Η πολιτιστική συνεισφορά της Γερμανίας στην ανθρωπότητα έχει υπάρξει, για όσους δεν το γνωρίζουν, εξαιρετικά γενναιόδωρη. Ήδη από την Παλαιολιθική εποχή, η περιοχή με την οποία συμπίπτουν τα σημερινά γεωγραφικά της όρια έχει προσφέρει στην ανθρωπότητα μερικά από τα πρώτα δείγματα υψηλής χειρωναξίας και δημιουργικότητας. Μεταξύ αυτών τον αριστοτεχνικό, μυστηριώδη Λιονταράνθρωπο (Löwenmensch), μήκους μόλις τριάντα ενός εκατοστών –φιλοτεχνημένου σε χαυλιόδοντα μαμούθ– λατρευτικού φιγουρινίου, το οποίο θεωρείται ως το αρχαιότερο σωζόμενο δείγμα αναπαραστατικής τέχνης και το παλαιότερο ανθρωπόμορφο (ή ζωόμορφο) γλυπτό στην παγκόσμια ιστορία.
Οδεύοντας βορειο-ανατολικά τoυ Μέλανα Δρυμού (Schwarzwald) και εισερχόμενοι στο κρατίδιο της Θουριγγίας (Thüringen), συναντάμε τη Βαϊμάρη (Weimar), μια πόλη με πληθυσμό όσο αυτού της γενέτειράς μου, της Καλαμάτας. Η ιστορικογεωγραφική της σημαντικότητά δεν έχει να κάνει μόνο με την ίδρυση του πρωτοποριακού κινήματος Bauhaus, στις αρχές του περασμένου αιώνα (1919), αλλά και με το ότι, εκατό χρόνια πιο πριν, αποτέλεσε τη δυναμικότερη κοιτίδα και το επίκεντρο του Γερμανικού Διαφωτισμού. Της δεύτερης χρυσής περιόδου της Βαϊμάρης του Gropius, του Kandinsky, του Klee, του van Doesburg, του Moholy-Nagy και της παρέας τους, είχε προηγηθεί μια εξίσου λαμπρή πρώτη, κατά την οποία βρίσκουμε ενεργή –μαζί με τον Schiller, τον Liszt και πολλούς άλλους– μια από τις πιο εξέχουσες προσωπικότητες της Ευρωπαϊκής διανόησης.
Η επιρροή που άσκησε ο ευρυμαθής Johann Wolfgang von Goethe από διάφορους ρόλους –ως ποιητής, συγγραφέας, δραματουργός, κριτικός, επιστήμονας (με μελέτες, έρευνες και πραγματείες πάνω στη βοτανολογία, την ανατομία, την οπτική, τη γεωλογία, τη μετεωρολογία, την αστρονομία, μεταξύ άλλων), ακόμη και ως πολιτικός (έχοντας διατελέσει υπουργός και προσωπικός σύμβουλος του Δούκα Carl August για μια δεκαετία και συμβάλει στον εκμοντερνισμό των δημοσίων υποδομών και υπηρεσιών, την υποστήριξη των τεχνών και του εκπαιδευτικού συστήματος, τη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών διαβίωσης και την κατάργηση της δουλείας!)– είναι στοιχειωδώς αναγνωρισμένη. Δεν συμβαίνει το ίδιο όμως, με μια άλλη, αρκετά αγνοημένη πτυχή του απαστράπτοντος πανεπιστήμονα: αυτήν του ερασιτέχνη καλλιτέχνη. Παρότι η επιστημονική θεωρία του για τα χρώματα (Farbenlehre, 1810) επηρέασε κατά καιρούς πολλούς επιφανείς ζωγράφους –Turner, Kandinsky, Klee, κ.ά.– η έμπρακτη συμβολή του ως δημιουργού έχει περάσει «στα ψιλά», που λέμε.
Ποιος ακούει ποτέ για τον βωμό της Αγαθής Τύχης του (Agathé Tyché ή Stein des guten Glücks), για παράδειγμα, ένα έργο που σχεδίασε ο Goethe το 1777 –με την καίρια αρωγή του χαράκτη, ζωγράφου και γλύπτη Adam Friedrich Oeser– για τον κήπο της εξοχικής του κατοικίας, στο πάρκο Ilm; Ποιος γνωρίζει πως, σε αντιδιαστολή με τον Λιονταράνθρωπο, το πρώτο μη-παραστατικό μνημείο της Γερμανίας, και ίσως όχι μόνο της Γερμανίας, είναι συνδημιούργημα του Goethe και ενός πρώην δασκάλου του;
Πρόκειται, καταρχάς, για ένα έργο που δημιουργήθηκε εν μέσω μιας εποχής στην οποία οι δυο κυρίαρχες τάσεις, ο Ρομαντισμός και ο Νεοκλασικισμός, εκτός του ότι κινούνταν σε αντίθετες κατευθύνσεις, δεν έδειχναν να επιδιώκουν διακαώς κι επειγόντως τη μινιμαλιστική αφαίρεση. Πώς γίνεται λοιπόν ένας εικοσιοκτάχρονος, μη (επαγγελματίας) καλλιτέχνης, να καταφέρνει να συλλαμβάνει κάτι τόσο «μοντέρνο» αισθητικά, τόσο «προχωρημένο», σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν την ώρα του; Μπορεί η ανάγκη για την απλότητα να έχει εξεταστεί φιλοσοφικά ήδη από την αρχαιότητα (Lao Tzŭ, Επίκουρος, Στωικοί, κ.ά.), ως επίσημο καλλιτεχνικό κίνημα ωστόσο, ο μινιμαλισμός –ανεξαρτήτως της τεράστιας και καθοριστικής συνεισφοράς στην πλαστική πραγμάτωσή του από τον Brâncuși, τον Malevich και τους Ρώσους κονστρουκτιβιστές στο μεσοδιάστημα– γεννήθηκε στις ΗΠΑ, μόλις τη δεκαετία του 1950. Δεν υπάρχει καμία εξήγηση που να δικαιολογεί ιστορικο-χρονολογικά, ή έστω να προετοιμάζει, τη γέννηση αυτού του αναπάντεχου καλλιτεχνικού φαινομένου.
Εδώ αυτόματα έρχεται στο νου μας μια άλλη εντυπωσιακή περίπτωση ατόμου, το οποίο ενώ ούτε προέρχεται ούτε συνδέεται ιστορικά με ένα συγκεκριμένο πεδίο δραστηριότητας, κατορθώνει να αφήσει σε αυτό αθόρυβα, μνημειώδες αποτύπωμα: πρόκειται για τον (Βίκτορα) Hugo. Δεν γνωρίζουμε αν κάποιος μεγάλος σύγχρονός του γλύπτης –και υπάρχουν ένα σωρό, όπως οι Canova, Houdon, Pajou, Schadow, Thordvalsen– εξέφρασε ποτέ θαυμασμό για το χάρισμα ή την επαναστατική νεωτερικότητα του Goethe, ούτε αν παραδέχτηκε τόσο ταπεινόφρονα όσο ο Delacroix, ότι αν ο Hugo –ο οποίος ήταν μάλιστα θαυμαστής του– επέλεγε τη ζωγραφική αντί της συγγραφής, θα γινόταν ο μεγαλύτερος ζωγράφος του αιώνα του! Πολύ πιθανόν να το έκανε από μέσα του ο Brâncuși, αν είχε όντως υπόψη του το εν λόγω έργο. Τουλάχιστον έτσι διαισθανόμαστε εμείς, φανταζόμενοι την έκπληξη, τον θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη του μεγαλύτερου γλύπτη του 20ού αιώνα προς κάτι τόσο αισθητικά ρηξικέλευθο.
Σκαλισμένος σε ψαμμίτη, ο πέτρινος βωμός είναι, κατά διαβολική σύμπτωση, αφιερωμένος σε μια κυρία ονόματι von Stein. Τη «στενή» φίλη, μούσα και «αδελφή ψυχή» του –όπως την αποκαλούσε– Charlotte, μια μεγαλύτερη ηλικιακά, παντρεμένη γυναίκα και μητέρα επτά παιδιών, η διακριτική επιρροή της οποίας επέσπευσε την πνευματική ωρίμαση και κοινωνική του αναγνώριση. Το έργο καθεαυτό αποτελεί, στην πραγματικότητα, την προσωπική εκδήλωση ευγνωμοσύνης του νεαρού Johann Wolfgang προς την (καλή του) τύχη για τη γνωριμία τους. «Οι ζωές των ξένων είναι ο καλύτερος καθρέφτης στον οποίο μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη δική μας φύση», γράφει σε μια από τις χίλιες οκτακόσιες περίπου επιστολές του προς αυτήν ο Goethe. Και η αγαπημένη του Lotte, που μόνο «ξένη» δεν υπήρξε γι’ αυτόν, ήταν ο μεγεθυντικός καθρέφτης που του επέτρεψε να παρατηρήσει το είδωλό του με εξονυχιστική περιέργεια.
Στο συγκεκριμένο γλυπτό, τα εν προκειμένω εμπλεκόμενα πρόσωπα αντιπροσωπεύονται συμβολικά από δύο γεωμετρικά στερεά, τον κύβο και τη σφαίρα, με τον πρώτο –που λειτουργεί τόσο ως ήμισυ όσο και ως βάση της σύνθεσης– να αναφέρεται στην ακινησία, τη σταθερότητα, τη στατικότητα, τη μονιμότητα και τη δεύτερη, στον δυναμισμό, την κίνηση, την παροδικότητα, την αλλαγή. Σε αυτό αναπαρίσταται, λιτά και συμπυκνωμένα, η απροσδόκητη, ευτυχής συγκυρία της αλληλο-ισοστάθμισης των δυο αντίρροπων δυνάμεων που ρυθμίζουν την φυσική και ψυχική ισορροπία. Ο Goethe που, προηγουμένως, «σαν μπάλα πεταγόταν από τη μια ώρα στην επόμενη», είχε βρει επιτέλους, σχηματικά, ηρεμία και ισορροπία (πάνω) στη Charlotte.
Όπως συμβαίνει πάντα στις περιπτώσεις όπου η φαινομενική απλοϊκότητα ενός αριστουργήματος ξεγελά το μάτι, το θέαμα που απολαμβάνει κανείς ανιδρωτί είναι απόρροια επισταμένης μελέτης και καλομετρημένου υπολογισμού. Μπορεί σήμερα ο συνδυασμός των δυο αυτών γεωμετρικών στοιχείων να απαντάται ως διακοσμητικό μοτίβο σε απολήξεις καγκέλων περίφραξης και σε κεφαλάρια κρεβατιών, ωστόσο, το ότι το πάντρεμά τους συνέστησε αυτοσκοπό για τη συγκρότηση ενός αμιγώς καλλιτεχνικού έργου στα τέλη του 18ου αιώνα, καθιστά το εγχείρημα του Goethe κάτι το τελείως αδιανόητο.

