Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Κώστας Βραχνός

(Μισή) δουλειά και (μέση) ηλικία  

«Θα ψοφήσω και δεν θα έχω τραυλίσει
ούτε τη μισή σκέψη μου»

G. Flaubert

Από πουθενά δεν τεκμαίρεται πως ήρθαμε σ’ αυτόν τον κόσμο με κάποια αποστολή ή για να ολοκληρώσουμε κάποιο συγκεκριμένο έργο. Ούτε πως θα ευτυχήσουμε ή πως πρέπει να ευτυχήσουμε. Βασικά, δεν έχουμε ιδέα για ποιον λόγο ήρθαμε στον κόσμο, όπως δεν έχουμε ιδέα τι είναι ο κόσμος. Ή, μάλλον, μόνον ιδέες έχουμε, οι οποίες διαψεύδονται ή επαληθεύονται ποικιλοτρόπως και κατά περίσταση. Η άγνοια συνιστά μία απ’ τις θεμελιώδεις προδιαγραφές της ζωής, δίπλα στις άλλες θεμελιώδεις οντολογικές σταθερές, εκ των οποίων ξεχωρίζει η βιολογική περατότητα. Περατότητα χωροχρονική των όντων, η οποία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη βίωση του παραλόγου –καθώς δεν ξέρουμε γιατί είμαστε ούτε μας αρέσει που είμαστε τόσο πεπερασμένοι– αλλά και για την ανακάλυψη ή οικοδόμηση νοήματος. Για την αίσθηση βαθιάς υπαρκτικής καταδίκης και δυσφορίας ή ανεκλάλητης μεταφυσικής ευκαιρίας κι ευγνωμοσύνης. Ή, απλώς, για ηπιότερες μορφές, ή μορφές ανάμικτες, διαλείπουσες, κυμαινόμενες, επαμφοτερίζουσες, αμφίθυμες. Τόση και τέτοια είναι η αδαημοσύνη μας ώστε η απόφανση ή η αξίωση ετυμηγορίας σχετικά με τη ζωή και τον κόσμο να καθίσταται από ελεγχόμενη έως προβληματική. Σε κάθε περίπτωση, το πλέον δοκιμασμένο και πρόσφορο μέσο αποκρυπτογράφησης και νοηματοδότησης του Είναι φαίνεται να είναι η ένταξη του ατομικού βίου στο πλαίσιο ενός μείζονος υπερατομικού ερμηνευτικού και σωτηριολογικού Αφηγήματος-Αλήθειας.

Κατ’ ουσίαν, εάν κινηθούμε σε επίπεδο υποθέσεων, όλες οι απόπειρες εξήγησης, αξιολόγησης και διαχείρισης εμφανίζονται εξίσου θεμιτές, ακόμα και οι αντιναταλιστικές. Σε επίπεδο, όμως, πρακτικής, η ίδια η ζωή φροντίζει πάση θυσία για τη συνέχισή της (πρωταρχική οντολογική σταθερά), γεννώντας ακατάπαυστα αμέτρητους τρόπους αυτοκατάφασης, με αποτέλεσμα –ελλείψει κάποιου σχεδίου συλλογικής αυτοχειρίας– να μην απειλείται σοβαρά παρά μόνον από ορισμένες ανθρώπινες επιφοιτήσεις που υποτίθεται πως την προάγουν, όπως η υπερανθρωπιστική και μετανθρωπιστική παράκρουση. Και τι το κακό θα είχε ένας πρόωρος (δεδομένου του βέβαιου, υπολογισμένου σβησίματος του ήλιου) αφανισμός της ανθρωπότητας; Ό,τι έχει κι ο πρόωρος (δεδομένης της πεπερασμένης διάρκειας της ζωής) αφανισμός του ανθρώπου για τον άνθρωπο. Το είπαμε στην αρχή: δεν έχουμε ιδέα, δηλαδή μόνον ιδέες έχουμε. Η φυσική μας κατάσταση, η άγνοια, αποτελεί το σύστοιχο του αγνώστου και όχι του μη γνώσιμου. Κι όσο αδυνατούμε να γνωρίσουμε τη διακύβευση, τόσο αδυνατούμε ν’ αποκλείσουμε τον κίνδυνο. Ζόφος, ομολογουμένως, επικρατεί στο θέμα της φθοράς και του θανάτου. Μα, τις παγκόσμιες αυτές μεταφυσικές σταθερές τις δεχόμαστε με τον ίδιο κομφορμισμό που οι κοσμολόγοι δέχονται τις παγκόσμιες φυσικές σταθερές. Η δε εκούσια αυτοκαταστροφικότητα προσθέτει απλώς ένα ηθικής τάξεως ζήτημα με μεταφυσικές προεκβολές, για όσους, εννοείται, συνεκτιμούν την ύπαρξη μιας ηθικής διάστασης στο μεταφυσικό μυστήριο του κόσμου. Ειδάλλως: τι είχαμε; –τι χάσαμε.

 Η μέση ηλικία είναι η χρονική περίοδος μεταξύ της πρώιμης ενήλικης ζωής και της τρίτης ηλικίας και, παρότι δεν υφίσταται ένας σταθερός καθορισμός για το πότε ξεκινάει, με βάση το προσδόκιμο ζωής τοποθετείται χονδρικώς μεταξύ 40-45 και 60-65 ετών. Σ’ αυτή τη μεταβατική περίοδο, όπως τηρουμένων των αναλογιών συμβαίνει σ’ όλες τις μεταβατικές περιόδους της μεταβατικής ζωής, ενσκήπτει και η αντίστοιχη κρίση, η λεγόμενη «κρίση της μέσης ηλικίας», που αφορά τη συνολική ταυτότητα του ατόμου και σχετίζεται μεταξύ άλλων με τη συνειδητοποίηση (αιφνίδια συνήθως) της οριστικής παρόδου του χρόνου, της αναπόφευκτης και σοβούσας θνησιμότητας και του απραγματοποίητου σχεδίων, στόχων και ονείρων. Η εν λόγω συνειδητοποίηση δύναται να προκαλέσει συναισθήματα κατάθλιψης, μεταμέλειας και άγχους, εάν δεν σηματοδοτήσει την απαρχή μιας νέας εποχής αναθεώρησης και λελογισμένων διεκδικήσεων. Εποχής επικαιροποιημένων επιδιώξεων, δηλαδή, στα μέτρα των δυνάμεων και των δυνατοτήτων. Όλα αυτά εκτυλίσσονται κατά το 7ο ψυχοκοινωνικό στάδιο της θεωρίας του Γερμανο-αμερικανού ψυχολόγου Erik Erikson, όπου κυριαρχούν η επιθυμία του ατόμου να συνεισφέρει στην κοινωνία και ν’ αφήσει τη σφραγίδα του στην ιστορία, η μέριμνα για το μέλλον των επόμενων γενεών, η οποία εκφράζεται στη σύγκρουση παραγωγικότητας – στασιμότητας. Η παραγωγικότητα εδώ δεν περιορίζεται μονάχα στην απόκτηση και ανατροφή παιδιών, αλλά εκτείνεται και στην άσκηση δημιουργικών δραστηριοτήτων (π.χ. διδασκαλία, συγγραφή, επιστήμες, τέχνες, ευεργεσίες, εθελοντισμός). Η τεκνοποιία, η εργασία και η δημιουργικότητα αντιπροσωπεύουν τους πρωτεύοντες τρόπους με τους οποίους το άτομο αναπτύσσει μια αίσθηση σκοπού και πλήρωσης. Η αδυναμία ικανοποίησης της παραπάνω ανάγκης συνεπάγεται αισθήματα περιθωριοποίησης, απομόνωσης και προπαντός πίστης ότι το πιο σημαντικό μέρος της ζωής ή η ζωή η ίδια τελείωσε, ματαιώθηκε, απέτυχε, χαραμίστηκε. Σύμφωνα μ’ έναν άλλο ψυχολόγο, τον Daniel Levinson, η κρίση αυτή χαρακτηρίζεται από μια σκληρή διαδικασία «απομυθοποίησης» της εσωτερικής μυθολογίας του καθενός, που απορρέει από την αναπόφευκτη σύγκριση των νεανικών φαντασιώσεων και της τρέχουσας πραγματικότητας. Κοντολογίς, έρχεται –νομοτελειακότερα απ’ ό,τι νομίζουμε– μια στιγμή, η μέρα, όπου το άτομο κάνει λογαριασμό κι αισθάνεται ότι δεν ολοκλήρωσε τίποτα ή όσα θα ήθελε. Ο Vl. Jankélévitch, στο μνημειώδες (και αμετάφραστο ακόμα στα ελληνικά) έργο του Ο θάνατος κάνει λόγο για «ηλικία της στάθμισης». Ο H. Hesse, στακείμενά του για την ωριμότητα, θα σημειώσει: «Η δεκαετία μεταξύ σαράντα και πενήντα για τους ανθρώπους με ταμπεραμέντο, για τους καλλιτέχνες, είναι πάντα κρίσιμη, μια περίοδος ανησυχίας και συχνής δυσαρέσκειας, όπου δύσκολα συμβιβάζεται κανείς με τη ζωή και τον εαυτό του». Δύο άλλοι άνθρωποι, με πολύ, υπέρμετρο ίσως ταμπεραμέντο και για τους λόγους τους, εμφανίζονται πολύ πιο κατηγορηματικοί στις σχετικές αποφάνσεις τους: «Να ζει κανείς πέρα από τα σαράντα χρόνια είναι ξετσιπωσιά, αθλιότητα, ανηθικότητα!» γράφει οΝτοστογιέφσκι στο Υπόγειο. «Γινόμαστε ποταποί όταν ξεπερνούμε τα πενήντα και ζούμε κι άλλο, υπάρχουμε κι άλλο» συντάσσεται ο T. Bernhard στον Αποτυχημένο. Στην πραγματικότητα, μπορεί η μεσηλικιακή κρίση να υποβάλλει τον μεσήλικα σε λογοδοσία ή απολογία για τα έως τούδε πεπραγμένα και κεκτημένα, ωστόσο, τούτο γίνεται αυτόματα, δεδομένου ότι κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ την προφάνεια των ίδιων των ενεργειών, απ’ τον νόμο του αυταπόδεικτου. Κι έτσι, φτάνει η μέρα του θερισμού της σποράς, δείγματα του οποίου αποθησαυρίζονται ή απωθούνται σε εκλάμψεις πρώιμων σταδίων. «Ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους ζούμε στα 50, 60 ή 70 μας χρόνια; Ακριβώς οι ίδιοι με αυτούς στα 20, 30 ή 40 μας χρόνια. Η ζωή παραμένει υπέροχη για όσους την εκτιμούν, και απεχθής για όσους την καταριούνται»,παρατηρεί εύστοχα οPascal Bruckner στο –επίσης αμετάφραστο– Μια σύντομη αιωνιότητα: Φιλοσοφία της μακροζωίας.

Ο πρώτος μεγάλος, ουσιαστικός απολογισμός των έργων και των ημερών μας είναι, λοιπόν, αναπόφευκτος τότε, στη μέση ηλικία, συχνά προηγούμενος από πολλαπλούς συναισθηματικού τύπου απολογισμούς κατά τη διάρκεια της ώριμης νεότητας. Ημερολόγιο δικαιούται και ενδείκνυται να κρατάει κανείς από παιδί κιόλας. Σοβαρή αυτοβιογραφία όμως δεν νοείται δημοσιευμένη παρά απ’ τους πρεσβύτερους. Η αίσθηση του ανολοκλήρωτου, ολικώς και μερικώς, ποσοτικώς και ποιοτικώς, παρ’ όλ’ αυτά, υφίσταται σχεδόν πάντοτε, καθότι συνιστά ανθρωπολογικό συστατικό, και πότε αποδίδεται σε εξωτερικούς παράγοντες (π.χ. στενά περιθώρια χρόνου), πότε προσάπτεται σε εσωτερική ανεπάρκεια (π.χ. πλημμελή διαχείριση χρόνου). Λογικά σκεπτόμενοι, αφήνοντας στην άκρη την εφηβική κατάθλιψη και τη νεανική ρομαντική βαρυθυμία, ο ισχυρισμός περί ανολοκλήρωτου αρχίζει ν’ αποκτά σοβαρότητα από μία ηλικία κι έπειτα, συγκεκριμένα, όταν η ανάγκη για προσωπική ανακεφαλαίωση υπαγορεύεται από την αδιαμφισβήτητη αντικειμενικότητα της κατάθεσης ή συμβολής, κι αφού προηγουμένως η ιστορική πραγματικότητα έχει εκτοπίσει την ενδιάθετη ή φαντασιακή δυνητικότητα. Όταν, επί παραδείγματι, ο περίγυρος δεν μοιάζει πια διατεθειμένος να μας θεωρήσει ως εκείνο που αγωνιούμε να τους πείσουμε ότι θα μπορούσαμε να είμαστε (J. Améry), ενώ τα σχέδια και οι υποσχέσεις μας, εάν δεν σιγήσουν μέχρι μια στοιχειώδη εκπλήρωση, κινδυνεύουν να μας γελοιοποιήσουν ανεπανόρθωτα. Αργά ή γρήγορα, στο τέλος εσωτερικεύουμε την εικόνα των άλλων, και αναγκαζόμαστε ν’ αναθεωρήσουμε δραστικά τον μύθο μας. Τότε μας επισκέπτεται απειλητικά η αίσθηση ότι η ζωή περνάει/πέρασε σαν αστραπή ή ότι φεύγει/έφυγε μέσα απ’ τα χέρια μας. Όπως και να ’χει, η ολοκλήρωση ενός έργου, το οποίο μπορεί να αφορά και την επίτευξη μιας μακάριας απραξίας, συναρτάται τόσο με τα χαρακτηριστικά του έργου όσο και με τις αξιώσεις από τον εαυτό ως εμπνευστή αλλά και εκτελεστή του. Συμβαίνει, μάλιστα, συχνότατα, η εντύπωση ή η πεποίθηση περί αποπεράτωσης να μην ανταποκρίνονται καθόλου στο πτωχό αποτέλεσμα, και (πιο σπάνια) να προκύπτει πλούσιο αποτέλεσμα που δεν συνοδεύεται από τη σχετική ικανοποίηση. Συνήθως, η εν λόγω δυσαρέσκεια σχετίζεται είτε με αυστηρή αυτοαπαίτηση είτε μ’ έναν αβάσιμο περφεξιονισμό είτε απλώς μ’ αυτό που λέμε μόνιμη γκρίνια, καθώς και με τις ανάλογες ψυχικές ριζώσεις αμφοτέρων. Εκ των πραγμάτων, σε κάθε φιλοσοφική συζήτηση περί χρόνου, έργου και ολοκλήρωσής του τον τελευταίο λόγο τον έχει τον έγχρονο, εφήμερο υποκείμενο, με το φίλτρο και το βίωμά του.

Ο Pascal Chabot, στο βιβλίο τουΝα έχεις χρόνο. Δοκίμιο χρονοσοφίας, σημειώνει πως «όποιος παραπονιέται ότι δεν έχει χρόνο, στην πραγματικότητα θρηνεί που δεν έχει ποιοτικό χρόνο». Υποτίθεται πως η νεωτερικότητα διασφάλισε και διεύρυνε τον ελεύθερο χρόνο της μεγάλης πλειονότητας, δηλαδή των κατώτερων και των μικρομεσαίων κοινωνικών τάξεων. Όμως ο καπιταλισμός, που επικυριάρχησε στον πλανήτη, στησημερινή του έκφραση απειλεί τη σχόλη και την εξανεμίζει ειδικά στις μεγαλομεσαίες και τις ανώτερες τάξεις που έχουν λύσει σκανδαλωδώς τα προς το ζην, που δύνανται να μην εργάζονται, που δύνανται ν’ αγοράζουν χρόνο. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ανεξαρτήτως ταξικής ταυτότητας, έχει καθιερωθεί η ψευδαίσθηση πως δεν υπάρχει χρόνος, πως ο χρόνος δεν αρκεί ή πως δεν ορίζεται από εμάς. Με άλλα λόγια, παραδόξως, ο σύγχρονος άνθρωπος «έχει και δεν έχει αυτό που θεμελιωδώς έχει» (P. Chabot). Βασικά, υπερτερεί η πεποίθηση πως δεν έχει. Έχει, όμως;

Από ανθρωπολογική σκοπιά, δύσκολα θα διαφωνούσε κανείς με τη θέση του Odo Maquard: «Ερχόμαστε αργά, φεύγουμε νωρίς, και η διαδρομή που μεσολαβεί, που είναι η ζωή μας, όσο μακρά κι αν είναι, είναι σύντομη. Διότι ο θάνατός μας, δηλαδή ο δικός μου θάνατος, για να το διατυπώσω με τα λόγια του Heidegger, όσο και αν καθυστερεί, έρχεται πάντα πολύ νωρίς. Γι’ αυτό ο χρόνος μας είναι περιορισμένος: ο πιο περιορισμένος από όλους τους περιορισμένους πόρους είναι ο χρόνος της ζωής μας. Ο άνθρωπος είναι το ον που στερείται χρόνου (Zeitmangelwesen), η ζωή είναι σύντομη, vita brevis (…) Ωστόσο, ο άνθρωπος, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη χρόνου —και αυτό έχει να κάνει με την ανθρώπινη φθαρτότητα και την αντιστάθμισή της—, είναι αναγκασμένος να αντισταθμίσει τη συντομία της ζωής του. Η ζωή είναι σύντομη, γι’ αυτό δεν μπορούμε να περιμένουμε όσο θέλουμε, αλλιώς θα χάσουμε τη ζωή μας· αν δεν μειώσουμε τις προσδοκίες μας για τη ζωή με μετριοφροσύνη, πρέπει να τις εκπληρώσουμε πιο γρήγορα από ό,τι θα μας προλάβει ο γρήγορος θάνατος, αλλιώς δεν θα τις επιτύχουμε καθόλου ή δεν θα τις εκπληρώσουμε καθόλου (…) ο άνθρωπος δεν είναι ένα απόλυτο ον, αλλά ακριβώς λόγω της έλλειψης απόλυτου χαρακτήρα του (στον βαθμό που είναι ένα πεπερασμένο ον που πρέπει να αναβάλει τον θάνατό του, να απαλλαγεί από το απόλυτο και, σε αντάλλαγμα, να πολλαπλασιάσει τη ζωή) είναι κατά πρώτο λόγο ένα άχρηστο ον που, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, μετατρέπεται σε homo compensator. Δεν είναι τόσο καλά δομημένος ώστε να μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να περιφρονεί το ατελές· εξαρτάται από “υπολύσεις”, από δεύτερες επιλογές, από ό,τι δεν είναι το απόλυτο». Η ασυμμετρία απόλυτου πόθου και μερικής εκπλήρωσης προξενεί υπαρξιακή δυσφορία. Το δε παράπονο όταν είναι παράπονο και δεν είναι αυτός ο τραγελαφικός κομπασμός του πολυάσχολου περί έλλειψης επαρκούς χρόνου, πιθανόν να οφείλεται σε αποτυχημένη αντιστάθμιση, σε ατυχή επιλογή ή μη αναζήτηση «υπολύσεων», στην εγκατάλειψη του οράματος πραγμάτωσης, στη μη παραχώρηση του πρωτείου στην αυτοδιάθεση. Σίγουρα οφείλεται σε κάποια εσφαλμένη ολιστική εκτίμηση που παραγνωρίζει τη βραχυχρονιότητα.

Στον Σενέκα θα βρούμε μια άλλη τοποθέτηση:«Δεν είναι ότι έχουμε λίγο χρόνο στη διάθεσή μας, αλλά ότι σπαταλάμε πολύ από αυτόν τον χρόνο. Η ζωή διαρκεί αρκετά και διαθέτει αρκετό χρόνο ώστε να είναι δυνατή η πραγματοποίηση πολλών σημαντικών πραγμάτων, αν το σύνολο του χρόνου της το χειριστούμε σωστά (…) Έτσι είναι: η ζωή που έχουμε δεν είναι σύντομη, την κάνουμε σύντομη. Ούτε μας λείπει χρόνος. Σπαταλάμε τον χρόνο. Ακριβώς όπως τα αμύθητα πλούτη, τα οποία σκορπίζονται σε μια στιγμή όταν βρεθούν στα χέρια κακού διαχειριστή, ενώ ακόμη και λιγότερα χρήματα, αν τα εμπιστευθείς σε κάποιον που τα διαφυλάσσει καλά, αυξάνονται καθώς τα χρησιμοποιείς. Έτσι και η ζωή είναι αρκούντως μακρά για όποιον τη διαφεντεύει με τον κατάλληλο τρόπο»(De Brevitate Vitae Ι). «Η ζωή, αν γνωρίζεις πώς να τη χρησιμοποιήσεις, διαρκεί πολύ. Αλλά υπάρχουν κάποιοι που διακρίνονται από ασίγαστη πλεονεξία» (ΙΙ). Τον ίδιον όρο θα χρησιμοποιήσει K. Setiya στο βιβλίο του για τη μέση ηλικίαΣτα μισά της ζωής: «Μπορεί να αγανακτούμε μπροστά στην απειλή να πεθάνουμε στα 45. Μα αν ο θάνατος έρθει στο τέλος του ανθρώπινου χρόνου, στα 85 ή στα 90, θα έπρεπε να μας προκαλεί οργή; Είχαμε το μερίδιό μας από χρόνια, και παρόλο που μπορεί να θέλουμε περισσότερα, το να επιμένουμε μοιάζει με πλεονεξία, μια ξεδιάντροπη, παθολογική λαχτάρα για ζωή». Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο ο Διογένης επιτιμά τον κακοζωισμένο μάλιστα υπέργηρο που ολοφύρεται για τον θάνατό, στον διάλογο Διογένους και Αντισθένους και Κράτητος των Νεκρικών διαλόγων του Λουκιανού. Και διερωτάται ο Κικέρων: «Μήπως το γήρας θα φάνταζε πιο ελαφρύ αν ζούσε κανείς 800 χρόνια αντί για 80; Όσο μακρά κι αν ήταν η ζωή, καμία παρηγοριά δεν θα μπορούσε να απαλύνει το ανόητο γήρας» (Cato Maior de Senectute, 4) Και ο Μάρκος Αυρήλιος, πρόδρομος του Pascal, λαμβάνοντας υπόψη «τν βραχύτητα το βίου, τν χάνειαν το πίσω κα πρόσω αἰνος» (Τα εις εαυτόν, ΙΒ, 7), αναδιατυπώνει: «Ἐν δ τούτ τ διαφέρει τριήμερος το τριγερηνίου» (Δ, 50), αφού « πολυχρονιώτατος κα τάχιστα τεθνηξόμενος τ σον ποβάλλει» (Β, 14). Ωστόσο, ο Κικέρων συναντά στον Σενέκα: «Γιατί ακόμα κι αν είναι σύντομη μια ζωή, αρκεί για να τη ζήσει κανείς καλά και με αξιοπρέπεια» (70). Ψύχραιμος πάντα ο Montaigne συμβουλεύει να σχεδιάζουμε με σύνεση, να ενεργούμε δίχως ολιγωρίες και να μη ζητάμε πολλά. Εξάλλου, ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας ποτέ δεν επαρκεί για να πράξουμε όλα όσα επιθυμούμε. Με λόγια του Οράτιου: «Γιατί να σχεδιάζουμε τόσο μεγαλεπήβολα έργα σε μια τόσο σύντομη ζωή;» (Ωδές, II, 16,17). Άρα «ό,τι πρέπει να κάνω στη ζωή μου, σπεύδω να το ολοκληρώσω· κάθε προθεσμία μου φαίνεται μεγάλη, ακόμα και μια ώρα» (Δοκίμια, 1ο βιβλίο, κεφ. 19 «Το να φιλοσοφείς σημαίνει να προετοιμάζεσαι για τον θάνατο»). Στον Οράτιο είναι που συναντάμε το Carpe diem: «Άδραξε την ημέρα, κι εμπιστεύσου όσο το δυνατόν λιγότερο το αύριο» (Ωδές, 1.11). Η μοναδικότητα και η συντομία καθιστούν τη ζωή μια συνταρακτική συγκυρία, μια ανεπανάληπτη ευκαιρία, αλλά συνάμα μια δραματική διορία. «Μια ζωή την έχουμε», «εδώ και τώρα», «όλα ή τίποτα». Αυτές οι μισο-αλήθειες έχουν εκφυλιστεί σε παραπλανητικά σλόγκαν της εποχής, που όπως κάθε σλόγκαν το μόνο που κάνουν είναι να υπηρετούν τις σκοπιμότητες μιας πτωχής προπαγανδιστικής ατζέντας. Η εποχή, λοιπόν, ερμηνεύει επιπόλαια την επιταγή της κοσμικής αντίληψης της μηδαμινότητας και της ευχαριστιακής τίμησης του παρόντος, προτείνοντας άμεσες διεργασίες ικανοποίησης ατομικών και συλλογικών αιτημάτων, ξέφρενη αναζήτηση και παράδοση σε έντονες εμπειρίες, ενθουσιώδη ακτιβισμό με το πρόσχημα της αλληλεγγύης, διαρκή κολακεία των μαζικοποιημένων και διεγερμένων εαυτοτήτων κ.λπ. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, οι έννοιες δεν θα πούμε αρετές της σωφροσύνης και του αυτοελέγχου εκλείπουν παντελώς. O Δανός ψυχολόγος-φιλόσοφος Svend Brinkmann στην τέχνη (ανάγκη) τού να κάνεις πράγματα αντιτάσσει την τέχνη (χαρά) τού να χάνεις πράγματα ως ύστατη μέθοδο, εκεί που κατακλυζόμαστε από την ποσοτική υπερπροσφορά, να προστατεύσουμε την ελευθερία και τον αυτοσεβασμό μας. Κατ’ ουσίαν, η αντίσταση στην παρανοϊκή ταχύτητα και επιτάχυνση που χαρακτηρίζουν όλους τους τομείς (παραγωγικότητα, κατανάλωση, ενημέρωση, επικοινωνία, υγεία, επιτυχία, ευτυχία κ.ο.κ.) επιφέροντας τα αντίθετα απ’ τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, διασώζει τη μόνη χρονική διάσταση όπου είναι εφικτή η εκπόνηση και υλοποίηση πολύτιμων σχεδίων. Όπως σοφά επισημαίνει ο Lichtenberg: «Οι άνθρωποι που δεν έχουν ποτέ καιρό, είναι εκείνοι που κάνουν τα λιγότερα». Λίγα και καλά. Και αργά, χωρίς πίεση και βιασύνη. Ενίοτε με φαινομενική/ενεργή παθητικότητα. Στον ταοϊσμό, παρεμπιπτόντως, υπάρχει μια σπουδαία έννοια, ονόματι «wu wei», που σημαίνει «μη δράση» ή, μάλλον, «δράση χωρίς προσπάθεια», να εναρμονιζόμαστε καλόπιστα με τη σιωπηλή, αόρατη ροή της φύσης, χωρίς την επείγουσα ανάγκη ελέγχου των πάντων, να μην παρεμβαίνουμε, να μην πιέζουμε καμία κατάσταση ούτε ν’ αναζητούμε βιαστικές λύσεις. Δύσκολα πράγματα για τον ναρκισσιστικό και σκεπτικιστικό δυτικό νου και τον φρενήρη ρυθμό της δυτικής καθημερινότητας!

Υπάρχει, άραγε, «ορθή χρήση» της ζωής ούτως ώστε να ολοκληρώνεται ή να πραγματώνεται ποτέ; Υπάρχει «επιτυχημένη» ζωή; Πώς «αξιοποιείται» με τον βέλτιστο τρόπο το πέρασμά μας μες στην αστραπιαία χρονική κλίμακα στην οποία καλούμαστε να εκπτυχθούμε; Πώς, τουλάχιστον, αν δεν μπορούμε να την κάνουμε όπως τη θέλουμε, «δεν εξευτελίζεται», κατά το καβαφικό ποίημα;

Σε γενικές γραμμές, για τον κοσμικό άνθρωπο προέχει η εξισορρόπηση της αμελητέας έκτασης με τη συγκινησιακή ένταση, η ψύχραιμη ή η φρενιτιώδης εφαρμογή τού carpe diem. Για τον θρησκευόμενο άνθρωπο η καρτερική ή η πυρετώδης προετοιμασία για την αιώνια ζωή. Παραδόξως, πρεμούρα συναντάμε και στους δύο πόλους, και στο animal laborans και στον homo religiosus, εντούτοις, στην εκκοσμικευμένη, αφιλοσόφητη, αθεολόγητη και υπερψυχολογικοποιημένη εποχή μας ως κοινωνικό φαινόμενο επιπολάζει αναφανδόν ο πρώτος πόλος. Θα ήταν ευχής έργον να ανθούσε στις μέρες μας η τόσο συκοφαντημένη «μεσαιωνική» αίσθηση του επικείμενου τέλους του κόσμου (M. de Unamuno): θα επέβαλλε έναν αληθινό ανθρωπισμό, μια φιλαδελφία, στηριγμένη στη συμπόνια. Για τον ανάμικτο (μπερδεμένο ή ισορροπημένο) ανθρωπότυπο, η κοινή πρακτική περιλαμβάνει έναν συνδυασμό μιας κάποιας ηθικής και της απόλαυσης κάποιων αμφιλεγόμενων ηδονών.

Από τη μεταφυσική κοσμοθεώρηση, από την εκτίμηση της ύπαρξης υπό το πρίσμα της χρονικότητας ή της αιωνιότητας, εξαρτάται ο προσανατολισμός και εν τέλει η διαβίωση. Απ’ την ίδια εκτίμηση εκπορεύεται και η παρουσία ή η απουσία της αίσθησης σκοπού, νοήματος και αποστολής, των οποίων ο χαρακτήρας συναρτάται με την πνευματική κλάση του εκάστοτε προσώπου. Σκοπό, νόημα και αποστολή μπορούμε να εντοπίσουμε σε όλο το φάσμα των ανθρώπων, σε όλες τις ποιοτικές τους διαβαθμισμένες εκδηλώσεις, από τις ελεεινότερες έως τις υψηλότερες, από τον εγκληματία, το υπεραπασχολημένο αφεντικό του εαυτού του και τον αποκτηνωμένο αβροδίαιτο μέχρι τον άγιο. Στο πλαίσιο αυτό, όλοι ανεξαιρέτως επιλέγουμε ρόλους, εργασίες και ασχολίες, που μας υποστηρίζουν βιολογικώς, μας καθιερώνουν κοινωνικώς και μας πληρούν υπαρξιακώς. Ούτως ή άλλως, όποιο κι αν είναι το όραμα που καταφέρνει, καταλήγει ή καταντάει να υιοθετήσει κανείς, το πρόβλημα της κλήσης παραμένει ένα πρόβλημα ουσιαστικά ανεπίλυτο, αφού καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε δρόμους, οι οποίοι δεν ξέρουμε πού βγάζουν και ν’ απορρίψουμε άλλους, οι οποίοι δεν ξέρουμε πού θα έβγαζαν.

Το ζήτημα είναι η βιοποριστική σύμβαση είτε να ταυτίζεται με κάτι ηθικοπνευματικά «υψηλό» ή «ποιοτικό» είτε να το περιλαμβάνει είτε τουλάχιστον να επιτρέπει μια σχέση μαζί του, και να (εξ)υπηρετείται η ζωή ώστε η επιλεγείσα δραστηριότητα να μην αλλοτριώνει τον επιλογέα της, διότι έτσι, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των πιο σοφών, ο άνθρωπος υποβιβάζεται σ’ εκείνο που υποτίθεται ότι παλεύει να υπερβεί. Και, γενικότερα, όχι μόνο στον βιοπορισμό αλλά σε κάθε δραστηριότητα, το πνευματικό στοιχείο δικαιώνει τη δράση και αναβαθμίζει τον άνθρωπο. Διότι, «όταν δεν δίνουμε στο πνεύμα πράγματα που αξίζουν, λειτουργεί (γιατί δεν μπορεί παρά να λειτουργεί) με αντικείμενα τυχαία και μηδαμινά που μας ταπεινώνουν» σημειώνει όμορφα ο Σεφέρης στις 19.8.1932 στο Ημερολόγιό του. Ωστόσο, με την επίγνωση της σοβαρότητας των πραγμάτων να μη χαθεί η απαραίτητη εκείνη ανεμελιά της στιγμής, η αναγκαία δόση ξενοιασιάς και «αδιαφορίας» για τη χαρά, που χωρίς αυτήν δεν έρχεται ποτέ η χαρά. Ούτε, φυσικά, να αμβλυνθεί το μοναδικό ίσως κριτήριο σοβαρότητας στον άνθρωπο: η ταυτόχρονη συναίσθηση της επιτακτικότητας και της ασημαντότητας ή γελοιότητας των επιζητήσεών του.

Αναντίρρητα, για όσους «σκοτώνονται στη δουλειά» επιβεβαιώνεται η λαϊκή ρήση«η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη». Η συνηθέστερη σύγχρονη μορφή αλλοτρίωσης είναι το πάσης φύσεως burnout, η απελπιστική κατάσταση εξουθένωσης και ανημπόριας. Τη σήμερον ημέραν, το προνόμιο τού να έχεις δουλειά εξουδετερώνει το βάσανο του να μην έχεις χρόνο ή ενέργεια να ζήσεις. Ή του να έχεις καταφέρει κάτι ανάξιο της θυσίας σου ή καθαυτόν. Ήδη στον Εκκλησιαστή βρίσκουμε το φαινόμενο στην αρχετυπική του έκφανση: «ὅτι γίνεται τῷἀνθρώπῳἐν παντὶμόχθῳαὐτοῦκαὶἐν προαιρέσει καρδίας αὐτοῦ, ᾧαὐτὸς μοχθεῖὑπὸτὸν ἥλιον. ὅτι πᾶσαι αἱἡμέραι αὐτοῦἀλγημάτων καὶθυμοῦπερισπασμὸς αὐτοῦ, καί γε ἐν νυκτὶοὐκοιμᾶται ἡκαρδία αὐτοῦ· καί γε τοῦτο ματαιότης ἐστίν» (2,22-23). Άλλως, απ’ το στόμα ενός σύγχρονου Εκκλησιαστή: «Να μην έχεις φέρει εις πέρας τίποτα, και να πεθαίνεις από υπερκόπωση» (E.M.Cioran). Δεν αρκεί η αποκήρυξη (P. Lafargue), η γελοιοποίηση (B. Black) ή η καταδίκη (E.M. Cioran) της εργασίας˙ δεν αρκεί η διεκδίκηση του δικαιώματος στην τεμπελιά, η προάσπιση του παιχνιδιού έναντι του εξανδραποδισμού ή η επισήμανση του σκανδάλου της δήθεν πραγμάτωσης μέσω του αδιάκοπου εργάζεσθαι. Ο επιδιωκόμενος και πολυπόθητος ελεύθερος χρόνος, αν συνιστά αυθεντική προτεραιότητα κι όταν με μύριους κόπους εξασφαλίζεται, τότε μόνον αποκαθιστά το άτομο στην αξιοπρέπειά του, όταν ενεργοποιεί τις ουσιωδέστερες διαθέσεις και δυνάμεις του, κι όχι όσο παραμένει καθηλωμένο σε σχέση αντιπαράθεσης με το οικονομικό μοντέλο που τον εξαερώνει αποθεώνοντάς τον.

Ο Byung-Chul Han, ειδικός επί του θέματος, ασκεί κριτική στην H. Arendt εν μέρει άδικα, καθώς η ίδια αναφέρεται στη σύγχρονη αντιστροφή τής καθιερωμένης ιεραρχικής τάξης πράξης κι ενατένισης ότι «δεν αναγνωρίζει πως η φασαρία και η ανησυχία της σύγχρονης ζωής έχουν μεγάλη σχέση με την απώλεια της ικανότητας για στοχασμό», πως «η απολυτοποίηση της vitaactivaοδηγεί σε μια επιταγή εργασίας, η οποία υποβιβάζει το πρόσωπο σε animallaborans» και τελικά, πως «όποιος μένει χωρίς ανάσα, δεν έχει πνεύμα». Η εκτόπιση της vitacontemplativa από την vitaactiva οδηγεί στον αφιλοσόφητο βίο, και αφιλοσόφητος βίος θα πει πρώτα απ’ όλα απουσία mementomori και meditatiomortis, είτε διά της λήθης, όπου έχουμε φυτική ή ζωική κατάσταση είτε διά της άρνησης, όπου έχουμε κτηνώδη ή ψυχωσική συμπεριφορά. Ειδικά η απωθημένη συνείδηση του θανάτου, κατεξοχήν γνώρισμα της νεωτερικότητας, καταπώς ορθά τονίζει ο εξέχων προτεστάντης θεολόγος J. Moltmann, «παραλύει τις ζωτικές μας δυνάμεις (…) ή διεγείρει μέσα μας τον φόβο για τη ζωή κάνοντάς μας έτσι να μη χορταίνουμε τη ζωή» ή «υπερφίαλους υβριστές ή καταθλιπτικούς» ή «παθολογικά ανήσυχους (…), εργασιομανείς ή υστερικά υπερδραστήριους». Ο Σενέκας στο De Brevitate Vitae (VII)χρησιμοποιεί επανειλημμένως τον όρο«occupati» εννοώντας τους απορροφημένους, που δεν φιλοσοφούν, καθώς: «ο πολυάσχολος άνθρωπος ασχολείται με τη ζωή του λιγότερο από ό,τι με οτιδήποτε άλλο».

Δεν απέχει πολύ απ’ την αλήθεια ο Oscar Wilde, όταν διατρανώνει πως «η σκληρή δουλειά δεν είναι παρά το καταφύγιο εκείνων που δεν έχουν απολύτως τίποτα να κάνουν». Ένα γυμνασμένο μάτι αμέσως διαπιστώνει το δράμα ή και το κενό πίσω απ’ την ασφυκτική αλλά συγχρόνως αδιαπραγμάτευτη πολυμεριμνία. «Η νευρική κατάπτωση που φαίνεται να προκαλείται από την εργασία, στην πραγματικότητα προκαλείται από κάποια ψυχική ανωμαλία από την οποία ο άρρωστος προσπαθεί να ξεφύγει πέφτοντας με τα μούτρα στη δουλειά. Του κάνει κακό να παραιτηθεί από τη δουλειά του, γιατί αν το κάνει δεν θα ’χει πια τίποτε για να του αποσπάσει τη σκέψη από το ατύχημά του, ό,τι κι αν είναι αυτό» (B. Russell). Η αλήθεια της παραπάνω παθογένειας δεν αφορά, φυσικά, τα εκατομμύρια των συνανθρώπων μας στον «τρίτο» κόσμο ή τα κατώτατα στρώματα του «ανεπτυγμένου» κόσμου, που κοπιούν για την επιβίωση ή τη στοιχειώδη διαβίωση, και των οποίων ένεκα της διαστροφής του οικονομικού συστήματος ο κόπος εμπεδώνει και μεγεθύνει τις ταξικές διαφορές που τους καταδυναστεύουν. Αν κι εκεί ακόμα παρατηρούνται όλο και περισσότερο τα φαινόμενα της εθελοδουλείας, της συνθηκολόγησης και της αυτομολίας στον πιο ακραίο καταναλωτικό τρόπο ζωής, μιας ολοήμερης απασχόλησης σε επαγγέλματα-βαμπίρ, σκληρής αποταμίευσης και μικρών διαλειμμάτων ευτελών υλικών τέρψεων, θραυσματικής κι εξωστρεφούς δίχως ερμηνευτικό αφήγημα ή κοσμοθεωρητική αναφορά, μιας ζωής απομακρυσμένης από ανθρώπινα στάνταρτς. Είτε έτσι είτε αλλιώς, είτε απληστία και αποξένωση είτε βιοπάλη, και στις δύο περιπτώσεις λάμπουν διά της απουσίας τους το mementomori, τοvitabrevisκαι το σχήμα ζωής εκείνο που προτεραιοποιεί τη ζωή και θέτει ολότελα τη δουλειά στην υπηρεσία της. Γιατί, «αν η ζωή στερείται κάθε μορφής ενότητας και νοήματος, τελειώνει πρόωρα. Είναι δύσκολο να πεθάνει κανείς σε έναν κόσμο όπου το τέλος και η ολοκλήρωση έχουν αντικατασταθεί από έναν ατέρμονο αγώνα χωρίς κατεύθυνση, μια μόνιμη ατέλεια και μια πάντα νέα αρχή, σε έναν κόσμο, λοιπόν, όπου η ζωή δεν ολοκληρώνεται με μια δομή, μια ενότητα. Έτσι, η πορεία της ζωής διακόπτεται πρόωρα» τονίζει ο Byung-Chul Han.

Οπωσδήποτε, η εργασία συνιστά οντολογική κατηγορία, σχετίζεται στενά με την ποιότητα του βίου, και οι διάφορες μυθολογικές και θρησκευτικές αφηγήσεις περί αυτής καταδεικνύουν από κοινού την υποχρεωτικότητά της, τη σύνδεση της ύπαρξής της με την ανάγκη ύπαρξης εγκόσμιου στίγματος, περιεχομένου και προσανατολισμού. «Η εργασία αποτελεί τη θεμελιώδη κατηγορία και το αρχικό πρότυπο κάθε κοινωνικής πρακτικής. Ορίζει τη μετάβαση από τη βιολογική φύση προς το κοινωνικό ον μέσω της τελεολογίας», παρατηρεί ο G. Lukács. «Η εργασία δεν είναι, συνεπώς, δραστηριότητα εν γένει, αλλά η έκφραση ενός ιδιαίτερου όντος που προσπαθεί να γεμίσει τον χώρο του, να πληρώσει τον χρόνο του, να εκπληρώσει τους νόμους του», τονίζει από την αντίπερα ιδεολογική όχθη ο E. Jünger. Η υπερκαταπόνηση της υπεραπασχόλησης και ο απόκαρδος βιοπορισμός δεν πρέπει ν’ αποκρύβουν τη ζωτική και ιερή ανάγκη της απασχόλησης. Η εκκοσμίκευση συμπίπτει με τη νεωτερικότητα και η νεωτερικότητα επωάζει τον καπιταλισμό. Ένα από τα διακριτικά σημάδια του τελευταίου είναι ακριβώς η αποϊεροποίηση του βίου αλλά και της εργασίας. Στην προκεφαλαιοκρατική οικονομία, «στη δουλειά ο κόσμος δεν βιάζεται. Δεν δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον να παραγάγει ή να ολοκληρώσει ταχύτερα ή, έστω, εντός καθορισμένου χρόνου μεγάλη ποσότητα έργου (…) Σε τούτη την έλλειψη λογιστικού πνεύματος αντιστοιχεί η ακραιφνώς ποιοτική σχέση των οικονομικών υποκειμένων προς τον κόσμο των αγαθών», τονίζειόχι δίχως νοσταλγία ο W. Sombart. Την ίδια στιγμή, ισχύει «ο πάγιος καταμερισμός των ανθρώπων σε συγκεκριμένα επαγγέλματα και κοινωνικές τάξεις, που όλες τους εκλαμβάνονται ως ίσης αξίας, όσον αφορά τις κοινές τους σχέσεις προς το όλον, και προσφέρουν στο άτομο τα πάγια σχήματα εντός των οποίων μπορεί να εκδιπλώσει την ατομική του ύπαρξη ώς την τελείωση». Δεν έχει επέλθει ακόμη η αδιανόητη εκείνη διαστροφή και αντιστροφή σ’ ό,τι αφορά τη σημασία των επιτηδευμάτων και των ασχολιών, λογουχάριν, η υποτίμηση του γεωργού και η υπερεκτίμηση του χρηματιστή, η απαξίωση των πνευματικών και η πριμοδότηση των προσοδοφόρων δραστηριοτήτων.

Μια κι έγινε νύξη στη γεωργίακαι, για να παραπέμψουμε στη βαρύτητα της ουσίας τού εν λόγω επιτηδεύματος αλλά και επ’ αφορμή της πλατωνικής οικειοπραγίας (ο καθένας κάνει τη δουλειά που ξέρει να κάνει), αξίζει να θυμόμαστε ότι στην Αρχαία Ελλάδα «η γεωργία παραμένει ενταγμένη σ’ ένα θρησκευτικό σύστημα παράστασης (…) ότι η καλλιέργεια της γης είναι συμμετοχή σε μιαν τάξη ανώτερη από τον άνθρωπο, μιαν τάξη φυσική και συνάμα θεϊκή» και ότι «έχοντας στερηθεί τα θρησκευτικά της προνόμια, χάνει αμέσως και το ιδιαίτερο μεγαλείο της (…) κατατάσσεται στην κατηγορία των δουλικών απασχολήσεων» (J.-P. Vernant).Το αυτό συμβαίνει και με κάθε επάγγελμα όπου ο εργαζόμενος στερείται της δυνατότητας να δοκιμάσει έστω μια μικρή αίσθηση κοινωνικής προσφοράς ή ενδόμυχης αυτοπραγμάτωσης. Για να παραμείνουμε στα χοϊκά συμφραζόμενα, ας φανταστούμε ότι καθένας μας διαθέτει κι από ένα μικρό μποστάνι με μια κλεψύδρα στο βάθος, ένα πεδίο δράσης, που εκτείνεται, περιφράσσεται και φροντίζεται ανάλογα με τη συνείδηση, τον χαρακτήρα, το ήθος, την αισθητική, τη βούληση, τη φαντασία, το μεράκι και τον μόχθο του. Το μόνο κοινό για όλους είναι το αναπόφευκτο και η χρονική κλίμακα. Ισότιμα και δημοκρατικά δοσμένα, δίχως εξαιρέσεις πέραν του αιώνα πάνω-κάτω. Κι έκαστος να διαμορφώνει τον μικρόκοσμό του, θερίζοντας ό,τι σπείρει. «Θαρρώ πως το ατελιέ μου είν’ ένας λαχανόκηπος. Εκεί έχει αγκινάρες, εδώ πατάτες. Πρέπει να κόβω τα φύλλα, για να φυτρώσουν οι καρποί. Σε μια ορισμένη στιγμή, πρέπει να τους μαζέψω. Εργάζομαι σαν ένας κηπουρός ή σαν ένας αμπελουργός. Τα πράγματα ωριμάζουν σιγά-σιγά», θα γράψει ο Joan Miró. Στον καθένα μας, όπως λέει ο Μάρκος Αυρήλιος, αναλογεί στο σύμπαν μια γωνίτσα, ένα «γωνίδιον» (Γ, 10 και Δ, 3) ή, ακόμα καλύτερα, ένα «βωλάριον» (ΙΒ, 32), ένας σβώλος, ένα μικρό κομμάτι γης, προς περιποίηση αλλά και εκμετάλλευση. Μην ξεχνάμε πως η αρχή έγινε από τον Θεό: «Κα φύτευσεν Θες παράδεισον ν δμ νατολς κα θετο κε τν νθρωπον, ν πλασε» (Γεν. 2,8). Μόνο που τα πράγματα δεν πήγαν πολύ καλά για τους εντεταλμένους φροντιστές του απέραντου κήπου, και καταδικάστηκαν σε ταπεινούς, βραχύβιους διαχειριστές των μικροσκοπικών τους κηπαρίων. «Ο καθένας μας είναι ένας κηπουρός και το φυτό/που πρέπει να φροντίζει μέρα και νύχτα,/με το άρωμα της φλαμουριάς και της μέντας,/είναι ο ίδιος ο θάνατός του, που ’ναι άνθος και καρπός» («L’Etrange fleur», Ilarie Voronca). Ποιος ξέρει, όμως; Ίσως δεν αποκλείεται η πιθανότητα να μας περιμένει μετά θάνατον ο αρχικός, απέραντος κήπος. Πάντως, «η αγάπη για τους κήπους κυριάρχησε στην Ευρώπη όταν χάθηκε η πίστη στον επίγειο Παράδεισο» (P. Bruckner)…

Όπως υπάρχει η πνευματική εργασία (και η παράμετρος της πνευματικότητας στην εργασία), αντιστοίχως υπάρχει και η πνευματική ηλικία, η οποία δεν συγχρονίζεται με τη βιολογική. Για την Etty Hillesum: «Η ηλικία της ψυχής είναι διαφορετική από την ηλικία που είναι καταχωρισμένη στο ληξιαρχείο. Πιστεύω ότι η ψυχή έχει ήδη μια συγκεκριμένη ηλικία κατά τη γέννηση και ότι αυτή δεν θα αλλάξει πια. Κάποιος μπορεί να γεννηθεί με μια ψυχή δώδεκα ετών και, όταν φτάσει τα ογδόντα, αυτή η ψυχή να εξακολουθεί να είναι δώδεκα ετών και όχι περισσότερο. Μπορεί επίσης να γεννηθεί κανείς με μια ψυχή χιλίων ετών και, μερικές φορές, υπάρχουν παιδιά δώδεκα ετών, στα οποία διαπιστώνεται ότι η ψυχή τους είναι χιλίων ετών».

Ιδού δύο γνώριμες εκφάνσεις ασύμπτωτου ηλικίας και φερσίματος: νέοι με γέρικη ψυχή και γέροι που νεανίζουν. «Θα γράψω, λοιπόν, την ιστορία της ζωής μου. – Ποια ζωή! Μήπως έζησα; (…) Τόσο νέος και να είμαι τόσο κουρασμένος με τα πάντα. Άλλοι, αν και γέροι, είναι γεμάτοι ενθουσιασμό!» γράφει ο 17χρονος Flaubert στα Απομνημονεύματα ενός τρελού. Το 1852, στα 21 του, ωστόσο, θα επανορθώσει: «Ας μην κλαιγόμαστε για τίποτα· το να παραπονιέσαι για όλα όσα μας λυπούν ή μας ερεθίζουν είναι σα να παραπονιόμαστε για την ίδια τη σύσταση της ύπαρξης». Μα το συνηθέστερο φαινόμενο είναι οι δύο μεγάλες ασθένειες του σύγχρονου ατόμου που μελετά ο Bruckner στον Πειρασμό της αθωότητας, ο παιδισμός και η θυματοποίηση, η τάση/στρατηγική του σύγχρονου ανθρώπου, που επιθυμεί ν’ απολαύσει την ανεξαρτησία χωρίς τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις, να αρνείται την ενηλικίωση και την ευθύνη, επιλέγοντας τον ρόλο του αθώου θύματος. Πρέπει, ασφαλώς, να προσθέσουμε στον νεανισμό και την αχορτασιά της ζωής, που αναφέραμε παραπάνω, η οποία αποποιείται με τη σειρά της την πίεση της εμπρόθεσμης δράσης. Η διατήρηση της καλώς εννοούμενης παιδικότητας παραμένει, ασφαλώς, τεκμήριο τόσο υγείας όσο και σοβαρότητας.

Ανάμεσα στις στάσεις απέναντι στον σύντομο βίο ξεχωρίζει αυτή του θυμού, με την πληθώρα των παραλλαγών της. Ο μεσήλιξ, 56χρονος επιζήσας του Auschwitsch, Jean Améry, 10 χρόνια προτού αυτοκτονήσει, στο σπαρακτικό του βιβλίο για το γηράσκειν, μιλά ειρωνικά για το γήρας ως «φθινόπωρο του βίου», διαμαρτυρόμενος ότι πρόκειται για μια στερνή εποχή, την οποία δεν διαδέχονται άλλες εποχές, όπου δεν υπάρχει προσδοκία ανανέωσης. Στην ίδια γραμμή κινείται και οJankélévitch, συμπληρώνοντας ότι η μελαγχολική παρομοίωση του γηράσκειν με το φθινόπωρο ή το δειλινό, στην πραγματικότητα δεν έχει τίποτα το γνήσια ποιητικό. Ο E. Levinas κάνει μια ενδιαφέρουσα διάκριση ανάμεσα στον καρπό, ο οποίος με την ωρίμαση κορυφώνει κι εξαντλεί τις δυνατότητές του, και τον θάνατο, ο οποίος στερεί απ’ τον άνθρωπο τις δυνατότητές του. Απ’ αυτή την άποψη, κάθε θάνατος είναι πρόωρος του υπερήλικα συμπεριλαμβανομένου («Ακόμα και αν σβήσει σε βαθιά γεράματα, ο πεθαμένος πάει λίγο πολύ δικοθανατισμένος» γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης στο βιβλίο του για τους ζώντες και τους τεθνεώτες). Την ίδια στιγμή, γνωρίζουμε πως η θνητότητα αποτελεί οντολογική ιδιότητα για όλα τα έμβια όντα, όλα τα βροτά συμπλάσματα και συνοδεύει το ον εμβρυόθεν (κατά τη γνωστή μεσαιωνική ρήση: «με το που ένας άνθρωπος έρθει στον κόσμο, είναι αμέσως αρκετά μεγάλος για να πεθάνει») και πως στον κόσμο αυτό δεν γίνεται να υπάρξει εν ζωή κατάσταση πλήρωσης, πλην ίσως της χριστιανικής αγίασης ή του βουδιστικού satori. Απ’ αυτή την άποψη, κανένας θάνατος δεν είναι πρόωρος –ούτε καν αυτός του νέου (βλ. στωική ή χριστιανική παραμυθητική γραμματεία/επιστολογραφία). Η σχετική συλλογιστική κορυφώνεται σε έργα όπως το Περί των νηπίων των προ ώρας αφαρπαζομένων, όπου μπροστά στην ασύλληπτη αδικία του πρόωρου θανάτου των νηπίων, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, βασιζόμενος στην πίστη και ερμηνεύοντας διασταλτικά το δόγμα, πασχίζει να παρηγορήσει και να δικαιολογήσει σχεδόν τα αδικαιολόγητα. Λέμε «πρόωρος». Ποια είναι η ώρα του καθενός; Και ποιος ο πλήρης χρόνος; Λέμε «πλήρης ημερών», αλλά εννοούμε «αποστολή εξετελέστη»; Ας δεχτούμε, σε κάθε περίπτωση, το πρόωρο στο μέτρο που έχει να κάνει με το προσδόκιμο, και το ανολοκλήρωτο ας το ζυγίσουμε σύμφωνα με τη μείωση της σπουδαιότητας του καταλειπόμενου έργου.

Λέει το γνωστό επιτύμβιο επίγραμμα: «Κι εμείς είχαμε δουλειές, αλλά τις αφήσαμε στη μέση». [Υπάρχει ένα συναφές ποίημα του Yamazaki Sokan που λέει: «Αν κάποιος ρωτήσει/ πού πήγε ο Σόκαν,/ απλά πες:/ «Είχε κάποιες δουλειές/ στον άλλο κόσμο».] Λοιπόν, «κι εμείς είχαμε δουλειές, αλλά τις αφήσαμε στη μέση» «Στη μέση» τρόπος του λέγειν. Μια μισοδουλειά αναφέρεται στο ανολοκλήρωτο ή την αίσθηση ανολοκλήρωτου ενός έργου και μπορεί να συμβεί κι έπειτα από έναν μακρότατο βίο. Άλλωστε, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, πρώιμοι θάνατοι δεν εμπόδισαν την κληροδότηση αποπερατωμένων και τέλειων δημιουργημάτων. Είτε γιατί οι αδικοχαμένοι προαισθάνθηκαν τον χαμό τους και ενστικτωδώς πύκνωσαν σε βαθμό έως και τελείωσης το έργο τους, είτε γιατί «Ὅν ο θεο φιλοσιν ποθνσκει νέος», το «άφημα στη μέση» από μια σκοπιά ευνοεί και τη φήμη του δημιουργού και το έργο του, το οποίο πολλές φορές ευνοείται κι απ’ τη φήμη του. Πάντως, για να είμαστε δίκαιοι, κάποιοι άωροι ή αιφνίδιοι θάνατοι, ατυχήματα, συμβάντα, περιστάσεις ανωτέρας βίας κ.λπ. αναμφίβολα διέκοψαν ή απέτρεψαν αμετακλήτως το κλείσιμο συγκεκριμένων εξαγγελθεισών ή προγραμματισμένων ενοτήτων. Εν πάση περιπτώσει, το επιτύμβιο επίγραμμα στόχο έχει ουσιαστικά να υπενθυμίσει στους ζωντανούς όχι μόνο τη θνητή τους φύση, αλλά και τη ματαιότητα των υπερφιλόδοξων προσπαθειών τους. Και υπερφιλόδοξος μπορεί να σημαίνει απλά φιλόδοξος ή, κατά βάθος, αχάριστος υπό την έννοια της λήθης της ζωής ως ανεξόφλητου δώρου. Μια τραγική αμεριμνησία σ’ ό,τι αφορά τις μετρημένες μας μέρες, που περνιούνται και για αμέτρητες και για ευδαίμονες. Μα, «αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν ἡμῶν ἐν αὐτοῖς ἑβδομήκοντα ἔτη, ἐὰν δὲ ἐν δυναστείαις, ὀγδοήκοντα ἔτη, καὶ τὸ πλεῖον αὐτῶν κόπος καὶ πόνος» (Ψαλμός 90, 10). Αργά ή γρήγορα, πρόωρα ή όψιμα, προειδοποιημένα ή απροειδοποίητα, ο βέβαιος μα συνάμα μυστηριώδης θάνατος θα μας χτυπήσει ολονών την πόρτα και θα μας αφανίσει από προσώπου γης. Η προειδοποίηση, ως εκ τούτου, δεν περιορίζεται μόνο στη χριστιανική ή όποιαν άλλη θρησκευτική εγρήγορση, κατά την οποία διακυβεύεται η αιωνιότητα˙ αναφέρεται εξίσου και στον κίνδυνο να μην αξιοποιηθούν ποιοτικώς οι προς αυτοεκπλήρωση εργατοώρες και, προπαντός, να πάνε στράφι, να μην εορταστούν οι μικρές στιγμές και οι μικρές χαρές. Η υπόμνηση του επικείμενου και άδοξου τέλους και της αθλιότητας του εγωκεντρισμού επαναφέρουν το άτομο στην τάξη των προσδοκιών, των δυνατοτήτων και των επιδόσεών του, συνεπώς, τρόπον τινά, του συμφέροντός του. Γι’ αυτό και για άλλους λόγους πάντα κάνει καλό η τακτική επίσκεψη σε νοσοκομεία και, ακόμα περισσότερο, σε κοιμητήρια –κατά προτίμηση στα χωνευτήριά τους.

Σε πείσμα των βετεράνων της μεμψιμοιρίας για τον ελάχιστο χρόνο ή την πολλή δουλειά, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα αληθινών αναξιοπαθούντων και κακότυχων ανθρώπων που παρ’ όλ’ αυτά επέδειξαν συγκλονιστική αξιοπρέπεια και γενναιότητα. Η παρήλιξ, 28χρονη, μη επιζήσασα του Auschwitsch, E. Hillesum,γράφει σε τρομακτικές συνθήκες στο ημερολόγιό της: «Παρ’ όλ’ αυτά, η ζωή είναι γεμάτη νόημα, αν και μόλις που τολμώ να το αναφέρω στους άλλους. Η ζωή και ο θάνατος, ο πόνος και η χαρά, οι φουσκάλες στα καταπονημένα πόδια μου και το γιασεμί πίσω από το σπίτι μου, η δίωξη, οι αμέτρητες και παράλογες σκληρότητες, όλα αυτά βρίσκονται μέσα μου ως μια ισχυρή ενότητα, και τα αποδέχομαι ως σύνολο, και αρχίζω να τα κατανοώ όλο και καλύτερα· μόνο για τον εαυτό μου, χωρίς να είμαι μέχρι τώρα σε θέση να εξηγήσω σε κανέναν πώς όλα αυτά αλληλοσυνδέονται. Θα ήθελα να ζήσω πολύ καιρό για να μπορέσω να το εξηγήσω κάποια στιγμή στο μέλλον. Και αν δεν μπορώ να το επιλέξω αυτό, λοιπόν, τότε θα το κάνει κάποιος άλλος. Κάποιος άλλος θα συνεχίσει να ζει τη ζωή μου από εκεί που διακόπηκε η δική μου, και γι’ αυτό πρέπει να συνεχίσω να ζω όσο καλύτερα και πιο πειστικά γίνεται μέχρι την τελευταία μου ανάσα». Μια διαφορετική στάση, μειλίχιας μελαγχολίας, συναντάμε στον ηλικιωμένο, τρυφερό N. Bobbio: «Θα έλεγα πως τα γεράματά μου είναι μελαγχολικά, με τη μελαγχολία εννοούμενη ως συνείδηση του ανεκπλήρωτου και εκείνου που δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Ανταποκρίνεται στην εικόνα της ζωής σαν δρόμο, του οποίου το τέρμα μετατίθεται όλο και μακρύτερα, και όταν νομίζεις πως το έχεις φτάσει δεν ήταν εκείνο που θεωρούσες οριστικό. Έτσι τα γεράματα γίνονται η στιγμή στην οποία έχεις πλήρη συνείδηση πως όχι μόνο δεν ολοκλήρωσες τη διαδρομή, αλλά δεν έχεις και χρόνο για να την ολοκληρώσεις, και πρέπει να παραιτηθείς απ’ την ιδέα της άφιξης στην ευθεία του τερματισμού». Τέλος, υπάρχει και η στάση της ευγνωμοσύνης εκτός θρησκευτικού πλαισίου αναφοράς, πιο σπάνια και πιο συγκινητική: «Θα χάσουμε το σωματικό μας περίβλημα, θα εξαφανιστούμε στη ροή, θα γίνουμε και πάλι στάχτη. Και μετά; Ήμασταν απλώς περαστικοί, ένα κομμάτι ενός συνόλου που βρίσκεται πέρα από εμάς. Ας χαρούμε που αντέξαμε και που μπορούμε να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε την καλοσύνη του κόσμου (…) Η μόνη λέξη που οφείλουμε να λέμε κάθε πρωί, ως αναγνώριση για το δώρο που μας έγινε, είναι: Ευχαριστώ. Δεν μας οφειλόταν τίποτα. Ευχαριστώ γι’ αυτό το παλαβό δώρο» (P. Bruckner).

Τη στιγμή που μιλάμε, ένα σωρό απνευμάτιστα τέρατα στη Silicon Valley αλλά και σε πολλά άλλα ερευνητικά και πανεπιστημιακά κέντρα, αντιποιούμενα την αρχή και τη σοφία της θεϊκής ή φυσικής Δημιουργίας, αληθινοί εχθροί της ανθρωπιάς και της ανθρωπότητας, έχουν βαλθεί λυσσαλέα ν’ αλλάξουν τις οντο-βιολογικές προδιαγραφές, να εξαλείψουν διά παντός την οδύνη, την ασθένεια, το γήρας ακόμα και τον θάνατο, ό,τι δηλαδή στοιχειοθετεί και νοηματοδοτεί την ανθρώπινη υπόσταση. Με την αθρόα χρηματοδότηση τεχνολογικών κολοσσών, μεγιστάνων, επενδυτών, πολυεθνικών και funds˙ με την ενθουσιώδη στήριξη κυβερνήσεων, μεγάλης μερίδας της κοινής γνώμης αλλά, δυστυχώς, και τη σιωπηλή συναίνεση της ακαδημαϊκής κοινότητας, δρομολογούνται κρίσιμες ανθρωπολογικές αλλοιώσεις και εφιαλτικά κοινωνικά πειράματα, οι συνέπειες των οποίων θα πλήξουν ανεπανόρθωτα τις ερχόμενες γενιές. Και όλα αυτά προς τι;

Ξεκινώντας απ’ το τέλος, η άνευ ορίων παράταση της ζωής του ατομικού όντος ισοδυναμεί κατά τον N. Berdayev με «θρίαμβο του μη νοήματος». Ακολούθως, «η παντελής εξάλειψη του κόπου και της προσπάθειας του μόχθου όχι μόνο θα αποστερούσε στη βιολογική ζωή από τις φυσικές απολαύσεις της, αλλά θα απογύμνωνε την καθαυτό ανθρώπινη ζωή από την ίδια τη ζωντάνια και ζωτικότητά της. Η ανθρώπινη κατάσταση είναι τέτοια, ώστε ο κόπος και η προσπάθεια δεν είναι απλώς συμπτώματα που μπορεί να εξαλειφθούν χωρίς ν’ αλλάξει η ίδια η ζωή: αποτελούν μάλλον τους τρόπους με τους οποίους γίνεται αισθητή η ίδια η ζωή και μαζί η αναγκαιότητα όπου είναι δεμένη για τους θνητούς, η “εύκολη ζωή των θεών” θα ήταν ζωή χωρίς ζωή» (H. Arendt). «Ακόμα κι αν όλες οι επιθυμίες εκπληρώνονταν αμέσως μόλις εμφανίζονταν, με τι θα γέμιζε τότε η ζωή του ανθρώπου, πώς θα περνούσε τον χρόνο του;» αναρωτιέται ο Schopenhauer. Πράγματι, μια «διηνεκής, αδιάλειπτη απόλαυση, δεν θα ήταν απόλαυση· η απόλαυση είναι απόλαυση μόνον όταν εξαφανίζεται» (L. Feuerbach). Δίχως θάνατο δεν υφίσταται έρωτας. Δίχως οδύνη δεν υφίσταται ηδονή. Αν υποθέσουμε ότι ο θάνατος ταυτίζεται με την οδύνη και ο έρωτας με την ηδονή… Όσα χρόνια και να έχουμε στη διάθεσή μας, πάντα θα ελλοχεύει το αίσθημα του ανολοκλήρωτου. Λέει ένας Ιάπωνας ποιητής: «Πίστευα ότι θα ζούσα/δύο αιώνες, ή τρεις./Μα με πρόλαβε ο θάνατος,/ εμένα, ένα πιτσιρίκι/μόλις ογδόντα πέντε χρονών». Σήμερα, «το σημαντικό δεν είναι να ζήσουμε με πληρότητα τον χρόνο που μας αναλογεί, αλλά να διατηρηθούμε στη ζωή για όσο το δυνατόν περισσότερο, την έννοια των διαδοχικών σταδίων της ζωής έχει διαδεχθεί η έννοια της μακροζωίας (…) πόσοι κόποι, πόσες θυσίες για να κερδίσουμε μερικά χρόνια παραπάνω και να μπούμε στην “παράδεισο των αιωνόβιων”» παρατηρεί ο Bruckner στην Αέναη ευφορία. Μπορεί, κατά τον H. Jonas, ν’ αποτελεί και καθήκον της ανθρωπότητας να καταπολεμήσει τον πρόωρο θάνατο των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, εξαιτίας πείνας, επιδημιών ή πολέμων. Όμως, απ’ την άλλη, η σύντομη θνητότητα, στα «κανονικά» της όρια, αποτελεί «ευλογία», καθώς μας παροτρύνει να ζήσουμε αυθεντικά τη ζωή. Μακάρι να μη χρειαστεί μια μέρα ν’ αντιταχθούμε στη μανία της εγκόσμιας ευεξίας και αθανασίας διεκδικώντας το δικαίωμα να πονάμε και να πεθαίνουμε, έτσι απλά όπως οι πρόγονοί μας. Το να αφήνεις ή να νομίζεις πως αφήνεις στη μέση τις δουλειές σου ωχριά ως μαρτύριο μπροστά στην αδυναμία να πεθάνεις, βλέπε Χείρων, Τιθωνός, Σίσυφος ή τους δύστηνους εκείνους απέθαντους Στρουλβρούγιους, που περιγράφει τόσο υπέροχα ο Jonathan Swift στο 10ο κεφάλαιο των Ταξιδιών του Γκάλλιβερ.

Κύλιση στην κορυφή