Φ. Ντοστογιέφσκι: Το όνειρο ενός γελοίου, σκην. Έφη Μπίρμπα.
Η τελευταία πράξη της επικής ποίησης, της πρώτης αναγνωρισμένης μορφής λογοτεχνίας στον κόσμο, γράφεται λίγο πριν την περίοδο του Διαφωτισμού, όταν ο Άγγλος ποιητής Τζον Μίλτον γράφει το τελευταίο ίσως μεγάλο έπος της Δύσης. Ο Χαμένος Παράδεισος (1667) είναι μία βιβλική ιστορία που αφορά την εξορία του Σατανά από το Βασίλειο των Ουρανών. Δραματουργικά ο Μίλτον δημιουργεί έναν εξαιρετικό θεατρίνο Λούσιφερ, που ταλαντεύεται μεταξύ θυμού και μεμψιμοιρίας σχετικά με την καταδίκη του από τον Θεό σε εξορία. Όπως όλα τα έπη, από τον Όμηρο και ύστερα, έτσι και ο Χαμένος Παράδεισος θέλει τον πρωταγωνιστή ήρωά του να πραγματοποιεί ένα ταξίδι. Κυριολεκτικό –στην Κόλαση–, αλλά και μεταφορικό, εσωτερικό: το ταξίδι της ψυχής προς την Κάθαρση. Η κλασική φόρμα του έπους κλείνει τον κύκλο της με τον Μίλτον και δίνει τη θέση της σε πιο μοντέρνες λογοτεχνικές φόρμες. Η σύγχρονη εποχή επικεντρώνεται στο άτομο και απευθύνεται στο άτομο. Και η λογοτεχνία της αρέσκεται να γράφει για τις ξεπεσμένες προσωπικότητες, τις υπερβατικά άστεγες, και για έναν κόσμο όπου αυτές οι προσωπικότητες και η αίσθηση της απογοήτευσης είναι συνυφασμένες σε μία σφιχτή μπάλα. Από τους κατεξοχήν εκπροσώπους της λογοτεχνίας αυτής είναι ασφαλώς ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι.
Η αναφορά στον Μίλτον μπορεί να μοιάζει παράδοξη σε ένα κείμενο που αφορά τη νουβέλα Το όνειρο ενός γελοίου του μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη. Καθώς όμως παρακολουθώ την ομώνυμη παράσταση της Έφης Μπίρμπα με τον Άρη Σερβετάλη στον πρωταγωνιστικό ρόλο, μου έρχεται εμμονικά στο μυαλό ο Παράδεισος του Άγγλου ποιητή. Το ταξίδι του ήρωα του Ντοστογιέφσκι δεν έχει ασφαλώς επικές διαστάσεις. Αντιθέτως, λαμβάνει χώρα μόλις στη διάρκεια ενός ονείρου. Όμως, αφορά κι αυτό έναν χαμένο προ πολλού παράδεισο, μια ουτοπική κοινωνία που πολύ γρήγορα αφέθηκε να διαφθαρεί και να παρακμάσει.

Ο τίτλος του έργου δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Ο πρωταγωνιστής είναι ένας γνήσιος ντοστογιεφσκικός αντιήρωας, ένας παρίας. Νιώθει γελοίος, απόκληρος των συγχρόνων του, περιθωριοποιημένος, με πλήρη επίγνωση της κατάστασής του. Αυτή η επίγνωση είναι που θα τον οδηγήσει στη μόνη λύση που φαντάζει λυτρωτική: την αυτοκτονία. Σ’ αυτήν τη μεταιχμιακή στιγμή γνωρίζουμε εμείς τον Γελοίο. Με το περίστροφο δίπλα του, να θέτει στον εαυτό του ερωτήματα γύρω από τα κίνητρα και το περιεχόμενο της επικείμενης πράξης του. Λίγο νωρίτερα, η συνάντηση του, στον δρόμο, με ένα μικρό κορίτσι που ζητά τη βοήθειά του γεννά μέσα του ερωτήματα, λειτουργεί σαν ένα ξυπνητήρι αυτοσυνείδησης. Το δικό του ταξίδι στην αυτογνωσία θα γίνει μέσα σε ένα όνειρο. Ο δικός του «χαμένος παράδεισος» είναι ένας εξωπλανητικός κόσμος, αχαρτογράφητος, ακαθόριστος, του οποίου οι κάτοικοι έχουν παραδοθεί ολοκληρωτικά στη δύναμη της αγάπης και της αλληλεγγύης. Είναι μία κοινωνία χωρίς ιδιοκτησία, χωρίς ζήλιες και διαμάχες, σε απόλυτη αρμονία με τη Φύση. Ομόνοια και Αγάπη. Θρησκεία καμία, Θεός παντού.
Πολύ γρήγορα, όμως, κι αυτός ο Παράδεισος θα εκφυλιστεί. Η ανισότητα, η διαστροφή, η αντιπαλότητα, η απληστία, η αδικία, ο εγωισμός θα μολύνουν τον έναν μετά τον άλλο τους κατοίκους του. Οι πρότερες αγγελικές μορφές θα διαφθαρούν και ο ήρωας θα νιώσει ένοχος για αυτήν τους την ηθική μετατόπιση. Τίποτα, ωστόσο, δεν θα είναι πια το ίδιο. Γιατί τώρα υπάρχει η ανάμνηση αυτού του ονειρικού κόσμου. Τη στιγμή που ο άνθρωπος φτάνει στο ζενίθ της αυτοκαταστροφικής του μανίας, αποκαλύπτεται πως υπάρχει και η άλλη πλευρά. Εκεί όπου η ζωή είναι έμπλεη ευτυχίας, όπου επικρατεί άδολη αγάπη κι ο άνθρωπος μπορεί να νιώθει, να χαίρεται, να υπάρχει αληθινά.

Η επιλογή της συγκεκριμένης νουβέλας από τους Μπίρμπα-Σερβετάλη δεν είναι ασύμβατη με τις καλλιτεχνικές και προσωπικές επιλογές του ζεύγους. Ο Άρης Σερβετάλης εδώ και χρόνια έχει στραφεί σε πιο εσωτερικούς, πνευματικούς ρόλους και αυτή είναι η ερμηνευτική γραμμή που ακολουθεί και σε αυτή την παράσταση. Ο γελοίος του είναι ένας χαμηλών τόνων αναχωρητής, ωσεί παρών, που κρύβεται στα μισοσκόταδα (Σχεδιασμός Φωτισμού: Γιώργος Καρβέλας) ή τσαλαβουτά επιδέξια στο γεμάτο νερό σκηνικό (Εικαστική εγκατάσταση: Έφη Μπίρμπα). Το βλέμμα του, ακόμη και τη στιγμή της υπόκλισης, μαρτυρά την εσωτερική ενδοσκόπηση που τον οδηγεί μακριά από κοινωνικές συμβατικότητες ή ανάγκες. Η σκηνοθεσία της Έφης Μπίρμπα “διαβάζει” το κείμενο με όρους performance. Στο κείμενο προσθέτει τη δική της φωνή, κατασκευάζοντας έναν υποτυπώδη διάλογο που εξελίσσει την αφήγηση, χρησιμοποιώντας πάντοτε τη σωματική κίνηση και το εξωπραγματικό σκηνικό ως επικουρικά των λέξεων.
Η δραματουργία τέλος της παράστασης προσεγγίζει τον Γελοίο του Ντοστογιέφσκι όχι ως έναν ονειροπόλο ή φαντασιόπληκτο, αλλά ως ένα πλάσμα επικεντρωμένο εμμονικά στην υπαρξιακή του αγωνία, με επαναλήψεις και περιστροφές και δίνες. Με επίγνωση της ματαιότητας της ύπαρξής του, αλλά παράλληλα καταφάσκοντας στην αξία της αδιαμεσολάβητης από ιδεολογίες και πιστεύω ζωής. Εντέλει, μία παράσταση που υφολογικά παραπέμπει στην ονειρική λειτουργία και που παρά τα σκοτάδια της, μας θυμίζει πως κάπου εκεί έξω υπάρχει πάντα το Φως. Ένας Χαμένος αλλά Ανεκτημένος εν δυνάμει Παράδεισος.

