Όταν τον πήραν στο αστυνομικό τμήμα, ο άντρας κάθισε πριν προλάβουν να του πουν να καθίσει, λες και ήταν πολύ κουρασμένος. Κάθισε με τον τρόπο που κάθονται οι κουρασμένοι στις καρέκλες, με λίγη ανακούφιση αλλά και προσοχή. Ύστερα πήρε το ποτήρι με το νερό που είχε τοποθετηθεί από το πρωί στο τραπέζι των ανακρίσεων και ήπιε μέχρι την τελική σταγόνα, ήπιε όπως πίνει όποιος διψά πολύ. Καθόλου δεν τον ένοιαξε αν είχε πιει κάποιος άλλος από το ίδιο ποτήρι πιο πριν. Τόσο πολύ διψούσε ο άντρας. Μετά σταύρωσε τα χέρια του στα πόδια του και κοίταξε με ενδιαφέρον τον αστυνόμο που καθόταν απέναντί του και ήταν πάλι σαν να έλεγε στον αστυνόμο να αρχίσει την ανάκριση, πριν προλάβει αυτός να το πει, ότι αρχίζει η ανάκριση.
Ο άντρας είναι λιγνός, τόσο λιγνός και μοιάζει αδύναμος και όταν πάει να καθίσει στην καρέκλα μια νεαρή αστυνομικός τρέχει να τον βοηθήσει, αλλά τελικά δεν χρειάζεται. Είναι πιο δυνατός από ό,τι φαίνεται και η αρχική εντύπωση πως είναι πολύ ηλικιωμένος είναι τελικά απατηλή. Τα χέρια είναι λιπόσαρκα αλλά γεμάτα μυς και κάτω από τα φθαρμένα μανίκια του πουκαμίσου διακρίνονται κάτι περίτεχνα τατουάζ που θυμίζουν κινέζικες γάτες. Έχει σγουρά μαλλιά και πλούσια γένια που καλύπτουν το πρόσωπό του και είναι γκρίζα και θαμπά, αλλά κανένας δεν μπορεί να πει σίγουρα αν είναι από τη βρώμα ή από κάτι άλλο. Ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των αντρών με πλούσια τριχοφυΐα και τα γένια του αρχίζουν σχεδόν κάτω από τα μάτια του που είναι γαλάζια και επίμονα, αν και κάπως ξεθωριασμένα. Το άλλο παράξενο πάνω του είναι το χαμόγελο του, χαμογελά πλατιά αλλά χωρίς να δείχνει τα δόντια του, δημιουργώντας βαθιές ρυτίδες γέλιου γύρω από τα μάτια του που μοιάζουν σχεδόν κλειστά. Χαμογελά τόσο πολύ, που η νεαρή αστυνομικός αρχίζει να του χαμογελά από απέναντι δείχνοντάς του εκείνη τα δόντια της, σαν να τον παρακινεί να κάνει το ίδιο.
Ο άντρας χαμογελά πλατιά και περιμένει κάνοντας τον αστυνόμο να εκνευριστεί και να αρχίσει να ξεροβήχει αμήχανα. Συνεχίζει να χαμογελά ακόμα και όταν ο αστυνόμος που έχει αρχίσει να του κάνει ερωτήσεις, νευριάζει με την απάθειά του και αρχίζει να χτυπά το χέρι του στο τραπέζι. Όταν οι ερωτήσεις του αστυνόμου αρχίζουν να γίνονται ακόμα πιο άγριες και τον πλησιάζει απειλητικά δίνοντάς του ένα γερό χαστούκι στο μάγουλο, ο άντρας τον κοιτάζει μάλλον με έκπληξη παρά με απορία, τρίβοντας για λίγο το μάγουλό του και στη συνέχεια αρχίζει και πάλι να χαμογελά, σταυρώνοντας ξανά τα χέρια του στα γόνατά του. Όταν η νεαρή αστυνομικός φέρνει ακόμα ένα ποτήρι νερό στο τραπέζι, ο άντρας υποθέτει πως είναι για τον ίδιο και αρχίζει να πίνει ξανά, αδειάζοντας το ποτήρι μέχρι την τελευταία σταγόνα. Όταν η νεαρή αστυνομικός φέρνει ακόμα ένα ποτήρι με νερό, και το τοποθετεί αυτή τη φορά κοντά στο χέρι του ανακριτή, ο άντρας κάνει μια αδιόρατη κίνηση με το κεφάλι του, σαν να δείχνει ότι συμφωνεί με την ενέργειά της και συνεχίζει να χαμογελά με τον ίδιο τρόπο.
Ο αστυνόμος εκνευρίζεται, αρχίζει να ξεφυσά και να δυσφορεί, ανοίγει τις πρώτες τρύπες του πουκαμίσου του και ξεσφίγγει τη γραβάτα. Είναι έμπειρος ανακριτής και δεν το ξεγελούν εύκολα κάτι τέτοιοι τύποι, ξέρει πως αργά ή γρήγορα ακόμα κι αυτός ο άντρας θα σπάσει, θα πει αυτά που πρέπει να πει και όλη αυτή η ιστορία θα τελειώσει. Από τα χέρια του έχουν περάσει δεκάδες ύποπτοι για ανάκριση και δεν κατάφερε να τον πτοήσει κανείς. Ξέρει πολλές μεθόδους για να κάνει κάποιον να μιλήσει και τις χρησιμοποιεί όσο πιο συχνά μπορεί. Ωστόσο κάτι υπάρχει πάνω σε αυτόν τον άντρα που του προκαλεί δυσφορία και ξαφνικά αρπάζει το ποτήρι με το νερό και του το προσφέρει, με αποτέλεσμα ο άντρας να πάρει το ποτήρι και να αρχίσει να πίνει μέχρι την τελευταία σταγόνα, δίνοντας την εντύπωση ότι διψάει πολύ. Τα μάτια όλων επικεντρώνονται ξαφνικά στο στόμα του άντρα και στον τρόπο που το λαρύγγι του ανεβοκατεβαίνει πίνοντας το νερό και η νεαρή αστυνομικός κοιτάζει στο πλάι προσπαθώντας να διακρίνει τα δόντια του. Όταν πίνει όλο το νερό ο άντρας τοποθετεί ξανά με προσοχή το άδειο ποτήρι στο τραπέζι, σταυρώνει τα χέρια του στα γόνατά του και κοιτάζει τον αστυνόμο με ένα πλατύ χαμόγελο που κάνει τα μάτια του να μοιάζουν σχεδόν κλειστά. Ο αστυνόμος κοιτάζει για μια στιγμή τον άντρα και ξαφνικά αρχίζει να του δίνει γροθιές στο πρόσωπο και επικεντρώνεται κυρίως γύρω από το στόμα του. Ξαφνικά νιώθει πως θέλει να δει κι αυτός τα δόντια του. Ωστόσο ο αστυνόμος άξαφνα σταματά και μορφάζει από πόνο, καθώς βλέπει πως τα χέρια του έχουν γεμίσει αίματα, που δεν μπορεί να καταλάβει αν είναι δικά του ή ανήκουν στον άντρα. Αντιλαμβάνεται πως τα δάχτυλα του είναι γεμάτα γδαρσίματα και βαθιά κοψίματα και καθώς γυρίζει το κεφάλι του να δει τον άντρα, αντιλαμβάνεται πως κάτι άλλαξε και πως αυτός τον κοιτάζει ξαφνικά όρθιος και αν και συνεχίζει να χαμογελά έχει αρχίσει πλέον να βλέπει τα δόντια του που είναι γεμάτα σίδερα. Η νεαρή αστυνομικός βάζει το χέρι στο στόμα της και ο άντρας, που γυρίζει ξαφνικά το κεφάλι του πάνω της, της δείχνει επιτέλους τα δόντια του που είναι από σίδερο και φαίνονται αιχμηρά και άσχημα. Ο άντρας κάνει μια μικρή κίνηση με το κεφάλι, σαν να δείχνει πως συμφωνεί μαζί της ή σαν να την χαιρετά αδιόρατα και βγαίνει αργά από το δωμάτιο του ανακριτή, χωρίς κανένας να του πει οτιδήποτε. Καθώς φεύγει κοντοστέκεται ελάχιστα στην πόρτα και καθώς το φως πέφτει στο κεφάλι του όλοι βλέπουν τα πλούσια σγουρά του μαλλιά και τα γένια του, που καλύπτουν το πρόσωπο του και είναι γκρίζα και θαμπά αλλά κανένας δεν μπορεί να πει σίγουρα αν είναι από τη βρώμα ή από κάτι άλλο.

