Franz Xaver Messerschmiedt (1736-1783), Character Head No5, Der Gähnende (Ο «χασμώμενος»), κασσίτερος, 42 x 21.5 x 26 εκ, 1771-83. Museum of Fine Arts, Βουδαπέστη, Ουγγαρία.

Γιώργης Βραχνός

Μια εικόνα, χίλιες λέξεις, IV

(Ή, μια εικόνα σε χίλιες λέξεις)

Ο Franz Xaver Messerschmidt (1736-1783) γεννήθηκε στο Wiesensteig της Νοτιοδυτικής Γερμανίας και προερχόταν από οικογένεια καλλιτεχνών –ο αδερφός, ο παππούς, και τα τρία αδέρφια της μητέρας του ήταν επαγγελματίες γλύπτες. Mεγάλωσε στο Μόναχο και πρωτομυήθηκε στα μυστικά της τέχνης από τον θείο του Johann Baptist Straub πριν μεταβεί στο Graz της Αυστρίας για να συνεχίσει τη μαθητεία του στο εργαστήρι το άλλου θείου του, Philipp Jakob Straub, και καταλήξει για σπουδές στην περιώνυμη Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης με τους Balthasar Ferdinand Moll και Jacob Schletterer ως δασκάλους.

Η παθιασμένη εντρύφησή του στη λάξευση της πέτρας και του ξύλου –όπως αυτή του εισηγητή του μοντερνισμού Brâncuși– συντέλεσε στο να καταρτιστεί εντυπωσιακά στα πρότυπα της Μπαρόκ, Ροκοκό και κλασικής τεχνικής κι αισθητικής από νεαρή ηλικία. Ως εκ τούτου, το ισχυρό ταλέντο του δεν άργησε να τραβήξει την προσοχή της αυλής των Αψβούργων, με αποτέλεσμα να δεχτεί από κει τις πρώτες του παραγγελίες.

Ακολούθως, όπως οι περισσότεροι επίδοξοι νέοι καλλιτέχνες της εποχής, ταξίδεψε στη Ρώμη για να μελετήσει την πλούσια γλυπτική παράδοση της Αιώνιας Πόλης. Η βραχύχρονη αλλά επιδραστική επαφή του με τον Νεοκλασικισμό και τον ρεαλισμό των πορτραίτων της αρχαίας αυτοκρατορίας και αυτή με εξέχουσες προσωπικότητες όπως ο Ελληνιστής ιστορικός Johann Joachim Winckelmann και ο ζωγράφος και θεωρητικός Anton Raphael Mengs, θα τον ωθήσουν να αποτινάξει σταδιακά τις προηγούμενες επιρροές του και να καταπιαστεί με πειραματική περιέργεια κι «επιστημονική» ωμότητα στη σπουδή των έργων από τα οποία προκύπτει το επιλεχθέν μας παράδειγμα.

Σίγουρα, καταλύτης της κοσμογονικής του μετάβασης προς ένα τόσο καινοφανές πεδίο δημιουργίας υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, η απροσδόκητη συγκυρία της εκδήλωσης συμπτωμάτων ψυχωσικής διαταραχής στη συμπεριφορά του, κάτι που ατυχώς (παρότι αναμενόμενα) θα του στερήσει το πολυπόθητο όνειρο να διεκδικήσει τη θέση τακτικού καθηγητή Γλυπτικής στην Ακαδημία, που μόλις είχε αδειάσει. Παράλληλα, καίριο ρόλο έπαιξε το νεοαποκτηθέν του ενδιαφέρον για την (ψευδο-) επιστήμη της Φυσιογνωμικής –και το πώς συνδεόταν με την Παθολογία στις μελέτες των ανθρωπίνων συναισθημάτων του Johann Kaspar Lavater και άλλες πρόσφατες ιατρικές θεωρίες, όπως αυτές του Franz Anton Mesmer– καθώς και ο αρνητικός αντίκτυπος που προκάλεσε η παραγωγή των συγκεκριμένων έργων στους συναδέλφους του.

Πρόκειται για μια σειρά πορτραίτων (ο ίδιος τα αποκαλούσε Kopfstücke), που ο γλύπτης ξεκίνησε το 1770 και τα οποία θα τον απασχολήσουν εμμονικά και σχεδόν αποκλειστικά για τα υπόλοιπα (τελευταία) δεκατρία χρόνια της ζωής του, μέχρι τον πρόωρο θάνατό του στην ηλικία των σαρανταεπτά ετών. Από τα εκατό κεφάλια που λέγεται πως είχε αρχικά σχεδιάσει να αποπερατώσει, βρέθηκαν στο εργαστήριό του εξήντα εννέα, από τα οποία τελικά διασώθηκαν μόνο σαράντα εννέα.

Σε αυτά τα πορτραίτα ο Messerschmidt κατάφερε να αποδώσει με θαυμαστή τεχνική αρτιότητα, νατουραλιστική πλαστικότητα, ακρίβεια και πειστικότητα διάφορες εκδοχές ανεπανάληπτων προσωπικών παραμορφώσεων, χωρίς, ειρήσθω εν παρόδω, την πολυτέλεια ολικής εξάρτησης ή έστω μερικής υποβοήθησης από τη φωτογραφία, όπως συνέβη κατά κόρον από καλλιτέχνες μεταγενέστερων γενεών.

Αναπόφευκτα, η ιδιοσυγκρασιακή του αντίληψη θα τον φέρει σε μετωπική σύγκρουση με μια κατεστημένη αισθητική παράδοση που, ειδικά στο γλυπτό πορτραίτο, προσδοκούσε να αποδίδεται ο αναπαριστάμενος ήρεμος, σοβαρός και ασυγκίνητος, ανεπηρέαστος από παρεισφρέουσες, παθολογικής φύσης στρεβλώσεις που τυχόν διακυβεύουν αισθητικά την προοπτική να αποπνέει η όψη του σεβασμό και αξιοπρέπεια στο επέκεινα. Σε αυτό το είδος το μέλημα του γλύπτη είναι να υπονοεί τη συναισθηματική κατάσταση ή τις ψυχολογικές ιδιαιτερότητες του ατόμου και όχι καθεαυτό να υπερτονίζει παραστατικά πώς εμφαίνονται επιφανειακά οι όποιες οργανικές ή φυσιογνωμικές αντιδράσεις στη σάρκα και να μετασχηματίζει με συνθετική οικονομία και χειρωνακτική ευφυΐα την πεμπτουσία του εσώκοσμού του στο υλικό της επιλογής του. Παρακάμπτοντας εμφατικά το πρώτο, παραδόξως, ο Messerschmidt δικαιώνεται θριαμβευτικά στο δεύτερο.

Με τέτοια μανία είχε καταπιαστεί με τους «πειραματισμούς» του ο Γερμανο-Αυστριακός γλύπτης που, επισκεπτόμενός τον ένας συλλέκτης στο εργαστήριό του το διάστημα που τα φιλοτεχνούσε, διέκρινε, έκπληκτος, μορφολογικές αλλοιώσεις στο πρόσωπό του –απόρροια της ανηλεούς δοκιμασίας στην οποία το υπέβαλλε, τσιμπώντας χαμηλά το δεξί του πλευρό μπροστά στον καθρέφτη για να παρατηρεί κι έπειτα εκμαιεύει τις επιθυμητές εκφραστικές αντιδράσεις που χρειαζόταν για να πλάθει ή σκαλίζει το είδωλό του. Ο ίδιος εξήγησε πως η δημιουργία των κραυγαλέα παραμορφωμένων πορτραίτων του ήταν ένας (ψυχοθεραπευτικός) τρόπος για να αντιμετωπίζει τα «κακά πνεύματα» που τον επισκέπτονταν στον ύπνο του.

Πολύ πριν το δέκατο όγδοο αιώνα, από την Αναγέννηση ήδη, μαρτυρείται αντίστοιχο διερευνητικό ενδιαφέρον από καλλιτέχνες προς τις πλαστικές δυνατότητες του ανθρωπίνου σώματος. Ο φρεσκο-απελευθερωμένος δημιουργός –επηρεασμένος από την επικρατούσα ουμανιστική, ανθρωποκεντρική κοσμοθεώρηση– είχε αρχίσει να αυτοπαρατηρείται εξονυχιστικά, απροκατάληπτα και να χαρτογραφεί απροκάλυπτα, με επιστημονική ακρίβεια και πιστότητα την εσωτερική κι εξωτερική του ανατομία.

Υπάρχουν, για παράδειγμα, το σχέδιο της Sofonisba Anguissola (Il fanciullo morso da un gambero, c. 1554), που λέγεται μάλιστα ότι ενέπνευσε, μισόν αιώνα αργότερα, το Ragazzo morso da un ramarro του Caravaggio. Επίσης, το πορτραίτο του Δημοκρίτου από τον Johannes Moreelse (1630), το The Bitter Draught του υπέροχου Adriaen Brouwer –που δικαίως θαύμαζαν οι Rubens, Rembrandt, van Dyck!– και το A Man Surprised του φίλου και μαθητή του Joos van Craesbeeck, όλα την ίδιας δεκαετίας. Όσον αφορά τη συνάφεια του εικονιζομένου έργου με άλλα της ίδιας περιόδου, αξίζει να αναφέρουμε τα Autoportrait, bâillant και The Great Yawner των Joseph Ducreux και Jean-Jacques Lequeu, αντίστοιχα. Αργότερα ακόμη, στη δεκαετία του 1820, συναντάμε το αφηγηματικότατο Réunion de trente-cinq têtes d’expression και τις αυτοπροσωπογραφίες του πολύ ιδιαίτερου Γάλλου Louis Léopold Boilly, καθώς και κάποια χαρακτηριστικά σκίτσα από τα Manga (Sketches of the Universe) του πάντα εκπληκτικού Hokusai, μεταξύ άλλων, που φαίνεται να υποκινούνται από ανάλογο πνεύμα.

Επιστρέφοντας στις τρεις διαστάσεις, βρίσκουμε το εντυπωσιακό πορτραίτο ενός ευγενούς του 13ου αιώνα από την Obalara’s Land του Owo της Νιγηρίας (της ίδιας περιοχής όπου άνθισε η απίθανη γλυπτική παράδοση των Ife), το Anima Dannata (1609) του Bernini, ενώ δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε τα «εναλλακτικά» πορτραίτα των Δημοκρίτου και Ηρακλείτου, καθώς κι ενός κλαίοντος αγοριού από τον μυστηριώδη Γερμανό Johann Christoph Ludwig Lücke, μέρος της παρεμφερούς καλλιτεχνικής ανησυχίας του οποίου –όντας τριάντα και πλέον χρόνια πρεσβύτερος– είχε εκτονωθεί τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες πριν από εκείνη του Franz Xaver. Η ένταση, ακρίβεια, μεθοδικότητα και συστηματικότητα με τα οποία επιδόθηκε ωστόσο ο τελευταίος στον προκείμενο κύκλο δημιουργιών είναι, ομολογουμένως, πρωτοφανή για τα χρονικά της γλυπτικής τέχνης.

Κύλιση στην κορυφή