Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκος

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ

Ο Αρμαδίλλος

Απόδοση: Πάνος Στασινός

για τον Ρόμπερτ Λόουελλ

Αυτή είναι η εποχή του χρόνου
που εμφανίζονται κάθε νύχτα σχεδόν
εύθραυστα αερόστατα εκτός νόμου.
Αναρριχώνται στα ύψη των βουνών,

υψώνονται, έναν άγιο εντοπίζουν
που τον τιμούν ακόμα σ’ αυτές τις περιοχές,
χάρτινοι θάλαμοι που λαμπυρίζουν,
γεμάτοι φως που τρεμοπαίζει, σαν καρδιές.

Κοιτώντας προς τον ουρανό, ψηλά,
μπορεί απλώς γι’ αστέρια να τα πάρεις
—πλανήτες δηλαδή— χρωματιστά:
η δύουσα Αφροδίτη να ’ναι, ή ο Άρης,

ή τ’ ωχροπράσινο. Ένας άνεμος αρκεί
κι αυτά φουντώνουν, σείονται μετά κρότου·
μα με άπνοια πορεύονται καλά, εκεί,
μέσα απ’ τον χαρταετό του Σταυρού του Νότου,

μικραίνουν κι υποχωρούν τελετουργικά,
μάς εγκαταλείπουν αργά και σταθερά,
αν δεν τα καταστήσει ξαφνικά
επικίνδυνα κάποιο ρεύμα αέρα.

Χθες βράδυ έπεσε άλλο ένα μεγάλο.
Έσκασε σαν αυγό που είχε πάρει
φωτιά, πίσω απ’ το σπίτι, στον γκρεμό.
Χύθηκε η φλόγα. Είδαμ’ ένα ζευγάρι

κουκουβάγιες, που εκεί φωλιάζανε, ψηλά
να πετούν, σ’ ένα ασπρόμαυρο στροβίλισμα
και μια φωτεινή ροζ κηλίδα χαμηλά,
μέχρι που χάθηκαν μ’ ένα στρίγγλισμα.

Η αρχαία φωλιά τους μάλλον πια καμμένη.
Μόνος του, βιαστικά,
ένας αστραφτερός αρμαδίλλος δραπετέυει,
καψαλισμένος, κάτω κεφάλι κι ουρά

και μετά πετάγεται ένα κουνελάκι
προς έκπληξή μας, με τα μικρά του αυτιά.
Τόσο μαλακό!—μια χούφτα άυλη στάχτη
με καρφωμένα, αναφλεγμένα μάτια.

Τόσο όμορφη, ονειρική μίμηση!
Ω, πανικός και διαπεραστικό ουρλιαχτό,
βροχή φωτιάς, γροθιά πάνοπλη, αδύναμη,
σφιγμένη, ανίδεη, προς τον ουρανό!

⸙⸙⸙

[Από την έκδοση: Elizabeth Bishop, Poems. New York: Farrar, Straus and Giroux, 2011.]

Κύλιση στην κορυφή