Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Κώστας Ανδρουλιδάκης

Ο φθόνος και η απελευθέρωση από αυτόν

Ας είμαστε ειλικρινείς. Όλοι γνωρίζουμε τον φθόνο, δυστυχώς. Αυτή την εχθρική ψυχική διάθεση, ή ακριβέστερα το πάθος, που χαρακτηρίζεται από την ενδόμυχη δυσαρέσκεια κάποιου για τα αγαθά των άλλων –την περιουσία, την υπόληψη, την κοινωνική θέση, τα φυσικά χαρίσματα, γενικά τα πλεονεκτήματα και την υπεροχή τους– και την επιθυμία να αποκτήσει και ο ίδιος τα αγαθά αυτά. Διαφορετική είναι η ζηλότυπη κτητικότητα, που έγκειται στην επιθυμία διαφύλαξης και αποκλειστικής κατοχής ενός αγαθού μονάχα από μας, ενώ ο φθόνος αναφέρεται στη λύπη μας λόγω της κατοχής αγαθών από τους άλλους. Πρέπει, νομίζω, να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στην απλή δυσαρέσκεια που προξενείται σε κάποιον, «όταν δεν έχει και αυτός το καλόν οπού έχει ο άλλος», και γενικά όταν πηγαίνουν τα πράγματα πιο καλά στους άλλους, ιδίως μάλιστα όταν δεν πηγαίνουν καλά στον ίδιο (όταν ο ίδιος περνάει λ.χ. μια κακοτυχία), και τον γνήσιο φθόνο, «επειδή του κάνει κακό να βλέπει καλό στους άλλους, και η ευημερία του πλησίον τον πικραίνει και τον γιώνει» (Α. Λασκαράτος).[1] Στην πρώτη περίπτωση, η δυσαρέσκεια είναι κατανοητή, ανθρώπινη και σχεδόν αναπόφευκτη, ενώ στη δεύτερη οφείλεται στην κακεντρέχεια, τη μοχθηρία ή και στην χαιρεκακία.

1. Μικρή φαινομενολογία του φθόνου

Θα άξιζε τον κόπο, αν έχει κάποιος τις απαραίτητες αντοχές, να γράψει μια «φαινομενολογία του φθόνου»: να καταγράψει περιστατικά, παραδείγματα, εκδηλώσεις, συμπτώματα, πτυχές, ένα είδος τυπολογίας, ώστε να είμαστε σε θέση να προβαίνουμε σε διάγνωση των σχετικών παθολογικών φαινομένων. Η κοινωνική διάδοση του φθόνου είναι βέβαια τεράστια, οι εκδηλώσεις και τα επακόλουθά του άπειρα και πολυποίκιλα. Συχνά προκαλεί πλήγμα κατά της φιλίας και την απειλεί με διάλυση. Όταν κάποιος αποκτήσει καλύτερη κοινωνική θέση, πλούτο, κύρος κ.ο.κ., βλέπει μερικές φορές φίλους (ή «φίλους») του να απομακρύνονται, να ψυχραίνονται ή να αντιδρούν εχθρικά. Αντιθέτως, όπως λέει κυνικά ο Λα Ροσφουκώ: «Στην κακοτυχία των καλύτερων φίλων μας βρίσκουμε πάντα κάτι που δεν μας είναι δυσάρεστο».[2] Ένα ενδιαφέρον και λυπηρό φαινόμενο (αλλά ποια πλευρά του φθόνου δεν είναι λυπηρή;) είναι η σχέση του φθόνου με την πνευματική καλλιέργεια και δημιουργία, η διάδοσή του ανάμεσα στους πνευματικούς ανθρώπους και δημιουργούς, συγγραφείς, καλλιτέχνες. Δυστυχώς, και με κίνδυνο να λέει κάποιος κοινοτοπίες, ο φθόνος όχι απλώς δεν λείπει εκεί όπου υπάρχουν η μόρφωση και το υψηλό πνευματικό επίπεδο, αλλά απεναντίας φαίνεται να ενδημεί στους χώρους αυτούς, και μάλιστα με ιδιάζοντα αντιπαθητικά γνωρίσματα που οφείλονται εν μέρει και στις ιδιαιτερότητες, ακόμα και στα πλεονεκτήματα των ανθρώπων αυτών. Ένα δείγμα μονάχα: ο φθονερός επιστήμονας ή πανεπιστημιακός δάσκαλος[3] θα χρησιμοποιήσει συχνά τις ειδικές γνώσεις που έχει στη διάθεσή του (λ.χ. νομικές γνώσεις, ρητορικά ή ψευδορητορικά σχήματα, σοφίσματα ή σοφιστείες κ.ο.κ.) για να πλήξει το θύμα του.

Έχει διαφοροποιηθεί ο φθόνος στον σύγχρονο πολιτισμό; Από ορισμένες απόψεις σημειώνεται μια επιδείνωση εξαιτίας κυρίως της κυριαρχίας στη ζωή και στην κοινωνία του πιο χυδαίου υλισμού, του ατομικιστικού ευδαιμονισμού και ηδονισμού, λόγω της κυρίαρχης θέσης που έχουν αποκτήσει, πραγματικά και συμβολικά, το χρήμα και τα υλικά αγαθά. Λ.χ., η ευημερία νοείται κυρίως ή αποκλειστικά ως υλική ευμάρεια. Κάτι που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα και σε διαρκώς αυξανόμενο βαθμό τον σύγχρονο πολιτισμό είναι ο άμετρος, υπέρογκος και αδιανόητος πολλαπλασιασμός τεχνητών αναγκών μέσω ιδίως της μίμησης, της μόδας, της διαφήμισης, αλλά και με τη βοήθεια των ΜΜΕ, της ψηφιακής τεχνολογίας, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Από άλλη άποψη βέβαια, οι συνθήκες ζωής στις μεγαλουπόλεις (ιδίως λόγω της ανωνυμίας) ευνοούν την ανάπτυξη του φθόνου λιγότερο από όσο στις μικρές κοινότητες σε προηγούμενες εποχές. Όσοι έχουμε ζήσει και σε χωριά, το γνωρίζουμε αυτό πολύ καλά: την καχυποψία, το σκοτεινό και ύπουλο βλέμμα, τη μόλις αποκρυπτόμενη δολιότητα.

2. Δοκιμή φιλοσοφικής θεώρησης

Στον χριστιανισμό ο φθόνος αναγνωρίζεται ως ένα από τα κύρια αμαρτήματα και συμπεριλαμβάνεται σε αρκετούς βιβλικούς καταλόγους των αμαρτημάτων ή «κακιών» (πρβλ. ενδεικτικά Ρωμ. 1, 29-31· Γαλ. 5, 19-21). Ως αμαρτία θεωρείται εδώ κυρίως η απόσπαση και απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό, και η διαμάχη της σάρκας κατά του πνεύματος, εντέλει της φιλαυτίας κατά της φιλαλληλίας: «η γαρ σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός, ταύτα γαρ αλλήλοις αντίκειται […] φανερά δε εστιν τα έργα της σαρκός, άτινά εστιν […] φθόνοι […]» (Γαλ. 5, 17.19-20· πρβλ. Ρωμ. 8, 2-11).

Ο Σάφτσμπερυ (A. Shaftesbury) θεωρεί ότι ο άνθρωπος έχει τριών ειδών τάσεις ή ορμές: «εγωιστικές και φίλαυτες, που τον ωθούν να επιδιώκει μόνο το δικό του καλό και συμφέρον· κοινωνικές, που τον κάνουν ν’ αποβλέπει στο γενικό καλό· και τέλος κλίσεις αφύσικες (όπως η μισανθρωπία και ο φθόνος), που ούτε το ατομικό ούτε το γενικό καλό τείνουν να πραγματοποιήσουν.[4]

Ο Καντ θεωρεί τον φθόνο, από κοινού με την αγνωμοσύνη και τη χαιρεκακία, ως απεχθή ηθικά ελαττώματα (κακίες) του μίσους για τους ανθρώπους, τα οποία αντίκεινται ευθέως στην αγάπη γι’ αυτούς. «Το μίσος δεν είναι όμως εδώ ανοιχτό και βίαιο, αλλά κρυφό και καλυμμένο, πράγμα που, επιπλέον της λήθης του καθήκοντος έναντι του πλησίον, προσθέτει ακόμη και αχρειότητα, και έτσι προσβάλλει συγχρόνως το καθήκον του ανθρώπου προς τον εαυτό του». Ειδικότερα, «ο φθόνος (livor), ως ροπή να αντιλαμβάνεται κανείς την ευημερία των άλλων με πόνο, μολονότι δεν παραβλάπτεται έτσι η δική του ευημερία, η οποία ροπή, όταν μετατρέπεται σε πράξη (για να βλάψει την ευημερία εκείνη), λέγεται διακεκριμένος φθόνος, ενώ διαφορετικά απλώς ζήλια (invidentia), δεν είναι βέβαια παρά μόνο ένα εμμέσως κακόηθες φρόνημα, δηλαδή μια δυσφορία του να βλέπομε τη δική μας ευημερία να επισκιάζεται από την ευημερία των άλλων, διότι δεν είμαστε σε θέση να αποτιμούμε τη δική μας ευημερία –αλλά και να αισθητοποιούμε την αποτίμηση αυτή– με κριτήριο την εσωτερική αξία της παρά μόνο σε σύγκριση με την ευημερία των άλλων. Για τούτο άλλωστε γίνεται ασφαλώς λόγος για την αξιοζήλευτη ομόνοια και ευδαιμονία σε ένα γάμο ή σε μια οικογένεια κ.ο.κ., σαν να ήταν επιτρεπτό σε κάποιες περιπτώσεις να ζηλεύεις κάποιον. Τα ερεθίσματα του φθόνου ενυπάρχουν συνεπώς στη φύση του ανθρώπου, και μόνον η έκρηξή τους τα μετατρέπει στο απεχθές ελάττωμα ενός κακεντρεχούς πάθους που βασανίζει τον ίδιο τον άνθρωπο και στρέφεται προς την καταστροφή της ευτυχίας των άλλων, τουλάχιστον κατά την επιθυμία, και επομένως αντίκειται τόσο στο καθήκον του ανθρώπου προς τον εαυτό του όσο και προς τους άλλους».[5] Ο Σοπενχάουερ συγκαταλέγει τον φθόνο στις εκδηλώσεις της ανθρώπινης κακότητας, τις οποίες συνοψίζει στην αθλιότητα, την αχρειότητα και την ανοησία. Και αναφέρει την πιο απερίφραστη ανάλυση του φθόνου που γνωρίζει (από τους Times του Λονδίνου): «Δεν υπάρχει αμάρτημα, για το οποίο να είναι κάποιος ένοχος, δεν υπάρχει μικροπρέπεια, αθλιότητα, απανθρωπιά, που να προξενεί τόση αγανάκτηση ανάμεσα στους συγχρόνους κάποιου, φίλους και γείτονες, όση η επιτυχία του. Αυτό είναι το μοναδικό ασυγχώρητο αδίκημα που δεν μπορεί να υπερασπιστεί το λογικό ούτε να μετριάσει η ταπεινοφροσύνη […] Ο άνθρωπος που γράφει όπως δεν μπορούμε να γράψουμε εμείς, που μιλά όπως δεν μπορούμε να μιλούμε εμείς, που εργάζεται όπως δεν μπορούμε εμείς, που ευδοκιμεί όπως δεν μπορούμε εμείς, έχει συσσωρεύσει στο πρόσωπό του όλα τα αδικήματα για τα οποία μπορεί να είναι ένοχος ένας άνθρωπος».[6]

Ο Νίτσε εντοπίζει στον φθόνο των κοινωνικά υποδεέστερων απέναντι στους ανώτερους και πιο ευνοημένους το αίτιο για την επικράτηση της κρατούσας συμβατικής ηθικής. Ειδικότερα, η «μνησικακία» οδήγησε στην εξέγερση των δούλων κατά των κυρίαρχων ευγενών και στην επιβολή των ηθών και της ηθικής των κατωτέρων και των αξιών τους: της χαμέρπειας, της υποκριτικής ταπεινοφροσύνης, της συμπόνιας, της υπομονής, της καρτερίας, της δουλοπρέπειας, της εκδούλευσης. Με την αμίμητη ειρωνική γλώσσα και τον σαρκαστικό τόνο του (μιλούν οι μη προνομιούχοι): «Μόνον οι άθλιοι είναι καλοί· μονάχα οι φτωχοί, οι ανήμποροι, οι ταπεινοί είναι καλοί· μόνον εκείνοι που υποφέρουν, οι στερημένοι, οι άρρωστοι, οι ειδεχθείς είναι αληθινά ευσεβείς, οι μόνοι ευλογημένοι από τον Θεό· μόνο γι’ αυτούς υπάρχει η μακαριότητα –αντίθετα εσείς, εσείς οι ευγενείς και οι ισχυροί, θα είστε στους αιώνες των αιώνων οι κακοί, οι σκληροί, οι φαύλοι, οι αχόρταγοι, οι άθεοι, και θα είστε επίσης εσαεί οι κολασμένοι, οι καταραμένοι και οι καταδικασμένοι!».[7]

Ποια να είναι τα αίτια του φθόνου; Η πολλαπλή και ποικιλότροπη κακότητα και αχρειότητα της ανθρώπινης φύσης, βέβαια. Η ρίζα του είναι, νομίζω, εντέλει διττή: η ανοησία ή αφροσύνη και η κακότητα με τη μορφή του υπέρμετρου και παθολογικού εγωισμού (ή φιλαυτίας). Εδώ πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στη φυσική και θεμιτή φιλαυτία (όλοι οι άνθρωποι μεριμνούν για τον εαυτό τους και τους δικούς τους) και την αθέμιτη, όπως ανάλογα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στις φυσικές κλίσεις και τα πάθη: «Οι φυσικές κλίσεις είναι, θεωρούμενες αυτές καθ’ εαυτές, καλές, δηλαδή μη απορριπτέες, και είναι όχι μόνο μάταιο, αλλά θα ήταν και επιζήμιο και μεμπτό το να θέλει κάποιος να τις εκριζώσει· αντιθέτως, πρέπει μονάχα να τις χαλιναγωγεί για να μη δημιουργούνται προστριβές μεταξύ τους, αλλά να μπορούν να εναρμονίζονται μέσα σε ένα σύνολο που λέγεται ευδαιμονία» (Καντ).[8] Ποια φιλαυτία είναι αθέμιτη; Το να μη λαμβάνεις υπόψη τους άλλους, να μη μεριμνάς γι’ αυτούς, όταν θα έπρεπε, και αντιθέτως να φροντίζεις μόνο για τον εαυτό σου και τα συμφέροντά σου, τελικά: ο εγκλωβισμός στον εαυτό σου.

Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του φθόνου είναι ότι γεννάται από τη σύγκριση της κατάστασής μας με εκείνη των άλλων. Όπως λέει ο Χιουμ: «Η δυστυχία του άλλου μας προσφέρει μια πιο ζωηρή ιδέα της ευτυχίας μας, και η ευτυχία του μια πιο ζωηρή ιδέα της δυστυχίας μας. Συνεπώς, η πρώτη παράγει ικανοποίηση, η δεύτερη δυσαρέσκεια».[9]

Ο Καντ θεωρεί ότι ο φθόνος προέρχεται από τη διαστροφή του εγωισμού, ειδικότερα της συγκριτικής φιλαυτίας, «δηλαδή το να κρίνει κανείς τον εαυτό του ως ευτυχισμένο ή δυστυχισμένο μόνο σε σύγκριση με τους άλλους. Από την καταβολή τούτη προέρχεται η κλίση να αποκτούμε μιαν αξία κατά τη γνώμη των άλλων· και μάλιστα, αρχικώς, απλώς και μόνον την αξία της ισότητας: να μην επιτρέπει κανείς σε κανέναν υπεροχή πάνω του, σε συνδυασμό με τη σταθερή ανησυχία μήπως οι άλλοι επιδιώκουν κάτι τέτοιο· από εδώ πηγάζει τελικώς ο άδικος πόθος να αποκτήσει κάποιος υπεροχή πάνω στους άλλους. Εδώ, δηλ. στη ζηλοφθονία και στον αθέμιτο ανταγωνισμό, μπορούν να μπολιαστούν τα μεγαλύτερα ηθικά ελαττώματα (κακίες) κρυφής και φανερής εχθρότητας εναντίον όλων που τους θεωρούμε ξένους για μας –ελαττώματα τα οποία, βέβαια, στην πραγματικότητα δεν φυτρώνουν μόνα τους από τη φύση σαν τη ρίζα τους, αλλά –ενόψει της επίφοβης επιζήτησης εκ μέρους των άλλων της μισητής υπεροχής πάνω μας– είναι κλίσεις, ώστε να αποκτήσομε χάριν ασφαλείας εμείς οι ίδιοι την υπεροχή πάνω στους άλλους ως προστατευτικό μέσον· ενώ, βέβαια, η φύση δεν χρειαζόταν την ιδέα ενός τέτοιου ανταγωνισμού (ο οποίος δεν αποκλείει αφ’ εαυτού την αμοιβαία αγάπη), παρά μόνον ως ελατήριο για τον πολιτισμό. Για τούτο, οι κακίες που μπολιάζονται στην κλίση αυτήν, μπορούν να αποκαλούνται και ηθικά ελαττώματα του πολιτισμού και, στον ύψιστο βαθμό της κακοήθειάς τους (καθώς τότε δεν είναι παρά μόνον η ιδέα ενός μεγίστου ορίου του κακού που υπερβαίνει την ανθρώπινη φύση), π.χ. στον φθόνο, στην αγνωμοσύνη, στην χαιρεκακία κοκ., ονομάζονται διαβολικές κακίες».[10]

Υπάρχουν άραγε θετικά στοιχεία ή πλευρές του φθόνου; Όχι βέβαια στον γνήσιο φθόνο, αλλά ασφαλώς στον θεμιτό ανταγωνισμό και στην περιβόητη «αντικοινωνική κοινωνικότητα» που οδηγεί στην αμοιβαία αντίσταση αλλά και στην άμιλλα μεταξύ των κοινωνών: «Αυτή όμως η αντίσταση, που ξυπνάει όλες τις δυνάμεις του ανθρώπου, τον αναγκάζει να υπερνικά την τάση του προς την οκνηρία και σπρωγμένος από φιλοτιμία, φιλοπρωτία ή φιλοχρηματία να δημιουργήσει μια ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους συνανθρώπους του, που βέβαια δεν τους ανέχεται, αλλά και δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτούς. Τότε γίνονται πια τα πρώτα αληθινά βήματα από τη βαρβαρότητα προς τον πολιτισμό, που κυρίως έγκειται στην κοινωνική αξία του ανθρώπου, τότε εξελίσσονται λίγο-λίγο όλα τα ταλέντα, μορφώνεται το γούστο και γίνεται με συνεχή διαφωτισμό η αρχή για τη θεμελίωση ενός λογισμού που μπορεί, με τον καιρό, τη φυσική καταβολή για ηθικές διακρίσεις να μετατρέψει σε ορισμένες πρακτικές (ηθικές) αρχές, και έτσι τέλος να μεταβάλει την κοινωνική συμβίωση σε ηθική ολότητα […]».[11] Όπως γράφει ο Ρωλς: «Η θέα των υπέρτερων αγαθών, που απολαμβάνουν [οι άλλοι], μας κινεί να επιδιώξουμε, κατά τρόπο κοινωνικά χρήσιμο, ανάλογα πράγματα και για τους εαυτούς μας».[12]

3. Απελευθέρωση από τον φθόνο;

Δεν είμαστε αφελείς. Πάθη τόσο βαθιά ριζωμένα στην ανθρώπινη φύση, όπως ο φθόνος, η ζηλοφθονία ή η χαιρεκακία, δεν ξεριζώνονται εύκολα και θα εξακολουθήσουν να μας ταλανίζουν «έως ότου η ανθρώπινη φύση παραμένει η ίδια» (Θουκυδίδης, Γ΄, 82). Και ισχύει για όλους: «Είμαι άνθρωπος, και τίποτε ανθρώπινο δεν θεωρώ ξένο για μένα» (Τερέντιος).[13] Αλλά, όπως σημειώνει ο Σίλλερ: «Αν παρακολουθήσουμε τις πράξεις έως την πηγή τους, πρέπει μάλλον να χαμογελάσουμε δέκα φορές προτού χρειαστεί να τρομάξουμε. Κάθε μέρα, όσο μεγαλώνω, ο κατάλογός μου των κακούργων γίνεται πιο σύντομος, ενώ το ευρετήριό μου των ανόητων γίνεται πληρέστερο και μεγαλύτερο».[14]

Παρ’ όλα αυτά αξίζει να αναρωτηθούμε τι μπορεί και τι πρέπει να γίνει, και τι μπορούμε και τι πρέπει να κάνουμε, ώστε να ελαττώσουμε το απεχθές αυτό στοιχείο του ανθρώπου. Σε κοινωνικό επίπεδο, η, όσο είναι δυνατό, άρση ή μείωση των κοινωνικών αδικιών, των ανισοτήτων και των κοινωνικών διακρίσεων, η αύξηση και βελτίωση των ευκαιριών για ευρύτερες ομάδες του πληθυσμού μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των αντικοινωνικών επιπτώσεων του φθόνου. Στην πραγματικότητα, όλοι οι θεσμοί και όλες οι πλευρές μιας –όσο είναι ανθρωπίνως δυνατό– εύτακτης κοινωνίας, που επιδιώκουν και προωθούν τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, αμβλύνουν συγχρόνως και τα δυσμενή επακόλουθα του φθόνου.[15] Και όπως επισημαίνει καίρια και με ευθυκρισία ο Αδαμάντιος Κοραής: «Πάσης ευνομουμένης πολιτείας ο καθ’ αυτό σκοπός πρέπει να είναι να αφανίζη όλας τας αιτίας, όσαι γεννούν εις τας ψυχάς των πολιτών το προς αλλήλους μίσος».[16]

Σε ατομικό επίπεδο, καθώς τα κυριότερα αίτια του φθόνου είναι, όπως σημείωσα, η ανοησία και η αθέμιτη φιλαυτία, οι βασικοί τρόποι ή μέσα για την αντιμετώπισή του είναι, πρώτα, η ανάπτυξη και η επικράτηση της έλλογης σκέψης και της φρόνησης, και έπειτα ο περιορισμός, κατά το δυνατόν, του εγωισμού, της πλεονεξίας, της ματαιοδοξίας, καθώς και η επιδίωξη της μέγιστης δυνατής ανεξαρτησίας από τους άλλους. Ένας πρακτικός τρόπος είναι να αναρωτιούνται οι άνθρωποι: Ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες μου, τι χρειάζομαι αληθινά; Τι μπορεί να βελτιώσει ποιοτικά τη ζωή μου και της οικογένειάς μου; Αν προσπαθώ έμπρακτα για τη συνεχή βελτίωση και προκοπή μου, τι με μέλλει τι κάνουν και τι έχουν οι άλλοι; Μην τα θέλουμε όλα δικά μας! Τι ωραία που είναι η ολιγάρκεια, η απλότητα, η λιτότητα! Ο Μπερξόν επισημαίνει ότι με τον περιορισμό των αμέτρητων τεχνητών αναγκών «θα υπάρχει λιγότερη σπατάλη, και το ίδιο λιγότερος φθόνος […] Θα έπρεπε η ανθρωπότητα να καταγίνει στην απλοποίηση της ζωής με την ίδια φρενίτιδα που έβαλε για να την κάμει πολύπλοκη».[17] Όπως το συνέλαβε ο Σπινόζα: «Το να είναι ευχαριστημένος με τον εαυτό του είναι στην πραγματικότητα το υπέρτατο που μπορεί να ελπίζει ένας άνθρωπος».[18]

Ο Σοπενχάουερ συνοψίζει μια μεγάλη αλήθεια, όταν επισημαίνει ότι για την αληθινή ευτυχία το τι είναι κάποιος είναι ασύγκριτα πιο σημαντικό από το τι έχει και από το τι νομίζουν οι άλλοι γι’ αυτόν: «Μάλιστα για εκείνον που απολαμβάνει διαρκώς μιαν εξαιρετική, πνευματικά έξοχη ατομικότητα, οι περισσότερες από τις γενικά επιζητούμενες απολαύσεις είναι τελείως περιττές, και επιπλέον οχληρές και επιβαρυντικές. Για τούτο, ο Σωκράτης, όταν είδε να πουλούν είδη πολυτελείας, είπε: “Πόσα πράγματα υπάρχουν που δεν τα έχω ανάγκη!”». Άλλωστε, «ο πραγματικός πλούτος, δηλ. το μεγάλο πλεόνασμα, λίγο συμβάλλει στην ευτυχία μας· για τούτο αισθάνονται πολλοί πλούσιοι δυστυχείς· διότι είναι δίχως αληθινή πνευματική καλλιέργεια, δίχως γνώσεις και γι’ αυτό χωρίς κάποιο αντικειμενικό ενδιαφέρον που θα μπορούσε να τους κάμει ικανούς για μια πνευματική απασχόληση. Εντούτοις οι άνθρωποι μοχθούν χίλιες φορές περισσότερο να αποκτήσουν πλούτο παρά πνευματική καλλιέργεια· ενώ είναι εντελώς βέβαιο ότι το τι είναι κάποιος συμβάλλει πολύ περισσότερο στην ευτυχία μας παρά το τι έχει. Για τούτο βλέπομε αμέτρητους ανθρώπους, σε αδιάκοπη δραστηριότητα, να μοχθούν από το πρωί μέχρι το βράδυ να αυξήσουν τον ήδη υπάρχοντα πλούτο. Δεν γνωρίζουν τίποτα πέραν από το στενό οπτικό πεδίο των μέσων για τον σκοπό εκείνο του πλουτισμού· το πνεύμα τους είναι κενό, και γι’ αυτό αναίσθητο για όλα τα άλλα. Οι ύψιστες απολαύσεις, οι πνευματικές, δεν τους είναι βατές· και με τις παροδικές, αισθησιακές απολαύσεις που κοστίζουν λίγο χρόνο αλλά πολύ χρήμα, και τις οποίες επιτρέπουν κάποτε στον εαυτό τους, επιχειρούν μάταια να υποκαταστήσουν τις πνευματικές».[19]

Ας στοχαστούμε ότι ο φθόνος είναι ένα από τα πιο αρνητικά πάθη: συρρικνώνει την ψυχή, μας εγκλωβίζει και μας υποδουλώνει στις χειρότερες πλευρές του εαυτού μας. Απεναντίας, η ενσυναίσθηση, η καλλιέργεια της φιλαλληλίας, της συμπόνιας, της έμπρακτης εύνοιας προς τους άλλους, ο οίκτος, μας απελευθερώνει από τις αρνητικές πλευρές μας, και μας επιτρέπει να αναζητήσουμε και ίσως να βρούμε τον αληθινό εαυτό μας. Ωραία το θέτει ο Σπινόζα: «Για τον λόγο αυτόν προσπαθεί [ο άνθρωπος ο δυνατός στην ψυχή] περισσότερο από κάθε άλλο να εννοεί τα πράγματα όπως είναι καθαυτά και ν’ απομακρύνει τα εμπόδια της αληθινής γνώσης – τέτοια είναι το μίσος, η οργή, ο φθόνος, ο χλευασμός, η έπαρση και τα παρόμοια […] κι έτσι προσπαθεί να κάνει το καλό, όσο μπορεί, και να ‘ναι χαρούμενος».[20]


[1] Ανδρέας Λασκαράτος, Ιδού ο άνθρωπος, επιμ. Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, Ερμής, Αθήνα 1970, σ. 143-144.

[2] La Rochefoucauld, Σκέψεις ή γνωμικά και αξιώματα ηθικής, μτφρ. Χρήστος Χρηστίδης, Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, Αθήνα 1952, σ. 169.

[3] Ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι, κατά τη γνώμη μου, είναι εσφαλμένη –και πάντως αδόκιμη– η χρήση της σκέτης λέξης (του ουσιαστικοποιημένου επιθέτου) «πανεπιστημιακός», για να δηλώνει το σχετικό επάγγελμα και λειτούργημα. Είναι σαν να λέγαμε για να δηλώνουμε τον καθηγητή Γυμνασίου: «γυμνασιακός» ή του Λυκείου: «λυκειακός»!

[4] Βλ. Ε. Π. Παπανούτσος, Ηθική, Νόηση, Αθήνα 2010, σ. 130.

[5] Ιμμάνουελ Καντ, Μεταφυσική των ηθών, μτφρ., σημ., επιλ. Κ. Ανδρουλιδάκης, Σμίλη, Αθήνα 2013, σ. 320-321.

[6] Arthur Schopenhauer, «Για την ηθική» («Zur Ethik»), Parerga und Paralipomena, Sämtliche Werke, Brockhaus, Wiesbaden, 2η έκδ. 1947, τ. 6, § 114, σ. 230 υποσημ.

[7] Φρήντριχ Νίτσε, Γενεαλογία της ηθικής, μτφρ., επιμ. Ζήσης Σαρίκας, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 43-44.

[8] Ιμμάνουελ Καντ, Η θρησκεία εντός των ορίων του Λόγου και μόνο, μτφρ., σχόλια, επιλ. Κ. Ανδρουλιδάκης, Πόλις, Αθήνα, 2η έκδ. 2008, σ. 111.

[9] David Hume, A Tretise of Human Nature, επιμ. P. H. Nidditch, Clarendon Press, Οξφόρδη 1978, σ. 375.

[10] Ι. Καντ, Η θρησκεία εντός των ορίων του Λόγου και μόνο, ο.π., σ. 55-56.

[11] Ι. Καντ, «Ιδέα μιας γενικής ιστορίας με πρίσμα κοσμοπολιτικό», Δοκίμια, εισ., μτφρ., σχόλια Ε. Π. Παπανούτσος, Δωδώνη, Αθήνα 1971, σ. 28-29.

[12] Τζων Ρωλς, Θεωρία της δικαιοσύνης, μτφρ. Φ. Βασιλόγιαννης κ.α., επιμ. Α. Τάκης – Κ. Παπαγεωργίου, Πόλις, Αθήνα 2001, σ. 605.

[13] Τερέντιος, Heauton timoroumenos (Αυτοτιμωρούμενος), 1,25.

[14] Φρήντριχ Σίλλερ, Επιλογή από το έργο του, εισ., επιλογή, μτφρ. Κ. Ανδρουλιδάκης, Στιγμή, Αθήνα 2015, σ. 34.

[15] Πρβλ. ιδίως Ρωλς, ο.π., §§ 80-81.

[16] Αδαμάντιος Κοραής, Σημειώσεις εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος, εισ.-επιμ. Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2018, σ. 89

[17] Ανρί Μπερξόν, Οι δυο πηγές της ηθικής και της θρησκείας, μτφρ. Β. Ν. Τατάκης, Παπαδημητρίου, Αθήνα 1950, σ. 274, 279.

[18] Σπινόζα, Ηθική, μτφρ. Β. Βανταράκης, Εκκρεμές, Αθήνα 2009, μέρος IV, θεώρημα 52, σχόλιο.

[19] Arthur Schopenhauer, «Αφορισμοί για τη σοφία της ζωής» («Aphorismen zur Lebensweisheit») (ελλ. έκδ.: Αφορισμοί για την πρακτική σοφία της ζωής, μτφρ. Δ. Υφαντής, Ροές, Αθήνα 2010), Parerga und Paralipomena, ο.π., τ. 5, σ. 339, 341.

[20] Σπινόζα, Ηθική, ο.π., μέρος IV, θεώρημα 73, σχόλιο.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή