Βαστώ με συμπάθεια τους κανόνες της λογοτεχνικής απόκρισής μου, κι ενώ αντιστέκομαι στην αγιοποίηση της μνήμης, αποκρίθηκα στο κάλεσμα του Δημήτρη Αγγελή — αφού όσο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο η γενιά μου μετατρέπεται σ’ ένα τακτοποιημένο, βολικό, σχεδόν αυτάρεσκο αφήγημα. Κι αυτό με ενοχλεί.
Θεωρώ πως δεν είμαι το τυπικό δείγμα αυτής της γενιάς. Παιδί της Αθήνας, χωρίς ρίζες στην επαρχία, χωρίς προγόνους και με τοπόσημα τις χαμένες πατρίδες, τρίτη γενιά προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής — δηλαδή αρκετά μακριά από την πρώτη απώλεια, ώστε να έχει πια μετατραπεί σε αφηρημένη έννοια, δηλώνω εξαρχής — όχι για να προκαλέσω, αλλά για να μη δυσαρεστήσω τους συνομηλίκους μου, πως ανήκω σε μια γενιά αναιμικού αφηγήματος.
Δεν απορρίπτω αφηγήσεις που συλλαμβάνω καθημερινά ως λαθραίος ωτακουστής ή συναντώ εν είδει άρθρων γνώμης σε fancy περιοδικά αισθητικής σοβαροφάνειας. Θα πω μόνο τούτο: όσοι κατασκευάζουν καινοφανείς ιστορίες — και είναι πάρα πολλοί— το κάνουν για να αποκτήσουν συγκεκριμένη ρίζα μνήμης, ένα στέρεο σημείο για να σταθούν, υιοθετώντας τις ζωές των προηγούμενων. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, όταν πλέον έχεις κατανοήσει πως η ευτυχία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η καλύτερη οργάνωση της συλλογικής δυστυχίας.
Γεννημένος το 1969, δεν έχω κάποιο μεγάλο εθνικό αφήγημα να με καθορίζει. Έμαθα νωρίς να κοιτάζω τη μνήμη με μισό βλέμμα καχυποψίας και μισό βλέμμα βαθιάς τρυφερότητας. Η χούντα με προσπέρασε σαν σκιά στην άκρη της παιδικής μου ηλικίας — ένας ψίθυρος στις κουβέντες των γονιών μου. Ύστερα ήρθαν οι διηγήσεις των προηγούμενων, εξαργυρώνοντας βραχυπρόθεσμα τους αγώνες τους και είναι κατανοητό. Εμείς, όμως, δεν ανήκουμε σ’ αυτούς. Το πιο τραυματικό γεγονός της παιδικής μου ηλικίας, ίσως να ήταν ο ποδαρόδρομος Αιάντειο – Παλούκια τον Ιούλιο του 1974, ημέρα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και της επιστράτευσης. Πέντε χρονών, κρατούσα τη μισότυφλη γιαγιά μου από το χέρι, ώσπου να φτάσουμε να περάσουμε από τα Παλούκια στο Πέραμα και στη συνέχεια να προλάβουμε τους επίστρατούς μας. Αλλά κι αυτή η ανάμνηση είναι πλέον τόσο ξεθωριασμένη, που μοιάζει περισσότερο με μια χρονική ρυτίδα στη γραμμική ζωή μου.
Μεγαλώνοντας στην πόλη, έζησα τη διαδοχή εποχών που υπόσχονταν κάτι που δεν ερχόταν ποτέ. Κι αυτό το «ποτέ» έμαθα να το διαχειρίζομαι με υπομονή, ειρωνεία και περιστασιακή αυταπάτη. Δεν μεγάλωσα με ρήξεις. Όχι επειδή όλα ήταν καλά, αλλά επειδή τίποτα δεν με ανάγκασε να σταθώ απέναντι. Ζούσα μια κανονικότητα που έμοιαζε δεδομένη, ακόμα κι όταν το σπίτι μου οικονομικά δυσπραγούσε — σε μια πόλη που με κράτησε με στοργή και μυστήριο, χωρίς να μ’ απαιτήσει.
Δεν είχα μνήμες καταδίωξης, ούτε λόγους να εξεγερθώ, πέρα από τις μαθητικές κινητοποιήσεις που ξήλωναν τους υπουργούς Παιδείας τον έναν μετά τον άλλον. Κι αν θυμάμαι κάτι με ένταση, είναι οι ελλείψεις της δεκαετίας του ʼ70. Δεν μας έλειψαν όλα, αλλά δεν μας περίσσεψε τίποτα. Τα πανάκριβα βιβλία των αγγλικών, οι εγκυκλοπαίδειες σε δόσεις, τα πρώτα τζιν παντελόνια —αντικείμενα σπανιότητας, όχι καθημερινότητας. Ό,τι αποκτούσαμε, το αποκτούσαμε με οικογενειακό σχέδιο, προσπάθεια και αναμονή.
Κάθε μήνα, συνήθως το εργάσιμο τότε Σάββατο, ο δοσάς χτυπούσε το κουδούνι της μονοκατοικίας κρατώντας μια κίτρινη ή γαλάζια κάρτα. Πληρωνόταν, αφαιρούσε τη μηνιαία δόση και έτσι, γεμίσαμε βιβλιοθήκες με εγκυκλοπαίδειες — ένα τυπογραφικό διαδίκτυο της εποχής — που ομολογουμένως μας βοήθησε να ολοκληρώσουμε τις σχολικές μας εργασίες, ωσότου αχρηστεύθηκαν από τα αρχειοθετημένα λήμματα του διαδικτύου. Καμιά φορά, μαζί με τους τόμους των εγκυκλοπαιδειών, έρχονταν δώρο: ένας Ουγκό, ένας Τολστόι, ένας Ντοστογιέφσκι και μια σειρά παγκόσμιας και ελληνικής μυθολογίας. Ακόμη και σήμερα στα όνειρά μου υπάρχει εκείνη η παλιά βιβλιοθήκη, στο σαλόνι της μονοκατοικίας μας. Κι οι κλασικοί, μαζί με τις εγκυκλοπαίδειες, αποκτούν όλες τις μορφές των μυθολογικών τεράτων και με κατασπαράζουν. Κι όμως ήταν ο αναγκαίος τρόπος για τους μικροαστούς να υπάρξουν μέσα στον στενό μας ορίζοντα.
Το 1981, ήρθε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Πήγαμε στην έκτη δημοτικού χωρίς ποδιές˙ παρατήσαμε τα πνεύματα˙ αραιώσαμε τον εκκλησιασμό˙ κι ο Θεός έγινε λιγότερο παρών σε μια πόλη που πνιγότανε στο νέφος. Ποτέ δεν έλειψαν οι τσιμεντένιες αυλές, τα ζεστά καλοκαίρια, το απογευματινό παιχνίδι στις γειτονιές, οι βουτιές στον Παρασκευά, οι νεραντζιές, τα γιασεμιά, τα περιαστικά άλση, οι ξεκλείδωτες πόρτες και τ’ ανοιχτά παράθυρα.
Μεγαλώνοντας, η καθημερινή μου διαδρομή Πειραιάς-Ανάβρυτα ήταν ένα είδος μύησης: η φυσαρμόνικα στη Λεωφόρο Κηφισίας που εκείνη την εποχή υπογειοποιούσαν, ο ηλεκτρικός από τον Πειραιά μέχρι την Κηφισιά. Κατάλαβα νωρίς τι θα πει να ζεις ανάμεσα σε δύο κόσμους: ο ένας, στενός και ταπεινός —ο δικός μου˙ ο άλλος, ευρύχωρος, λουσμένος φως και προοπτικές. Η πόλη έγινε το σώμα εντός μου. Την έμαθα με τα πόδια, με τα δρομολόγια των αστικών, με τη γραμμή του ηλεκτρικού που διέσχιζε τη ραχοκοκαλιά της, με τους μεγάλους δρόμους και τα όριά της. Μια πόλη χωρισμένη σε μικρά νησιά συνήθειας και ασήμαντων ηρωισμών — τότε, ασφαλής.
Ένα τέτοιο νησί ήταν και η Ομόνοια. Στα εφηβικά μου χρόνια, στο γαλατάδικο —τον «Μέγα Αλέξανδρο»— άκουσα για πρώτη φορά τι σημαίνει λόγος, ρυθμός, ποίηση ειπωμένη από κάποιον που γράφει κι απλώς δεν μιλά. Εκεί, ο Κουμανταρέας συνομιλούσε με τον νεότατο τότε Στράτο Τζώρτζογλου, εποχή «Φανέλας με το 9». Κι έτσι, δίχως λεπτομέρειες, κατάλαβα πως η ζωή δεν έχει μόνο μια πορεία, αλλά απίθανες δαιδαλώδεις διαδρομές, που ξεκινούν από έναν καφέ και καταλήγουν σε μια φράση που δεν ξεχνάς ποτέ.
Αργότερα, βρέθηκα στην οδό Σεμιτέλου 2Α, στο σπίτι του Γιάννη Νεγρεπόντη. Ήταν για μένα κάτι σαν δάσκαλος — σήμερα θα το λέγαμε «μάθημα δημιουργικής γραφής», αλλά τότε δεν υπήρχαν τέτοιοι όροι. Υπήρχαν άνθρωποι και λέξεις. Μ’ έμαθε να βλέπω την πρόταση ως κλίμακα και το ποίημα ρυθμιστή του εσωτερικού χρόνου. Αρχειοθέτησα τη βιβλιοθήκη του αφού κάπως έπρεπε να τηρείται ένα είδος συναλλαγής. Μου γνώρισε τον άξονα της Σόλωνος, τους ποιητές, και όχι δεν θυμάμαι όλα όσα ειπώθηκαν —θυμάμαι πώς τα είπε. Ασφαλώς τίποτα απ’ όσα ενεχυριάστηκαν στη δική μου γενιά από τους προηγούμενους δεν ήταν απαγίδευτο. Η Αθήνα, αν και δεν ήταν —τουλάχιστον φανερά— ναρκοθετημένη περιοχή, λειτουργούσε έτσι. Με στοιχειώδη γνώση γραφής και ανάγνωσης αναγνώριζες τις πινακίδες: «προσοχή, ναρκοπέδιο». Δεν θα επιμείνω σε λεπτομέρειες. Κάθε γενιά άλλωστε διαθέτει τα δικά της informed consents.
Η γενιά μου ενηλικιώθηκε στα Κυριακάτικα τραπέζια – αυτά που σήμερα εκλείπουν, γιατί οι επόμενοι, πιο στρογγυλεμένοι άνθρωποι, ενοχλήθηκαν από τα επικριτικά σχόλια των συγγενών τους. Πάχυνες, αδυνάτισες, πότε θα νοικοκυρευτείς, και άλλα ακόμα πιο προσωπικά, καθισμένοι στις μεγάλες οικογενειακές τραπεζαρίες και σε πλαστικές συμπληρωματικές καρέκλες από τις βεράντες. Πολυπληθείς ιστορίες που ξεκινούσαν πάντα με ένα «θυμάσαι τότε…», τον παππού μου να επιδεικνύει τα κρυοπαγήματά του από το αλβανικό μέτωπο, τις διηγήσεις του βομβαρδισμού του Πειραιά, τους τεκέδες της Δραπετσώνας μετά την καταστροφή της Σμύρνης, τα φθηνά φωτορομάντζα στον καφέ των γυναικών και τη μεσημεριανή κατάκλιση των ανδρών πίσω από τις παλιές συρόμενες πόρτες. Η μνήμη μου διαμορφώθηκε ως κοινωνική υπόθεση. Οι ζωές μας δεν ήταν παρά μια προφορική αφήγηση με τις ίδιες κουβέντες, τα ίδια γέλια και τους ίδιους πάντα παρεξηγημένους συγγενείς.
Κάπου μετά το γυμνάσιο, θυμάμαι τα φροντιστήρια της οδού Κάνιγγος και την επιμονή των καθηγητών μας να διαβάζουμε: το Βήμα και την Καθημερινή για τα δοκίμια των πνευματικών της εποχής, μήπως και πιάσουμε κάποιο από τα θέματα της έκθεσης στις πανελλήνιες. Γίναμε ρεαλιστές. Κάποιοι απορρίψαμε τις δανεικές μνήμες και ερωτευτήκαμε μέσα από τα τηλέφωνα του ΟΤΕ, με τα μακριά καλώδια που διέσχιζαν τα δωμάτια, ή τις ντουμπλέξ συσκευές, όπου η μάνα μου —κατά δήλωσή της τυχαία— άκουγε πότε-πότε τη συνομιλία από την κουζίνα. Περιμέναμε σκυμμένοι πάνω από το ακουστικό, μήπως προλάβουμε να το σηκώσουμε, κι ύστερα μιλούσαμε ψιθυριστά, ξοδεύοντας χρόνο σαν να ήταν ανεξάντλητος. Ήταν η εποχή της αναμονής. Τίποτα δεν ήταν άμεσο, τίποτα διαθέσιμο. Όλα απαιτούσαν ρυθμό. Ακόμη και ο ήχος του ανελκυστήρα που ανέβαινε, σταματώντας την ανάσα μας λίγο πριν τιναχτούμε —γυμνά εφηβικά ελατήρια— στο οικογενειακό διαμέρισμα της Εύης, στην Καλλίπολη.
Ήταν η εποχή που η Νικολακοπούλου και ο Κραουνάκης πλημμύριζαν τις οικογενειακές μας Κυριακές με νέα τραγούδια που χωρούσαν τον καλαματιανό, το τσιφτετέλι, τα νησιώτικα του Πάριου, τα λάτιν του Νταλάρα, τον Διονυσίου, τον Καζαντζίδη, την Αρβανιτάκη με την Οπισθοδρομική Κομπανία και τα «πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά». Κι όταν κουραζόμασταν, φορούσαμε walkman (κανένα δεν σώθηκε, ούτε μια κασέτα) ακούγοντας την Αρλέτα στη ζωντανή ηχογράφηση στο Περοκέ, τη Ρωμαϊκή καιτη Λαϊκή Αγορά του Μάνου Χατζιδάκι, το Μαμά Γερνάω της Τσανακλίδου, τη Λάμψη του Φεγγαριού της Πασπαλά ή ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις που είχαμε καταφέρει, κλείνοντας πόρτες και παράθυρα, να γράψουμε με κασετόφωνα από το Μουσικόραμα του Σαββάτου.
Τα βιβλία και οι δίσκοι δεν ήταν αντικείμενα. Ήταν γεγονότα. Διαβάσαμε Μάρκες, Έκο, Κούντερα, Παύλο Μάτεσι, Μαργαρίτα Καραπάνου, Θανάση Βαλτινό, Γιώργο Χειμωνά, Αλέξανδρο Κοτζιά, Μαρία Λαϊνά, Κική Δημουλά, Τζένη Μαστοράκη, Οδυσσέα Ελύτη, Γιάννη Κοντό, Ζυράννα Ζατέλη και Μαρία Μήτσορα. Ακούσαμε συγκλονιστική μουσική: Ελένη Καραΐνδρου, Λένα Πλάτωνος, Στέρεο Νόβα, τις ηχογραφήσεις στον Σείριο, Τρύπες. Ενηλικιωθήκαμε με Ξύλινα Σπαθιά και Radiohead και γίναμε fitter/ happier/ more productive/ comfortable/ (…)/ concerned (but powerless)/ an empowered and informed member of society (pragmatism not idealism)/ will not cry in public.[i]
Η εφηβεία μου ήταν η ευμάρεια του ΠΑΣΟΚ, οι μαθητικές κινητοποιήσεις, τα ρόπαλα της Μ.Α.ΚΙ, οι ινδικές φούστες και τα ταγάρια των «ψαγμένων» αριστερών κοριτσιών, οι μαθητικές εκδηλώσεις σε σάλες ξενοδοχείων, ωσότου ανακαλύψαμε τις ντισκοτέκ: Barbarella, Boom-Boom, Αυτοκίνηση και τα ιλουστρασιόν περιοδικά που μας έδειξαν πώς μοιάζει η ζωή όταν δεν είναι δική σου. Έτσι, θελήσαμε σχεδόν όλοι: λευκά δάπεδα, λεία κορμιά, σεξ, βιβλία, Κοέλιο, εικονογραφημένους φιλοσόφους και μια περιληπτική πολιτική άποψη. Δηλαδή: τη ζωή ως concept, το σώμα ως δήλωση, το σπίτι ως σκηνικό. Ήταν η πρώτη μορφή της μεγάλης μας αποδοχής: να φαίνεσαι, όχι να είσαι.
Στα είκοσι, ξεκίνησαν τα μεγάλα παγκόσμια γεγονότα: πτώση του Τείχους του Βερολίνου, Πλατεία Τιενανμέν, διάλυση της ΕΣΣΔ, Συνθήκη του Μάαστριχτ. Μπορεί να μην μεγαλώσαμε με κάποιο τραυματικό εθνικό αφήγημα — να μην καταλαβαίναμε τι σήμαινε το μετεμφυλιακό τραύμα για τους προηγούμενους — αλλά η παγκοσμιοποίηση μας έδινε απαντήσεις με μορφή συνθήματος: «δοκιμάστηκε και δεν άντεξε». Τριάντα χρόνια μετά, η ανάγνωση έχει αλλάξει, αλλά όχι αρκετά ώστε να νοσταλγώ παλινορθώσεις.
Η συνέχεια υπήρξε, λίγο-πολύ, κοινή αλήθεια. Πιάσαμε λίγα —και κάποιες φορές αρκετά— περισσότερα χρήματα. Η Ευρώπη επιδότησε τη δυσφορία μας κι εμείς ονομάσαμε πρόοδο την επιδοματική πολιτική. Κανονικοποιήσαμε το τηλεοπτικό trash: πρώτα το ειρωνευτήκαμε, ύστερα το αφήσαμε να παίζει στο βάθος, μέχρι που έγινε το φυσικό μας περιβάλλον. Θυμάμαι βράδια που στέλναμε πίτσες στο Κανάλι 67 για να χαζέψουμε τον Βασίλη Λεβέντη να ξεσπαθώνει σε ημιφωτισμένα στούντιο, σαν προφήτης χωρίς ποίμνιο. Και φτάσαμε, χρόνια μετά, να τον βλέπουμε —χωρίς ιδιαίτερη αμηχανία— στα έδρανα του Κοινοβουλίου. Το ίδιο μοτίβο παραμένει αναλλοίωτο.
Σήμερα όλο αυτό βαφτίζεται cult. Σαν να απέκτησαν ξαφνικά πολιτισμικό βάθος οι χαμένες νύχτες μπροστά στα Παιδιά της Νύχτας, στο Ερωτοδικείο, στις μεταμεσονύχτιες ονειρώξεις της κακής ελεύθερης τηλεόρασης. Μάθαμε να ξεχνάμε γρήγορα, να γελάμε πρόχειρα, να ζούμε ελαφρά. Να αντιμετωπίζουμε τα πάντα σαν επεισόδια μιας ατελείωτης σειράς. Κι έτσι προχωρήσαμε —καταχρεωμένοι, με χαμόγελα leasing και ελπίδες σε άτοκες δόσεις— σε μια χώρα που το 2015 παραλίγο να επιστρέψει στα βιβλία με δόσεις, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Δεν μας πρόδωσε η Ιστορία. Την κάναμε φόντο. Μάθαμε να δανειζόμαστε μνήμες και να τις περνάμε για δικές μας. Ωσότου ήρθε και η πανδημία. Απογυμνωθήκαμε. Διακινήσαμε θεωρίες συνωμοσίας, μιλήσαμε για ελέγχους και παγκόσμια σχέδια, την ώρα που κυκλοφορούσαμε ήδη δυο δεκαετίες διαρκώς με μια συσκευή στο χέρι, αφήνοντας πίσω μας ίχνη πιο αποκαλυπτικά από κάθε ομολογία. Υπερασπιστήκαμε εισβολές που συνοδεύονταν από ένα πειστικό αφήγημα, από έναν μύθο ικανό να εξαγνίσει τη βία. Κι ανεχτήκαμε σφαγές, διαλέγοντας τα μη χειρότερα που εξωραΐζουν τις ιδεολογικές μας κηλίδες.
Ασφαλώς συνέβησαν πράγματα —το ξέρω— μα τότε πιστέψαμε, οι περισσότεροι πως ο λαϊκός πολιτισμός δεν μας αφορούσε. Σήμερα δεν βρίσκω καμία δικαιολογία γι’ αυτή τη χλιαρότητα. Παραμένω ήσυχος˙ κι αυτή η ησυχία, τελικά, κάνει τον περισσότερο θόρυβο.
Υπήρξαν και καλές στιγμές. Δεν το αρνούμαι. Μα δεν αρκούν. Το κατάλαβα νωρίς —ίσως νωρίτερα απ’ όσο θα ήθελα. Κι αν επιμένω να θυμάμαι, δεν είναι από νοσταλγία˙ είναι από αμηχανία, από την ανάγκη να καταλάβω τι ακριβώς μας συνέβη.
Γνώρισα την ευτυχία, ξέρω τι είναι, μπορώ να μιλήσω γι’ αυτή μετά λόγου γνώσης, και γνωρίζω και το τέλος της, αυτό που επέρχεται συνήθως. Σου λείπει ένα μόνο ον και όλα είναι «ερημιά», όπως έλεγε ο άλλος, και ο όρος «ερημιά» είναι λίγος, ακούγεται κάπως σαν απομίμηση 18ου αιώνα, δεν υπήρχε ακόμα τότε η υγιής εκείνη βία του γεννώμενου ρομαντισμού, η αλήθεια είναι πως σου λείπει ένα μόνο ον και όλα είναι νεκρά, ο κόσμος είναι νεκρός και είσαι κι εσύ νεκρός, ή έχεις μεταμορφωθεί σε ανθρωπάκι από πηλό, και οι άλλοι είναι κι αυτοί ανθρωπάκια από πηλό, απολύτως απρόσβλητα από τη θερμότητα και τον ηλεκτρισμό, τίποτα τότε δεν μπορεί να σε αγγίξει, παρά μόνο οι εσωτερικές οδύνες, απόρροια του διαχωρισμού του αυτόνομου σώματός σου, αλλά δεν είχα φτάσει ακόμα εκεί, το σώμα μου προς το παρόν συμπεριφερόταν αξιοπρεπώς, ήταν απλώς που ήμουν μόνος, κυριολεκτικά μόνος, και δεν αντλούσα καμία ευχαρίστηση απ’ τη μοναξιά μου, ούτε απ’ την ελεύθερη λειτουργία του πνεύματός μου, είχα ανάγκη από αγάπη, και δη αγάπη με πολύ συγκεκριμένη μορφή, είχα ανάγκη από αγάπη, γενικά, στη θεωρία το ζήτημα επιδέχεται λύση, αλλά στην πράξη όχι πια, και να πώς πεθαίνει ένας πολιτισμός, χωρίς φασαρίες, χωρίς κινδύνους ούτε δράματα και με πολύ λίγη αιματοχυσία, ένας πολιτισμός πεθαίνει απλώς από κόπωση, επειδή μπούχτισε με τον εαυτό του, τι μπορούσε να μου προτείνει η σοσιαλδημοκρατία, προφανώς τίποτα, μόνο μια διαιώνιση της έλλειψης, ένα κάλεσμα στη λήθη.[ii]
Ίσως αυτό το απόσπασμα από τη Σεροτονίνη του Ουελμπέκ να είχα από την αρχή στο μυαλό μου, σκαρώνοντας αυτή τη θαμπή αγιογραφία της γενιάς μου ως παιδί της πόλης. Είναι μια ήσυχη πτώση κι εγώ πλέον πολύ κουρασμένος.
[i] Radiohead. (1997). Fitter happier. Στο OK computer [CD]. Parlophone/Capitol.
[ii] Μ. Ουελμπέκ, Σεροτονίνη, μτφρ. Γ. Καράμπελας, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2019.

