Αν με ρωτήσετε γιατί συγκέντρωσα τους ετερόκλητους μονολόγους του Χ., θα απαντήσω ότι είναι μέρη συζητήσεων που με συνδέουν με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Στην ουσία είναι ένα ανθολόγιο αναδρομών σε περιστατικά που αφηγείται, περιορισμένο σε έκταση, γιατί οι ώρες που περάσαμε μαζί ήταν πολλές και τα θέματα των συνομιλιών ανεξάντλητα. Δεν υπάρχει χρονολογική τάξη στα γεγονότα, ούτε στη σειρά με την οποία τα άκουσα. Το ότι ο λόγος του δεν έχει προφορικό χαρακτήρα (κάποτε μάλιστα μοιάζει με δοκίμιο), οφείλεται στο ότι ανασύνταξα τα πάντα από μνήμης. Δεν με απασχόλησε, λόγου χάριν, αν ο Χ. είπε «το μέλλον μας είναι αντονομασία της προπατορικής τιμωρίας» ή «αυτό που μας επιφυλάσσεται είναι αποτέλεσμα της προπατορικής αμαρτίας». Προσάρμοσα τον λόγο του στη δική μου έκφραση, άλλωστε και οι επιλογές των θεμάτων ανταποκρίνονται στις εμμονές μου. Μπορώ να πω ότι μ’ αυτόν τον τρόπο, θέλοντας και μη, έχω συμβάλει στο ύφος του βιβλίου.
Κ.Μ.
⸙⸙⸙
ΤΑ ΑΥΤΙΑ
«Έχουν χαθεί πια εκείνα τα πρόσωπα –συνομήλικοι ή λίγο μεγαλύτεροί μας– που μπορούσαν να κουνήσουν κατακόρυφα τα αυτιά τους», είπε ο Χ. «Δεν θυμάμαι ποιοι ακριβώς ήταν. Μολονότι πρωταγωνιστές μιας σπάνιας δεξιότητας –κωμικοί ενός βωβού ρόλου– έχουν ξεχαστεί. Θαυμάζαμε αυτό που κανείς άλλος δεν μπορούσε να κάνει. Μετά τα χρόνια του σχολείου, για περισσότερο από μισόν αιώνα, δεν ξανασυναντήσαμε τη σιωπηρή δεξιοτεχνία τους, αμφιβάλλω αν ασκείται πια. Τι έγιναν, αλήθεια, όλοι εκείνοι, που ακόμα και με έναν θεατή έδιναν, σοβαροί και αμίλητοι, τη σύντομη παράστασή τους;», είπε, σαν να μιλούσε για πολύτιμες, χαμένες βιογραφίες, ο Χ.
Ο Χ. ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΧΟΥΣ
«Η 6η Ιουλίου του 1415», είπε ο Χ., «είναι η ημέρα που η ρωμαιοκαθολική εκκλησία έκαψε ως αιρετικό τον συγγραφέα Γιαν Χους. Ήταν απόφαση της Συνόδου της Κωνσταντίας (συνοριακή πόλη, χωρισμένη σήμερα ανάμεσα στην Ελβετία και τη Γερμανία). Το αναφέρω με αφορμή τη διάσημη φράση που εκστόμισε –με συγκατάβαση αγίου και φλέγμα φιλοσόφου– ο Γιαν Χους, βλέποντας ανάμεσα στο πλήθος μια γριούλα να ρίχνει ένα κλαδί στη φωτιά. “O sancta simplicitas” (“Ω αγία αφέλεια”), λέγεται πως μουρμούρισε, φράση πάντα επίκαιρη, αφού οι αφοσιώσεις –και κάθε είδους πίστη– μπορούν να μεταμορφώσουν ακόμα και μια παροπλισμένη ύπαρξη σε σταυροφόρο», είπε ο Χ., που δεν αγνοούσε ότι κάθε Αλήθεια είναι ένα χρέος για σύγκρουση.
Ο Χ. ΠΑΡΑΤΗΡΕΙ ΜΙΑ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ
«Σε βιογραφίες των αρχών του 20ού αιώνα», είπε ο Χ., «σίγουρα συνάντησες κι εσύ μαθητές που ζούσαν σε οικοτροφεία. Είχα προσέξει ότι κάποτε ο διευθυντής του σχολείου, τιμωρώντας μιαν αταξία, υποχρέωσε τον δράστη να εμφανιστεί την επόμενη μέρα με τη γ ι α γ ι ά του. Κατέγραψα τη λεπτομέρεια γιατί υπαινισσόταν κάτι από την ιστορία του: ο μαθητής δεν ζούσε με τους γονείς, ή –ακόμα πιο δυσοίωνο–, δεν υπήρχαν γονείς, ο ρόλος της γιαγιάς αναπλήρωνε το έλλειμμα. Δεν μαθαίναμε τίποτε για το παιδί –ούτε καν πώς το έλεγαν–, αλλά παρά το αθόρυβο πέρασμά του απ’ τη σελίδα, φαινόταν σαν να κουβαλά μιαν ιδιαίτερη μοίρα, σαν να δείχνει κάτι από το άγνωστο, ακόμα και για τον ίδιο τον συγγραφέα, μέλλον του», είπε ο Χ.
ΕΛΕΛΙΦΑΣΚΟΣ
«Ένας επαίτης, με πρόσωπο φαρδύ και λιπαρό (έμοιαζε του Σωκράτη όπως τον ξέρουμε απ’ τις προτομές), έμενε ξαπλωμένος όλο το καλοκαίρι στον πλακόστρωτο κεντρικό δρόμο, απέναντι από το νέο μας σπίτι. Κοιμόταν κάτω από μια μεγάλη μουριά και για να προκαλέσει τον οίκτο έδειχνε δυο αποκρουστικά έλκη στην κνήμη του», είπε ο Χ. «Ένα πρωί η θεία Μάρθα ήρθε στο σπίτι λέγοντας ότι ο επαίτης μόλις της είχε ζητήσει “μερικές δεκαρούλες δια τον Ελελίφασκον του απογεύματος”. Η ανακοίνωσή της θα έμενε απαρατήρητη, αν ο πατέρας μου δεν αντιδρούσε στη λόγια αναφορά του Φασκόμηλου, άγνωστη και σε μένα και στους δύο επισκέπτες του. “Είπε δια τον Ελελίφασκον του απογεύματος;” ρώτησε με προσποιητό ενδιαφέρον. Εκμεταλλευόταν κάθε ευκαιρία που τον εμφάνιζε πολυμαθή. Ο όρος της βοτανολογίας προσφερόταν για να εντυπωσιάσει την ομήγυρη. Και όντως, ο Ελελίφασκος –που μετά από τρεις δεκαετίες θα γινόταν το γεροντικό του ρόφημα– δεν πέρασε αδιάφορος, καταγράφηκε, έλαμψε σαν λήμμα ενός λεξικού ευρυμάθειας, κι ας ήταν λεπτομέρεια του πιο μονόχορδου εγκυκλοπαιδισμού του», είπε με τρυφερή συγκατάβαση ο Χ.
ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΦΙΛΜ
«Περιμέναμε ένα πολύ παλιό, χειμωνιάτικο βράδυ», είπε ο Χ., «στο σπίτι του φωτογράφου, ενός από τους τρεις επαγγελματίες στην πόλη. Στην τραπεζαρία. Εκείνος, στα σκοτάδια του, κάπου στο βάθος, εκτύπωνε ένα δικό μας φιλμ, με εικόνες τής προ ημερών, σπάνιας για τον τόπο, χιονόπτωσης. Είχε αφήσει τη μητέρα του, με βαριά άνοια και με μια λευκή πετσέτα γύρω απ’ τον λαιμό, απέναντί μας. Μπροστά της άχνιζε ένα πιάτο σούπας. Τη θυμάμαι να φυσά το μετέωρο κουτάλι της για ώρα, πριν το πλησιάσει στο στόμα. “Είναι ένα παλιό συμβόλαιο με τη ζωή. Άλλοι το λένε φυσικό αυτοματισμό”, σχολίασε μετά από λίγο ο πατέρας μου. “Ενώ δεν συνδέει την καυτή σούπα με τον κίνδυνο, ούτε υπάρχει πια η σχέση αιτίας και αποτελέσματος, επιβιώνουν οι κανόνες προστασίας. Σαν να την καθοδηγεί ένας ισόβιος, ένας μυστικός σύμβουλος”», είπε με κάποιο δέος.
ΣΑΜ ΜΠΕΡΤΡΑΜ
«Θα ανακηρυσσόταν άγιος αν η μοναχικότητα είχε την εκκλησία της», έγραψε ένας Βρετανός αθλητικογράφος για τον Σαμ Μπέρτραμ, τερματοφύλακα της Charlton», είπε ο Χ. Τα Χριστούγεννα του 1937 –στην αργία του Boxing day1 για την ακρίβεια– ο αγώνας της Chelsea εναντίον της Charlton διακόπηκε στο 60ό λεπτό εξαιτίας της πυκνής ομίχλης. Η ομίχλη», έκανε μια παρέκβαση, «αν εξαιρέσω τις δυσκολίες στην οδήγηση, πάντα με σαγήνευε. Σε ένα μυθιστόρημα της Άγκαθα Κρίστι είχα διαβάσει για τη “Σειρήνα της ομίχλης”, μιαν ειδική ειδοποίηση κινδύνου. Αργότερα έμαθα για την ομίχλη της 9ης Δεκεμβρίου του 1952. Το Λονδίνο είχε παραλύσει, χιλιάδες κάτοικοι κυκλοφόρησαν με φακούς για να διακρίνονται, και ένα σπουδαίο κοντσέρτο ματαιώθηκε γιατί ο πιανίστας δεν βρήκε την αίθουσα. Τη δεκαετία του ’80 είδα την ομίχλη στο φελινικό Amarcord. Στην κοιλάδα του Πάδου είναι συχνό και έντονο το φαινόμενο. Ο σκηνοθέτης ξέρει καλά την εικόνα εκείνου που χάθηκε μπροστά στο σπίτι του. Τα πάντα, αν θυμάσαι, έχουν κρυφτεί, μέχρι να ξεπροβάλει –αλλόκοτη σαν όραμα– μια αγελάδα. «Στον αγώνα του Λονδίνου», συνέχισε, «στο δεύτερο ημίχρονο, εξαφανίστηκαν τα πάντα. Στο 60ό λεπτό, συγκεντρωμένοι γύρω απ’ τον διαιτητή, οι παίκτες των δύο ομάδων άκουσαν την απόφαση: Διακοπή. Όλοι, εκτός απ’ τον τερματοφύλακα της Charlton, τον Σαμ Μπέρτραμ, που ανυποψίαστος έμεινε στα γκολπόστ. “Καθώς δεν έβλεπα τους συμπαίκτες μου, συμπέρανα πως η Chelsea αμύνεται απελπισμένα. Τους σφυροκοπούμε, σκεπτόμουν, και προχώρησα προς το κέντρο, μήπως διακρίνω κάτι. Και τότε, βγαίνοντας απ’ την ομίχλη, βάδισε προς το μέρος μου ένας νεαρός αστυφύλακας. “Τι κάνεις εδώ”; ρώτησε. “Έφυγαν όλοι πριν από ένα τέταρτο. Το γήπεδο είναι άδειο”».
- Boxing Day. η επόμενη ημέρα των Χριστουγέννων, 26η Δεκεμβρίου, στη Μεγάλη Βρετανία, την Ιρλανδία και στις περισσότερες χώρες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.
ΟΙ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΟΙ
«Στην παραθαλάσσια κωμόπολη όπου έζησα μικρός», είπε ο Χ., «ένα απ’ τα πολλά καφενεία της προκυμαίας ανήκε σε δυο ηλικιωμένα αδέλφια. Κοντοί, φαλακροί, φιγούρες με άσπρες ποδιές, εξυπηρετούσαν με ταχύτητα, χωρίς καθυστέρηση. Έμοιαζαν υπερβολικά μεταξύ τους, σαν τους Ντιπόν και Ντιπόν. “Κάνουν ακόμα και τις ίδιες σκέψεις”, σχολίαζε κάποιος γνωστός μας. “Έτσι εξηγείται γιατί την παραγγελία του ενός τη φέρνει ο άλλος. Τους διακρίνει μόνο το κουτσό βάδισμα του πρώτου, που οφείλεται σε πτώση, όταν έκοψε το κλαδί μιας λεύκας στο οποίο καθόταν”. Το ότι για χρόνια δεν σκέφτηκα να μιλήσω για την παλιά διδυμία (σχέση αστεία και συγχρόνως μαγική, όπως συμβαίνει με όλα τα αντίτυπα), με έκανε να μεμφθώ τη φαντασία μου. Γιατί δεν έγραψα ποτέ για τις πανομοιότυπες φαλάκρες, τα κοινά τους επιφωνήματα («Έρχεται», «Καταφθάνει»), ή για το ανοιχτό τους στόμα, όταν ένα καλοκαιρινό βράδυ, κοίταζαν εκστασιασμένοι, με όλους εμάς, μιαν ασταμάτητη ασημένια βροχή από πεφταστέρια; Ακόμα και τον τρόπο που επιτάχυναν το γέμισμα των ποτηριών (τα ανεβοκατέβαζαν απ’ τον νεροχύτη προς τη βρύση), δεν τον είχα ξεχάσει. Υπολείπομαι ως παρατηρητής», είπε ο Χ. «Το ίδιο είχα συμπεράνει όταν ένας συμφοιτητής μου, βλέποντας τις Διακοπές του κυρίου Ιλό, σχολίασε λεπτομέρειες που μου είχαν ξεφύγει, κυρίως τον αποχαιρετισμό της τελευταίας μέρας, όπου όλοι, αν θυμάσαι, ανταλλάσσουν χειραψίες στην είσοδο του ξενοδοχείου, ενώ εκείνον δεν τον προσέχει κανείς, είναι πιο μόνος απ’ όσο τον υποχρεώνει η ιδιοτυπία του. Οι αδελφοί με τις λευκές ποδιές –χαρακτήρες της εποχής– δεν αξιώθηκαν καμιάν αναφορά. Δεν θυμάμαι τα μικρά τους ονόματα, δεν ξέρω πότε έφυγαν απ’ τη ζωή. Ξέχασα ακόμα και την επωνυμία του καφενείου με τις εκρού τέντες», είπε ο Χ. «Σαν να μην με σέρβιραν τόσα καλοκαίρια, και μάλιστα αποκαλώντας με Κύριο. Σαν να μη μαγεύτηκα απ’ τα “φφφφσσσστ” της γκαζόζας με το χοντρό γυαλί και το σταθερό πώμα, εκείνης που άνοιγε σαν παιχνίδι στα επιδέξια χέρια τους».
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΓΕΛΗΣ
«Ένα πρωί, στο μάθημα της γυμναστικής», είπε ο Χ., «ο καθηγητής μάς έβαλε να λύσουμε τις γραμμές (τριάδες) και, μετά το παράγγελμά του, να τρέξουμε, όπου ήθελε ο καθένας, στην τεράστια σχολική αυλή. Περιέργως κατευθυνθήκαμε όλοι σε ένα σημείο, μια συμπαγής, και πάλι, ομάδα. Το αναφέρω γιατί εκείνο το επεισόδιο, που έδειχνε το ανεξάλειπτο πνεύμα της αγέλης, εξηγεί πολλές συμπεριφορές. Θα έλεγα μάλιστα ότι είναι το ίδιο που, στην πανδημία του Covid, μας απέτρεπε να κρατούμε τις μεταξύ μας αποστάσεις στα ταμεία του σούπερ μάρκετ, όπως υποδείκνυαν τα μεγάλα αυτοκόλλητα. Κανείς, αν θυμάσαι, δεν συμμορφωνόταν, όλοι έρχονταν σε απόσταση εκατοστών, σε άγγιζαν. Είμαι βέβαιος ότι αν και σ’ αυτούς δινόταν το παράγγελμα για μια κατά βούληση κίνηση, η συμπεριφορά θα ήταν όμοια με τη δική μας, μονοδρομημένη και πάλι από μια βιολογική οδηγία. Η αγέλη θα έτρεχε προς ένα κοινό σημείο, όπως τρέξαμε τότε στη σχολική αυλή, σ’ εκείνη την γκρίζα, ακίνητη επαρχία του ’60», είπε ο Χ.
ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΟ
«Ένα απόγευμα Τετάρτης του 1959», είπε ο Χ., «βρέθηκα στο Καφενείο των Φιλάθλων, περιβάλλον υποβαθμισμένο και ακαλαίσθητο, καθώς ανατρέχω σήμερα στην εικόνα του. Θα παρακολουθούσα με πολλούς άλλους το παιχνίδι του Ολυμπιακού με τη Δυναμό του Ζάγκρεμπ, αν στο ραδιόφωνο του καφενείου μπορούσαν να βρουν, όπως είχαν σχεδιάσει, τον μακρινό σταθμό. Κάποιος είχε την ιδέα ότι ως επίσημος αγώνας θα μεταδιδόταν οπωσδήποτε. Η σπιράλ κεραία, που έβγαινε απ’ το παράθυρο της κουζίνας και σκαρφάλωνε μέχρι τη στέγη, έδινε ισχυρό σήμα στα Μεσαία. Η έρευνα δεν πήρε πολύ. Ο σταθμός βρέθηκε, ενώ η μετάδοση είχε αρχίσει. Απ’ τις μεμονωμένες φωνές συμπεράναμε ότι το γήπεδο ήταν μικρό και το κοινό αριθμητικά περιορισμένο. Κάπου κάπου αναγνωρίζαμε ονόματα των παικτών μας. Η ιδέα να καλέσουν εσπευσμένα από το μικρό του δωμάτιο τον κύριο Πέτροβιτς ήταν εξαιρετική. Χάρις στην ευγενική υπομονή του παρακολουθήσαμε λεπτομερώς ό,τι μεταδιδόταν. Ήταν ένας εμιγκρέ από τη Γιουγκοσλαβία (πιθανόν Δαλματός) που ζούσε στην πόλη. Μετά τον Πόλεμο δεν ήταν πάνω από δεκαπέντε οι ξένοι, Ιταλοί, Ρουμάνοι και Ούγγροι. Φιγούρα αριστοκρατική –αινιγματική για ορισμένους–, ήταν μια ιδιαίτερη παρουσία. Ηλικιωμένος για την αντίληψή μου, ευσταλής, με ίσια μαλλιά που χτένιζε προς τα πίσω, δίδασκε μουσική και θύμιζε κάποιον επισκέπτη του καλοκαιριού, για τον οποίο λεγόταν ότι είναι ο Πρίγκηψ Πέτρος. Ο κύριος Πέτροβιτς, αντίθετα από τον “Πρίγκηπα Πέτρο”, ήταν απόκοσμος, ο πατέρας μου απέδιδε την εσωστρέφειά του στο ότι ήταν “πρόσωπο μόνο με παρελθόν”. Εκείνο το απόγευμα μετέφρασε, σχεδόν επαγγελματικά, ό,τι ακούστηκε. “Σήμερα στο Ζάγκρεμπ έχει ηλιοφάνεια”, είπε, αρχίζοντας να εξηγεί κατά λέξη τα σχόλια του εκφωνητή. Προλάβαινε τα περισσότερα νοήματα: “Δυο μέρες έβρεχε συνεχώς. Οι παίκτες του Ολυμπιακού έφτασαν οδικώς από το Βελιγράδι και προπονήθηκαν μία μόνο φορά στο γήπεδο”. Τα ελληνικά του, με μικρά λάθη, είχαν έναν παράξενο επιτονισμό. Τον είχα ακούσει κι άλλες φορές να μιλά, γιατί το περασμένο καλοκαίρι παρέδιδε μαθήματα μαντολίνου, απέναντι από το σπίτι μου, σε μια μικρή παραθερίστρια. Να πω παρεκβατικά πως η σχέση μου με το ραδιόφωνο ήταν στενή: Από το πρακτορείο αγοράζαμε κάθε Σαββατόβραδο το Ραδιοπρόγραμμα, έντυπο ολιγοσέλιδο, μεγάλων διαστάσεων. Στον λογότυπο είχε ένα μοτίβο με επάλληλους κύκλους, ήταν υποτίθεται τα ραδιοκύματα. Οι πόλεις πλάι πλάι στη μπάντα των ραδιοφώνων ήταν ένας άτλαντας της φαντασίας και, χωρίς να υπερβάλλω, παράσταση κοσμοπολιτισμού. Ίσως έχεις δει, ακόμα και σε μεταπολεμικές εφημερίδες, προγράμματα ευρωπαϊκών σταθμών, μια Turandot, στις 8 το βράδυ απ’ το Τορίνο, έναν Σούμπερτ, απόγευμα απ’ τη Βαρσοβία. Wien, Praha1, Helsinski, Kiew, τι γεγονότα! Ο ευγενής κύριος Πέτροβιτς, για να επιστρέψω στο θέμα, φώτισε τον αγώνα. Θυμάμαι ακόμα και τον επίλογο με τα κριτικά συμπεράσματα του εκφωνητή: Η Δυναμό, είπε, ανώτερη απ’ την ελληνική ομάδα, κυριάρχησε απόλυτα στο γήπεδο. Εκτός απ’ τα τέσσερα γκολ που πέτυχε, έχασε πολλές ευκαιρίες. Από τους αντιπάλους διακρίθηκαν οι χαφ, χωρίς όμως να ελέγξουν το κέντρο. Οι επιθετικοί δεν απείλησαν την εστία μας, αρκέστηκαν σε μακρινά σουτ. Τα ελληνικά γήπεδα, είπε, με μικρή χωρητικότητα, δεν έχουν ακόμα τερραίν με χλοοτάπητα».
ΤΟ ΕΠΙΘΕΤΟ
«Στον δεύτερο όροφο του νοσοκομείου “Αλεξάνδρα”, μια αφίσα καλούσε –δεν πρόσεξα ποιαν ειδικότητα–, σε “Συζήτηση για τη Διοισοφάγεια Εξέταση”. Η ίδια η εξέταση (το ενδοσκόπιο, ο βλεννογόνος στην οθόνη, η ναυτία), δεν με φόβισε όσο το επίθετο Διοισοφάγειος. Τι κραιπάλη λογιότητας», είπε γελώντας με τον εαυτό του ο Χ., «τι φιλολογικός ναρκισσισμός, ένα επίθετο να είναι πιο απειλητικό απ’ το αντικείμενο που περιγράφει…».
Ο Χ. ΚΑΙ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ
«Τα βιβλία που διαβάσαμε, όντως, δεν ήταν χιλιάδες. Το έγραψες πολύ σωστά κάποτε, κι ας έμοιαζε με διανοητικό παιχνίδι», είπε ο Χ., που θυμόταν ακριβώς τη φράση μου. “Δεν διαβάσαμε χίλια βιβλία, αλλά μια και μόνο ιστορία, στην οποία διαρκώς άλλαζαν και μας μπέρδευαν οι τόποι, οι ήρωες, οι υποθέσεις”. Το επιβεβαιώνω. Το βιβλίο είναι ένα. Σαν την ηθοποιό που την αναγνωρίζουμε σε διαφορετικά φιλμ, με άλλον χαρακτήρα, περιβάλλον, εποχή. Αστή σύζυγος, Εβραία επιζώσα, καλλονή σε κρίση ηλικίας, αλλά και μέλος του Κογκρέσου ή χαμένη στην άνοια σε ίδρυμα γερόντων. Κάθε βιβλίο είναι, όντως, απόσπασμα, κατακερματισμός μιας ενιαίας ιστορίας», είπε αφοριστικά ο Χ.
ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ
«Ο Θανάσης Ρεντζής είχε εντυπωσιαστεί, γιατί μολονότι ο ήλιος μεσουρανούσε, το φωτόμετρο της μηχανής του έδειχνε χαμηλό φωτισμό. “Καταλαβαίνω να ανοίγω το διάφραγμα στο εργοστάσιο της ζυθοποιίας”, είπε, “ήμασταν σε τροπικό δάσος, αλλά εδώ, χωρίς ούτε ένα σύννεφο, γιατί;” Το φαινόμενο ωστόσο ήταν εξηγήσιμο, το περιβάλλον καταβρόχθιζε το φως. Το πούλμαν», συνέχισε ο Χ., «μάς μετέφερε από το αποικιακό εργοστάσιο –κτήριο με κόκκινα τούβλα πνιγμένο στη βλάστηση– στο μεγάλο ψυχιατρικό νοσοκομείο, μια απ’ τις νέες υποδομές υγείας όπου, με άλλες αντιπροσωπείες, θα μαθαίναμε για τα θεραπευτικά προγράμματα. Σε καμιά απ’ τις μετακινήσεις μας δεν ήξερα πού ακριβώς βρίσκομαι», είπε ο Χ. «Δεν κοίταξα ούτε μια μέρα τον χάρτη. Ακόμα και για το μαυσωλείο του Τσε, που επισκεφθήκαμε την επόμενη εβδομάδα, το μόνο που θυμόμουν ήταν το όνομα της περιοχής: Σάντα Κλάρα. Μολονότι είχα μηχανή (χρησιμοποιούσα ασπρόμαυρο φιλμ) δεν πρέπει να φωτογράφισα ούτε την άφιξή μας ούτε κάτι άλλο στο ψυχιατρείο.
Το κτήριο ήταν νέο, κρατώ αόριστα την εικόνα του. Θυμάμαι ότι πριν από τη μουσική και τη θεατρική παράσταση των ασθενών δοκιμάσαμε χυμούς και ψωμάκια με κίτρινα τυριά και αλλαντικά. Τσιμπολογούσαμε, ακούγοντας υπαλλήλους να μας μιλούν για προγράμματα και εξειδικευμένες νοσηλείες. Συγκρατώ ένα γαλάζιο χρώμα, δεν ξέρω αν ήταν το χρώμα των παραθύρων ή κάποιο χάρτινο ντεκόρ. Στην αίθουσα των εκδηλώσεων πρώτο εμφανίστηκε ένα τρίο μεσήλικων γυναικών», είπε ο Χ., «τραγούδησε με συνοδεία πιάνου, και ακολούθησαν μελωδίες από μια μεικτή χορωδία. Στο πολυγραφημένο πρόγραμμα είδαμε ότι θα ερμηνευόταν Τσέχωφ, κάποιο απόσπασμα απ’ τις Τρεις Αδελφές. Ήταν η πρώτη πράξη. Μετέφεραν, με ανοιχτή την αυλαία, ένα γραφείο και δυο καναπέδες. Έγινε ησυχία. Οι Αδελφές, με θολό βλέμμα, ξεχνούσαν το κείμενο. Είχαν βαμμένα κόκκινα χείλη. Ήταν μιγάδες, αλλά το μακιγιάζ έκανε το πρόσωπό τους λευκό. Ο βαρώνος Τούσενμπαχ, που έχει επισκεφθεί το σπίτι, ήταν τύπος λαϊκού Κουβανού, σαν αυτούς που ψάρευαν με καλάμι στην προκυμαία της Αβάνας. Στο βάθος θα έπρεπε να φαίνεται ένα άλλο δωμάτιο, αλλά βέβαια δεν υπήρχε. Είχα δει το έργο τον περασμένο χειμώνα, στο Βερολίνο. Κουβαλούσα μαζί μου μιαν ελληνική έκδοση», είπε ο Χ., «και από την πρώτη σειρά του εξώστη παρακολουθούσα με το βιβλίο στα γόνατα. Η ανάγνωση προλάβαινε κατά πολύ τους διαλόγους. Ξέρω και την τελευταία λέξη από το έργο, ακόμα και τις παύσεις», είπε ο Χ. Η Όλγα είναι σκυμμένη στο γραφείο της και διορθώνει σχολικά τετράδια. Οι συγγραφικές οδηγίες λένε ότι πρέπει σε λίγο να σηκωθεί, να κοιτάξει ένα παράθυρο και να πει στην αδελφή της: “Οι σημύδες ακόμα δεν έβγαλαν φύλλα”. Δεν έγινε έτσι. Ο υπολοχαγός πλησίασε τις αδελφές μιλώντας άτεχνα. Εκείνες ήταν το ίδιο αντιθεατρικές, θύμιζαν ερασιτέχνες που βλέπουμε στις επαρχίες. Ο Τούσεμπαχ άρχισε να εξυμνεί την ηθική αξία της εργασίας. Ανήκει στους αισιόδοξους χαρακτήρες του Τσέχωφ –άλλοτε ρομαντικούς, άλλοτε πρώιμους οικολόγους– που πιστεύουν στο μέλλον, θέλουν να σώσουν τα απέραντα ρωσικά δάση: “…Γεννήθηκα στην αργόσχολη Πετρούπολη, η οικογένειά μου δεν ήξερε τι θα πει δουλειά. Ένας υπηρέτης μου ’βγαζε τις μπότες όταν γύριζα στο σπίτι ”… Η κουβανή Όλγα, αγνοώντας για λίγο τον ρόλο της, ρώτησε κάτι εκτός κειμένου την Ειρήνα, εκείνη της έγνεψε καταφατικά, ενώ ο υπολοχαγός συνέχιζε: “Μια χιονοστιβάδα θα σαρώσει τη ραστώνη και την πλήξη! Σε εικοσιπέντε-τριάντα χρόνια όλοι οι άνθρωποι θα δουλεύουν. Όλοι!”
Δεν πέρασε απαρατήρητο», είπε ο Χ. «Η φράση για την εργασία ακούστηκε από δύο διαφορετικούς χρόνους: ήταν η αισιόδοξη προφητεία του 19ου αιώνα, που έδειχνε να επαληθεύεται στα τέλη του 20ού. Ο Τούσεμπαχ μιλούσε σε μια χώρα που οι κάτοικοι έχτιζαν μόνοι τα σπίτια τους. Ο Γιώργος Ρ., δίπλα μου, ο μόνος ισπανομαθής, κοίταξε προς το μέρος μου. Είχε κάνει την ίδια σκέψη. Οι αντιπροσωπείες (μαζί μας βρίσκονταν η ιταλική και η ισπανική), το προσωπικό της μονάδας, οι πρώτες σειρές με τους διοικητικούς, τους γιατρούς, ακόμα και με εργαζόμενους στα μαγειρεία, όλοι, χειροκροτήσαμε παρατεταμένα. Οι ηθοποιοί –θέατρο μέσα στο θέατρο– και ο σκηνοθέτης, υποκλίθηκαν εξαιρετικά σοβαροί. Η χορωδία μπήκε πάλι στη σκηνή, ενώ οι Αδελφές και ο Τούσενμπαχ έμεναν στη θέση τους. Έλαμπαν, θυμάμαι, όπως τα παιδιά, όταν οι γονείς επικροτούν διπλωματικά ένα κατόρθωμά τους. Κρίμα, δεν έχω ούτε μια φωτογραφία», είπε ο Χ., που ήξερε το αστάθμητο αποτέλεσμα κάθε περιγραφής.
ΤΣΑΪ ΧΩΡΙΣ ΖΑΧΑΡΗ
Θα επισκεπτόμασταν νωρίς το απόγευμα τη θεία τής Ντενίζ. Ηλικιωμένη κυρία, έμενε στο 18ο διαμέρισμα. Τα Χριστούγεννα στο Παρίσι ήταν παγωμένα. Κρύωνα», είπε ο Χ. «Είχα ταξιδέψει απροετοίμαστος και έπρεπε να ντυθώ βαριά, αλλά με γούστο. Βελτίωσα έγκαιρα την εικόνα μου. Η Ντενίζ με πήγε στα Printemps: δύο πουκάμισα, παντελόνι, πουλόβερ με πράσινους και μπεζ ρόμβους που πάντα ήθελα. Στου André –λαϊκή αλυσίδα– αγόρασα παπούτσια. “Το παλτό σου είναι ωραίο, θα το φορέσεις”, είπε η Ντενίζ, “θα σε κουρέψω και λίγο στο σπίτι”. Η θεία της δεν είχε πια σύζυγο, αλλά είχε υπηρέτες, το διαμέρισμά της ήταν τεράστιο, η είσοδός του, με δωρικές κολόνες, οδηγούσε σε προθάλαμο όπου δύο αρχαίες κόρες κρατούσαν φωτιστικά. Δεν θα περιγράψω τον χώρο», είπε ο Χ., «θέλω μόνο να εξηγήσω πώς άρχισα από εκείνη τη μέρα –21 Δεκεμβρίου του 1978– να πίνω τσάι χωρίς ζάχαρη. Ήρθε ένας δίσκος, ύστερα ένας άλλος με κέικ καρότου. Ήταν απόγευμα, με ελάχιστο φως έξω. Ο καμαριέρης έφερνε μικροπράγματα κατά διαστήματα. Χαμογελούσε στη Ντενίζ, προφανώς τη γνώριζε, εγώ εισέπραττα τον θαυμασμό της θείας για την πόλη όπου κατοικούσα. “Ατέεεν, Ατέεεν”, έλεγε αναστενάζοντας βαθιά, σαν μαθήτρια της Ζακλίν Ντε Ρομιγί. Το μεγάλο ερώτημά μου, ωστόσο, ήταν η ζαχαριέρα. Δεν καταλάβαινα γιατί είχαν φέρει λαβίδα ενώ η ζάχαρη ήταν κρυσταλλική. Ήμουν βέβαιος ότι κάτι αγνοούσα, πράγμα που δεν επέτρεπε να πάρω το ενάμισι κουταλάκι για το τσάι μου. “Βάζετε ζάχαρη;” ρώτησε η θεία της, και θυμάμαι ότι έγνεψα αόριστα, περιμένοντας να δω τι θα κάνει εκείνη. Η συζήτηση με τη Ντενίζ –ανιψιά απ’ την πλευρά του πατέρα της–, συνεχιζόταν, ενώ απεργαζόμουν ιδέες, απ’ τις οποίες πιο πρόσφορη, αλλά καθόλου κομψή, ήταν να χρησιμοποιήσω το κουταλάκι του σερβίτσιου. Μιλούσαν, μισοκαταλάβαινα, για παλιές διακοπές τους, καλοκαίρια στη Νορμανδία, όταν, έλεγε η θεία γελώντας, η Ντενίζ ήταν μικρή και ζήλευε παθολογικά την αδελφή της. “Βάζετε ζάχαρη;”, με ξαναρώτησε. “Σπανιότατα”, απάντησα, και σήκωσα το πιατάκι με το φίνο φλιτζάνι και το θεόπικρο τσάι Κεϋλάνης. Σε λίγο η θεία ανασηκώθηκε για τη ζάχαρη. “Ζορζ”, φώναξε αιφνιδιασμένη, “έχεις φέρει λαβίδα“. Ήμουν ένας ήρωας κωμωδίας ηθών», είπε ο Χ. «Τα επαρχιακά μου σύνδρομα με εμπόδισαν να σκεφθώ ακόμα και το απολύτως αυτονόητο: Καμιά κοινωνική τάξη δεν θα χρησιμοποιούσε λαβίδα για την κρυσταλλική ζάχαρη».
Ο Χ. ΑΜΦΙΒΑΛΛΕΙ
«Υπάρχει ένα παράδοξο στη σχέση με τον πατέρα μου», είπε ο Χ. «Ανακαλώντας παλιές απόψεις και αφηγήσεις του, άρχισα κάποτε –πολύ αργά είναι η αλήθεια– να αμφιβάλλω αν ήταν αυθεντικές. Το πνεύμα τους, που για χρόνια με έθελγε, έγινε σιγά σιγά ύποπτο, μου θύμιζε αποφθέγματα άλλοτε αιρετικών διανοητών και άλλοτε δεξιοτεχνών της ειρωνείας. Όλα, ωστόσο, τον υπερέβαιναν σκανδαλωδώς. Δεν μπορώ να απαντήσω ούτε και σήμερα κατά πόσον του ανήκε η σαρδόνια ιδέα ότι ο Μέγας Βασίλειος έγραψε τον Περί Παρθενίας λόγο του στα γόνατα μιας εταίρας. Μου φαίνεται πως η εικόνα ομολογεί, στεντορεία τη φωνή, την καταγωγή της απ’ τον Ροΐδη. Πόσο ήταν δική του εντύπωση το ότι οι δύο Κάιν του γλύπτη Λουκά Δούκα (“Ο Κάιν προ του εγκλήματος” και “Ο Κάιν μετά το έγκλημα”) δεν διαφέρουν στην έκφραση γιατί αφορούν τον απόλυτο εγκληματία, χαρακτήρα που δεν γνωρίζει την ενοχή; Αμφιβάλλω αν το 1959 ρώτησε τόσο αδιάκριτα –όπως έλεγε– τον ακαδημαϊκό φιλόσοφο που παραθέριζε στην πόλη μας “Τι αναπληρώνει κανείς κρατώντας διαρκώς ένα μολύβι;” Επιπλέον μπορώ να πω ότι ο αφορισμός με τον οποίο συχνά υμνούσε τα περασμένα (“Το παρελθόν κατοικείται από πρίγκηπες”) έχει αναντίστοιχη μ’ εκείνον λεπτότητα, προϋποθέτει φαντασία και κατεργασμένη ελλειπτική έκφραση.
Δεν έχω απαντήσει ούτε για ορισμένα επεισόδια, πράξεις ζωής, που αφηγούνταν με κουραστικές επαναλήψεις», είπε ο Χ. «Υπήρξε άραγε ο διαπληκτισμός και η διαφωνία του με τον Ιταλό αξιωματούχο μιας κωμόπολης, για τις μάχες της Βόρειας Αφρικής; Κατέληξαν όντως να πετούν ο ένας στον άλλον ιταλοελληνικά λεξικά; Πώς να το πιστέψω, αφού η κατοχική διοίκηση του είχε αναθέσει τον έλεγχο των ελαίων, θέση απ’ όπου υπήρξε ανοικτίρμων σε όσους ζητούσαν μικρές λαθροχειρίες; Υπάρχουν επιπλέον οι υπερβολές της εμπόλεμης θητείας του, που άκουγα από παιδί, συγκεκριμένα για τον Απρίλιο του 1941, όταν στη Δυτική Μακεδονία η μονάδα του υποχωρούσε συγχρόνως με τους Βρετανούς, και τα γερμανικά Στούκας τούς πολυβολούσαν ανελέητα. “Μόνον εγώ και ένας Άγγλος”, έλεγε, “όρθιοι, ακάλυπτοι, βάλλαμε εναντίον τους. “Κάτω ηλίθιοι, κάτω”, ούρλιαζε ο υπολοχαγός, και μας πετούσε πέτρες. Ο Άγγλος έχασε το κεφάλι του, που κύλησε στη γη, ενώ το στόμα του, για λίγο ακόμα, επαναλάμβανε τη λέξη force. Μου φαινόταν σκηνή τερατώδης», είπε ο Χ., «αλλά μετά από χρόνια βρήκα κάτι μακρινά συγγενικό σε ιστορίες από το Μέτωπο της βόρειας Αφρικής, όταν κάποιος Ιταλός ευπατρίδης βγήκε από τα χαρακώματα, επίσης ακάλυπτος, για να πολυβολήσει βρετανικά αεροπλάνα. Εκείνος, ωστόσο, είχε την απόλυτη κατανόηση της Ιστορίας, έδειχνε οικείο εξάρτημά της», είπε ο Χ. «Θα το καταλάβαινε όποιος τον άκουγε να φωνάζει συνεπαρμένος στο μονοθέσιο Spitfire: “Ένας απόγονος των Βισκόντι δεν μπορεί να φοβάται τις σφαίρες κάποιου Ουίνδσορ”».
ΣΕΝΑΡΙΟ
«Το καρναβάλι του 2000 βρέθηκα στη Βερόνα», είπε ο Χ. «Μου έκανε εντύπωση ότι στα γνωστά παιχνίδια για τα νέα παιδιά (σερπαντίνες, χαρτοπόλεμος, καραμούζες), τώρα είχε προστεθεί ένα σπρέι που ο λευκός αφρός του έβγαινε σαν μακαρόνι του παστίτσιου και εκτινασσόταν πολύ μακριά. Με αιφνιδίασε (και τον φωτογράφισα) ένας τοίχος με συγκεντρωμένα αγγελτήρια θανάτων –στην Ιταλία είναι τεράστια–, με υπερβολικά μεγάλες φωτογραφίες του νεκρού. Σε ένα αγγελτήριο ο αφρός είχε σκεπάσει τον εικονιζόμενο. Το όνομα και οι λεπτομέρειες της τελετής είχαν μισοκρυφτεί. Δεν μπορούσα να εξηγήσω την ιερόσυλη πράξη», είπε ο Χ. «Σκέφτηκα ότι ήταν έργο κάποιου μεθυσμένου, χωρίς να αποκλείω το τυχαίο, μ’ άλλα λόγια, ο αυτουργός είχε αστοχήσει σκοπεύοντας έναν φίλο του. Έκανα και μερικές πιο σύνθετες υποθέσεις, σε κάποιαν απ’ αυτές, μάλιστα, πρόθεση ήταν να εξοβελιστεί η άρνηση και το πένθος από μια συγκυρία χαράς. Μολονότι ιδέα τραβηγμένη, χωρίς αφηγηματική ή πραγματολογική πειθώ, μου άρεσε, γιατί έδινε στην αντίδραση υπαρξιακό χαρακτήρα: Από μια θορυβώδη συντροφιά, κάποιος είχε πυροβολήσει με αφρό το αγγελτήριο. Δεν σκόπευε τον μεσήλικα Λούκα Μορέττι, σιδηροδρομικό υπάλληλο, πατέρα τριών ενήλικων γιών, που εδώ και μέρες κοίταζε τους περαστικούς στα μάτια. Η πράξη ήταν συνειδητή αποδοκιμασία, μομφή για τον ίδιο τον θάνατο, κίνητρο απίθανο βέβαια, αφού σ’ αυτή την ηλικία κανείς δεν υπολογίζει την ανυπαρξία και θα κυλήσει πολύς χρόνος μέχρι να τον αγγίξει η προοπτική της», είπε, σαν ευφάνταστος παραδοξολόγος, ο Χ.
⸙⸙⸙
[Κείμενα εν προόδω. Από το βιβλίο: Ο Χ. είπε.]

