυναίκα των θρησκευτικών σωματείων», την άγαμη, η όψη και η εμφάνιση της οποίας στα μάτια του σφραγίζεται με «τη σκληράδα του καταπιεσμένου ερωτισμού».[17][18]
Ο Γιανναράς διατηρεί τις περί έρωτος θέσεις του μέχρι το τέλος της συγγραφικής του πορείας. Ο ισχυρισμός του ότι ο ετερόφυλος έρωτας αποτελεί προϋπόθεση για να φτάσει να κατανοήσει κάποιος τον θείο έρωτα και να προχωρήσει στη θεογνωσία, αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της κριτικής που του έχει ασκηθεί από τους πουριτανικούς κύκλους και τους συντηρητικούς μοναχούς, οι οποίοι αναρωτιούνται αν «τα αναρίθμητα πλήθη των Αγίων, οι παρθενεύσαντες και παρθενεύοντες, οι άγευστοι του έρωτος αυτού […] είναι καταδικασμένοι να μείνουν ανέραστοι, δίχως θείον έρωτα».[19]
Το θέμα της θεολογικής προσέγγισης του έρωτα παραμένει επίκαιρο. Στα ζητήματα που συζητιούνται εδώ και εξήντα χρόνια προστέθηκαν νέα, δηλαδή, εκείνα που αφορούν διαφορετικές σεξουαλικότητες και το θέμα της θέσης στην Εκκλησία όσων αναζητούν την πληρότητα του προσώπου τους ελκυόμενα από το ίδιο φύλο. Αν και οι περί προσώπου θέσεις του Γιανναρά προϋποθέτουν ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να υπερβούν τον φυσικό ατομισμό τους και να αγαπήσουν, ο ομοφυλόφυλος έρωτας καταδικάζεται ως αφύσικος και απορρίπτεται ως δυνατότητα η ερωτική έκσταση και η αγάπη μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου.
Υιοθετώντας μια φυσιοκεντρική προσέγγιση γράφει ο Γιανναράς: «Η ομοφυλοφιλική σεξουαλικότητα ακυρώνει ολόκληρο το ψυχοσωματικό δίκτυο των λειτουργιών της έμφυλης διαφοράς – με άλλα λόγια, αυτό που είναι φυσικό διαστρεβλώνεται σε κάτι αφύσικο, έτσι ώστε το εγώ να μπορεί να απολαμβάνει αφύσικη ηδονή (δηλαδή ηδονή χωρίς την πλήρη εκπλήρωσή της)».[20]
Ανεξάρτητα από τις θεολογικές προϋποθέσεις των εμπλεκόμενων στην περί έρωτος συζήτηση, η έριδα υπέφερε από ανταγωνιστικό πνεύμα, στρατηγικές επίδειξης δύναμης και ισχύος και από το λογικό σφάλμα ότι συχνά οι εμπλεκόμενοι επιχειρηματολογούν ενάντια στο άτομο που εκφέρει επιχειρήματα. Ωστόσο, ακριβώς όλα τα παραπάνω στοιχεία της εν λόγω έριδας, την κατέστησαν μια συναρπαστική θεολογική αντιπαράθεση που δείχνει ότι τα θέματα του έρωτα και της σεξουαλικότητας διατηρούν τον ταμπουικό τους χαρακτήρα, παραμένουν ανοιχτά και καθίστανται ακανθώδη σε επικίνδυνο βαθμό για όσους και όσες τα θίγουν στο πλαίσιο της Ορθόδοξης χριστιανικής Εκκλησίας.
[1] Για μια ευσύνοπτη, συστηματική και κριτική παρουσίαση του συνόλου του έργου του Χρήστου Γιανναρά βλ. Σταύρος Γιαγκάζογλου, «Τὸ ἀληθεύειν ὡς κοινωνεῖν. Θεολογία και φιλοσοφία στο έργο του Χρήστου Γιανναρά», Φρέαρ 13 (2024) διαθέσιμο: https://mag.frear.gr/to-alitheyein-os-koinonein-theologia-kai-filosofia-sto-ergo-toy-christoy-giannara/ . Για την πολιτική θεωρία του και τον τρόπο που αυτή διαπλέκεται με την οντολογία βλ. Διονύσιος Σκλήρης, «Πολυφωνία και οντολογική αλήθεια στην κοινότητα κατά τον Χρήστο Γιανναρά», Φρέαρ 13 (2024) διαθέσιμο: https://mag.frear.gr/polyfonia-kai-ontologiki-alitheia-stin-koinotita-kata-ton-christo-giannara/#_ftn31
[2] Ι. Κεδρηνός (Χρήστος Γιανναράς) «Ασκητική νοοτροπία και χριστιανική παράδοσις», Ανάπλασις 87 (1960), 101-102 και 109, Του Ίδιου, «Η ανανέωσις της αφιερώσεως», Ανάπλασις 88 (1960),116-117 και Του ίδιου, «Η αχίλλειος πτέρνα», Ανάπλασις 90 (1960), 148-150.
[3] Ι. Κεδρηνός (Χρήστος Γιανναράς) «Η ανανέωσις της αφιερώσεως», σελ. 117.
[4] Θεόκλητος Διονυσιάτης, «Προβλήματα του Μοναχικού Βίου. Ένας πνευματικός αντίλογος», Ανάπλασις 89 (1960), 132-133.
[5] Για το ιστορικό της έριδας και τη σχετική πρωτογενή βιβλιογραφία βλ. Αριστείδης Κούρτης, Η θεολογική έριδα με αφορμή τις περί έρωτος και σεξουαλικότητας ιδέες του Χρήστου Γιανναρά, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ, 2008.
[6] Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, εκδ. Αθηνά, Αθήνα, 1970, σελ. 139.
[7] Στο ίδιο, σελ. 116.
[8] Στο ίδιο, σελ. 117-118.
[9] Στο ίδιο, σελ. 118.
[10] Για το πώς βίωσε την έριδα ο ίδιος ο Γιανναράς και για τον τρόπο που απάντησε στις κατηγορίες για αχαλίνωτη σεξουαλικότητα, ελευθεριότητα, ανηθικότητα και αίρεση βλ. την προσωπική μαρτυρία στο Χρήστος Γιανναράς, Καταφύγιο Ιδεών: μαρτυρία, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1987 και του ίδιου, Ερωτικών αμφιλογία ή περί λιβελλοπράγμονος μοναχού, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1989.
[11] Μοναχού Θεόκλητου Διονυσιάτου, Περί Θείου και Ανθρώπινου Έρωτος: Α. Ο Νεονικολαϊτισμός του Χρ. Γιανναρά, Γ΄ εκδ. εκδ. Σπηλιώτη, Αθήνα 2005. Του ίδιου, Περί Θείου και Ανθρώπινου Έρωτος: Β. Ο Νικολαϊτικός ερωτισμός των νεορθοδόξων, Β΄ εκδ. εκδ. Σπηλιώτη, 2005 και Του ίδιου, Περί Θείου και Ανθρώπινου Έρωτος Γ. Αναίρεση συκοφαντιών, Β΄εκδ. εκδ. Σπηλιώτη, Αθήνα 2005.
[12] Ενδεικτικά αναφέρουμε το τεύχος 32 του 1989 του περιοδικού Σύναξη που είναι αφιερωμένο στον έρωτα και που φαίνεται να προκαλεί την αντίδραση των συντηρητικών μοναχών. Ο μοναχός Θεόκλητος κατηγορεί τους θεολόγους συγγραφείς της Σύναξης ότι «έπεσαν στον ίδιο βόθυνο με τον κ. Γιανναρά… και ενόμισαν, όπως ο κ. Γ., ότι, δια μέσου των ηδονικών, συναισθηματικώς και σαρκικώς, ετεροφύλων ερωτισμών, ταξιδεύουν με ούριον άνεμον για θείους έρωτες». Και διερωτάται ρητορικώς στη συνέχεια: «Είναι ή δεν είναι νεονικολαϊτική αίρεση οι εμπειρικές φαντασιώσεις των;». Μοναχού Θεόκλητου, Περί Θείου και Ανθρώπινου Έρωτος Γ. Αναίρεση συκοφαντιών, σελ. 134.
[13] Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, σελ. 143-144.
[14] Γιανναράς, Ερωτικών αμφιλογία ή περί λιβελλοπράγμονος μοναχού, σελ. 18.
[15]Το έργο του Γιανναρά Η ελευθερία του ήθους μνημονεύεται στη βιβλιογραφία και οι ιδέες του απηχούνται σε σχολικά εγχειρίδια Θρησκευτικών των τελευταίων δεκαετιών. Βλ. Κούρτης, Η θεολογική έριδα με αφορμή τις περί έρωτος και σεξουαλικότητας ιδέες του Χρήστου Γιανναρά, σελ. 64-65. Το γεγονός αυτό το επισημαίνει ο Θεόκλητος και εκφράζει την ανησυχία του για την απήχηση που διαπιστώνει ότι έχει το έργο του Γιανναρά γενικότερα και ειδικότερα στην εκπαίδευση. Βλ. πρόλογος στο Μοναχού Θεόκλητου, Περί Θείου και Ανθρώπινου Έρωτος Γ. Αναίρεση συκοφαντιών.
[16] Χρήστος Γιανναράς, «Ο ‘αντιφεμινισμός’ της Εκκλησίας» στο Χρ. Γιανναράς κ.ά. Έρως και Γάμος, Σύνορο, Αθήνα 1972, 163-171, εδώ σελ. 168-169.
[17] Στο ίδιο, σελ. 169-170.
[18] Για τον τρόπο που παρουσιάζεται η σεξουαλικότητα των αφιερωμένων θρησκευόμενων γυναικών, βλ. Σπυριδούλα Αθανασοπούλου-Κυπρίου, «’Θεούσες’: Η νεορθόδοξη παρουσίαση της θέσης και της σεξουαλικότητας των γυναικών μέσα στη θρησκευτική κίνηση ‘Ζωή’ στα μέσα του 20ού αιώνα» στο Σπυριδούλα Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Όχι Εγώ: Κείμενα Πολιτικής Θεολογίας με Αναφορές σε Θέματα Φύλου, Θρησκείας και Ιδεολογίας, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 2011, σελ. 53-68. Για τις θρησκευόμενες γυναίκες ως εμπρόθετα υποκείμενα βλ. της ίδιας, «Χειραφέτηση μέσω της αγαμίας; Οι γυναικείες αδελφότητες της κίνησης της Ζωής και ο ρόλος τους στην ανάπτυξη ενός ‘χριστιανικού φεμινισμού’ στην Ελλάδα, 1938-1960» στο Σπ. Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Στο Όριο: Έμφυλα κείμενα χριστιανικής παρουσίας, ιστορίας, κρίσης και ελπίδας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2016, σελ. 37-94.
[19] Μοναχού Θεόκλητου, Περί Θείου και Ανθρώπινου Έρωτος: Α. Ο Νεονικολαϊτισμός του Χρ. Γιανναρά, σελ. 17.
[20] Christos Yannaras, «Church and Sexuality», The Wheel 13/14 (2018), 72-82, εδώ σελ. 80.

