Όλο το βράδυ χαϊδεύαμε τα τουφέκια. Λαγοκοιμήθηκα με τα ρούχα στο ντιβάνι, εκείνος δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Του είπα ότι δεν ήταν καλό, θα χρειαζόταν δυνάμεις. Λόγια του αέρα, τα ίδια θα έκανα στη θέση του. Βγήκαμε πριν χαράξει. Φτάσαμε αμίλητοι στο διάσελο, διαβήκαμε τα μονοπάτια και πιάσαμε θέσεις στο πέρασμα. Αν ερχόταν μόνος θα προχωρούσαμε, σε άλλη περίπτωση θα φεύγαμε άπραγοι. Ήθελε υπομονή, κι αν χρειαζόταν εκατό φορές να ξανάρθουμε θα το κάναμε. Το ξημέρωμα ακούστηκε τροχασμός αλόγου. Διακρίναμε τη φιγούρα στο αμυδρό φως. Περιμέναμε λίγο, δεν φαινόταν κανείς άλλος. Ο Μάνος σκόπευσε χωρίς δισταγμό και τράβηξε την σκανδάλη. Ακούστηκε μόνο ένα πνιχτό «αχ», ύστερα ο καβαλάρης σωριάστηκε καταγής. Κοιταχτήκαμε, του έκανα νόημα να φύγουμε. Σα να μη μ’ έβλεπε. Κατέβηκε το πρανές κουτρουβαλώντας, δαιμονισμένος. Πλησίασε και τράβηξε την αλυσίδα απ’ το λαιμό του άνδρα που ακόμα χαροπάλευε. Ο σταυρός του αδερφού του. Μόλις έκανε να σηκωθεί τον βρήκε η σφαίρα κατά πρόσωπο. Ακούστηκαν ποδοβολητά, ολοένα και περισσότερα, ολοένα και πιο κοντά. Σύρθηκα για λίγο κι άρχισα να τρέχω προτού μ’ αντιληφθούν. Ο ιδρώτας έπεφτε στα μάτια μου. Σκεφτόμουν τον σταυρό και το πτώμα του Μάνου που θα ʼριχναν σήμερα κιόλας στα σκυλιά.
/ απληστία

