Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Καρολίνα Μέρμηγκα

Μια κάποια ιδέα της Ευρώπης
(ή τι σχέση έχει η γιαγιά μου με τον μεταφασισμό)

«Ανήκω σε έναν προφανώς χαμένο κόσμο.» Τα κουρασμένα λόγια του Γιόζεφ Ροτ[1] ηχούν αχνά σαν βιεννέζικο βαλσάκι, όχι εύθυμο –τα βαλς της Βιέννης είχαν τη μελαγχολία της νοσταλγίας πριν ακόμα αυτή γίνει ταξιδιωτικό κόνσεπτ. Στο τέλος της ζωής του, ο Ροτ δεν είχε καταφύγιο· αποζητούσε μια ξεχασμένη αίσθηση προστασίας και σιγουριάς και νοσταλγούσε το αίσθημα του «ανήκειν» που είναι, έγραφε, σαν το μωσαϊκό της ύπαρξής μας: τίποτα όμοιο και τίποτα αδικαίωτο. Μια νοσταλγία για την κοινή γλώσσα των αυτονόητων, κάτι δυνατότερο και μεγαλύτερο ίσως από τον στενό τόπο όπου έχεις γεννηθεί, κάτι ενίοτε παράταιρο και πολύχρωμο, κι όμως γνώριμο και οικείο –η αληθινή πατρίδα. Ογδόντα χρόνια μετά, πολλοί κάτοικοι της γηραιάς μας ηπείρου μοιάζουν να νοσταλγούν ή και να διεκδικούν ακριβώς το ίδιο: το «ανήκειν» σε έναν γνώριμο κόσμο.

Μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, δυσεξήγητο: μα σήμερα που περισσότεροι παρά ποτέ μπορούν να σπουδάζουν, να εργάζονται, να μετακινούνται σχεδιάζοντας τους ορίζοντες της ζωής τους τόσο ανοιχτούς; Σήμερα που μέσα σε λίγους μήνες αφ’ ότου εμφανίστηκε μια θανάσιμη πανδημία εμφανίστηκαν και μοιράστηκαν τα εμβόλια που την καταπολέμησαν; Μόνο γι’ αυτό θα έπρεπε όλοι να χαμογελάμε –αλλά δεν χαμογελάμε, γιατί οι ανοιχτοί αυτοί ορίζοντες έχουν αρχίσει να παίρνουν, εδώ κι εκεί, διακριτά φαιές αποχρώσεις. Κι όσο κι αν χρησιμοποιούμε λέξεις όπως «μεταφασισμός» (πιο σοφτ από τον φασισμό σκέτο-νέτο) και «ριζοσπαστικός συντηρητισμός» (πιο σοφιστικέ), όσο κι αν ντύνουμε δηλαδή παλιές θεωρίες με την τελευταία λέξη της μόδας, θα υπάρχει πάντα από κάτω ένα corpus politicum που θα εισπνέει ανάγκες και θα εκπνέει φόβους.

Κατανοώντας, λένε κάποιοι, συγχωρούμε. Αυτό είναι αμφίβολο (και πάντως η λέξη «συγγνώμη» ανήκει σε άλλου είδους συζήτηση), όμως κατανοώντας μπορούμε να προβλέψουμε και ίσως έτσι να προστατευτούμε. Οι λέξεις «ασφάλεια, προστασία, ταυτότητα» μπορεί να προκαλούν κάποιο ρίγος ανησυχίας (με λίγη ιστορική συνείδηση παραπέμπουν στον γνήσιο παλιό καλό φασισμό) αλλά δεν επιτρέπεται να τις αγνοήσουμε: αναβλύζουν μέσα από Κοινοβούλια και κάλπες, αστικά πεζοδρόμια και αγροκαλλιέργειες, βουνά και λιμάνια και συνοριακούς σταθμούς και τελωνεία και φράχτες και μάντρες της Ευρώπης, ξεπηδούν καταπάνω μας και μας περικυκλώνουν με τον ασφυκτικά περίκλειστο κόσμο τους. Το χέρι που κρατάει τη χρωματική παλέτα, δηλαδή ψηφίζει, ορίζεται από τις ανάγκες του (όπως το περιεχόμενο της τσέπης του) αλλά και από τους φόβους του.

Τι φοβάται λοιπόν να χάσει η Ευρώπη;

Στη διάλεξή του «Η Ιδέα της Ευρώπης»[2], ο Τζωρτζ Στάινερ όρισε αλλιώς το φάντασμα που (παραδοσιακά πια) πλανιέται πάνω της: τώρα, είναι η αγωνία της ιστορικής παρακμής. Ότι δηλαδή η ώρα της ηπείρου μας πάει, πέρασε. Τα αθάνατα επιτεύγματα του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι μεν αθάνατα αλλά τέλειωσαν, πάπαλα, δεν έχει άλλα, δεν μπορούν πια να επαναληφθούν, κι ας συμφιλιωθούμε με τη σκέψη ότι η πάλαι ποτέ σταρ Ευρώπη θα είναι ο συμπαθητικός κομπάρσος με τα ωραία σκηνικά και κοστούμια: τα πλακόστρωτα των παλαιών της πόλεων, τα μουσεία και μνημεία και πανεπιστήμια, τα καφενεία της. Α, τα καφενεία… Αυτά, λέει ο Στάινερ, αποτελούν κατά κάποιον τρόπο το τελευταίο καταφύγιο του ευρωπαϊκού παρελθόντος μας. Καταφύγιο για όλες τις κοινωνικές τάξεις, για όλες τις κιβωτούς μνήμης, για όλες τις συνολικές νίκες και ήττες: «Η ιστορικά μοναδική αίσθηση του πεπερασμένου των ανθρώπινων επιδιώξεων και η αναγνώριση της καταστατικής τραγικότητας της ανθρώπινης συνθήκης» κουρνιάζουν πια δίπλα στα φλιτζάνια και τα κουταλάκια, κάτω από τον ήχο της μηχανής του εσπρέσσο και των ανάκατων ομιλιών με λέξεις που, σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, τραγουδούν την ίδια «Κινητή Γιορτή»[3].

Η γιαγιά μου, γεννημένη στην Πάτρα στις αρχές του περασμένου αιώνα, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο Παρίσι και το μεγαλύτερο μέρος της κάθε μέρας της στα καφενεία. Δεν ήταν ούτε διανοούμενη ούτε μπίτνικ ούτε ανήσυχο πνεύμα –ήταν μια συντηρητική νοικοκυρά και μητέρα. Ψώνιζε, μαγείρευε, μεγάλωνε τα παιδιά της, γελούσε πολύ και είχε μιαν αγάπη για τη ζωή που έβρισκε συμπυκνωμένη στα παριζιάνικα καφέ. Κι επειδή η ζωή τής είχε ρίξει (όπως στους περισσότερους) άφθονα σκαμπίλια, έβρισκε σ’ αυτά τα καφέ ένα είδος καταφύγιο. Μια προστασία, μια σιγουριά, μια ταυτότητα. Ένα αίσθημα του ανήκειν που δεν το κατάλαβε παρά μόνο αφού το έχασε όταν, στα γεράματα, μια από τις κόρες της την έπεισε να την ακολουθήσει στο Μαϊάμι. Η γιαγιά μου πήγε με κέφι στο Μαϊάμι γιατί η γιαγιά μου είχε πάντα κέφι, μέχρι που πήγε στο Μαϊάμι. Εκεί το φως έσβησε από τα μάτια της, γιατί δεν υπήρχαν πουθενά καφενεία. Καθόταν στο σπίτι και στο πρόσωπό της είχε την έκφραση όσων κλείστηκαν απ’ έξω –έξω από το μωσαϊκό της ύπαρξής τους. Τι της έλειπε ακριβώς;

Από ποιον κόσμο κινδυνεύουμε, πιστεύουν κάποιοι, να βρεθούμε αποκλεισμένοι;

Η ονομασία Λαμπεντούζα ήταν για χρόνια γνωστή από το όνομα του συγγραφέα που έγραψε «Πρέπει όλα να αλλάξουν για να μην αλλάξει τίποτα»[4]. Σήμερα με τη λέξη Λαμπεντούζα οι περισσότεροι σκεφτόμαστε τον υγρό τάφο των αμέτρητων απελπισμένων που έφτασαν μέχρι εκεί, προσπαθώντας να φτάσουν παραπέρα. Ποια θα μπορούσαν ν’ αλλάξουν γι’ αυτούς που θέλουν να έρθουν εδώ, χωρίς ν’ αλλάξει τίποτα γι’ αυτούς που βρίσκονται ήδη; Ποιο κομμάτι της Ευρώπης (όπου «ο κήπος του Γκαίτε σχεδόν συνορεύει με το Μπούχενβαλτ»[5]) αντέχει να πετάει στη θάλασσα αυτούς που ψάχνουν μια καλύτερη ζωή; Και ποιο άλλο κομμάτι της Ευρώπης («όπου το σπίτι του Κορνέιγ καταλήγει στην πλατεία που κάηκε ζωντανή η Ζαν ντ’ Αρκ»[6]) θα αντέξει για πολύ ακόμα να τους ανοίγει την αγκαλιά του; Ποιο κομμάτι της «ασφάλειας, προστασίας, ταυτότητας» θα αναγνωρίσει μέσα στις ανάγκες και τους φόβους του τον αληθινό εαυτό του –τον ευρωπαϊκό εαυτό των συμφιλιωτικών δημοκρατιών και συμφωνικών αντιφάσεων; Ο Κλαούντιο Μάγκρις, συγγραφέας του περίφημου Δούναβη[7], στα 82 του χρόνια είπε: «Αυτό που με πληγώνει, είναι ότι οι ελπίδες τόσων χωρών μοιάζει να αρνούνται τον εαυτό τους.»

Αρκούν τα καφενεία, αναρωτήθηκε ο Στάινερ, για να μην κλειδωθεί η Ευρώπη «στο μεγάλο μουσείο περασμένων ονείρων που ονομάζουμε ιστορία» –εκεί όπου, σαν θαυμάσιο θερμοκήπιο, καλλιεργείται η ανασφάλεια, ο φόβος και η έχθρα προς κάθε τι καινούργιο; Αρκούν τα καφενεία για να προφυλαχτεί η ευρωπαϊκή «ταυτότητα»; Προφανώς όχι. Αλλά πώς προφυλάσσεις μια κοινή εμπειρία αντιφάσεων; Η Ευρώπη ήταν για αιώνιες πλούσια σε εντάσεις που την τραβούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις ενώ παράλληλα, με κάποιο μυστήριο τρόπο, ύφαιναν ακόμα πιο γερά κι ανθεκτικά τους ιστούς της. Το πολύτιμο μωσαϊκό κοβόταν σε όλο και πιο μικρά θραύσματα που όμως δεν χαλούσαν το σύνολό του και η κοινή εμπειρία (εμπόριο, εξερευνήσεις, πανεπιστήμια, εγκυκλοπαίδειες, χάρτες, χριστιανισμός και διαφωτισμός, δικαιώματα και κοινωνική υπευθυνότητα…)κρατούσε. Ώσπου, ίσως, δεν κρατάει πια. Τα μεγάλα ρεύματα των ακόμα πιο ανοιχτών οριζόντων φυσούν ίσως τώρα υπερβολικά δυνατά και τεντώνουν τα σύνορα πέρα από τις αντοχές των αντιφάσεων. Λίγο πιο πέρα, εκεί όπου περιμένει ο φασισμός.

Η «ταυτότητα» και το αίσθημα του ανήκειν είναι έννοιες που δύσκολα καταγράφονται και αποτυπώνονται στις δημοσκοπήσεις και τα ψηφοδέλτια. Ο φόβος μιας απώλειας δεν βρίσκει τα εύκολα λόγια για να ειπωθεί. Όπως το βιεννέζικο βαλς, που δεν ήταν ποτέ εύθυμο. Υπήρξε ένας κόσμος που χάθηκε, ναι, αλλά ο κόσμος εκείνος πίστευε πάντα στον επόμενο και κουβαλούσε τον σπόρο του· κι ο τωρινός ήδη κυοφορεί τον σπόρο του επόμενου. Κάτι δυνατότερο και μεγαλύτερο από τον τόπο όπου έχουμε γεννηθεί, κάτι απέραντο και πολύχρωμο κι όμως γνώριμο και οικείο. Όπου δεν θα έχει αλλάξει τίποτα γιατί θα έχουν αλλάξει όλα. Όπως μόνο η Ευρώπη ξέρει, αν θέλει, να το κάνει.

Κι όπου στρίβοντας τη γωνία, θα υπάρχει ένα καφενείο.


[1] Joseph Roth , Die Kapuzinergruft, 1938 (Η Κρύπτη των Καπουτσίνων).

[2] George Steiner, The Idea of Europe, 2004.

[3] Ernest Hemingway, A Moveable Feast, 1964.

[4] Giuseppe Tomasi di Lampedusa, Il Gattopardo, 1958 (Ο Γατόπαρδος).

[5] Στάινερ, ό.π.

[6] Στάινερ, ό.π.

[7] Claudio Magris, Danube (1986), στα ελληνικά Δούναβης, μτφρ. Μπ. Λυκούδης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή