Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκος

Χλόη Κουτσουμπέλη

Ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα μέρες

Ι.
Όπως υποσχέθηκε το πρακτορείο.
Λοvδίνο – Σουέζ,
Σουέζ – Βομβάη,
Βομβάη – Καλκούτα,
Καλκούτα – Χονγκ Κονγκ,
Χονγκ Κονγκ – Γιοκοχάμα
Γιοκοχάμα – Σαν Φρανσίσκο,
Σαν Φρανσίσκο – Νέα Υόρκη,
Νέα Υόρκη – Λονδίνο,
με τρένο, πλοίο, ατμόπλοιο, ελέφαντα, άμαξα, έλκηθρο,
ποτέ όμως αερόστατο,
δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι για την Πτήση
υπάρχουν πολλοί που κονιορτοποιούνται στον αέρα.
Άλλωστε πάντα έτρεφα μία φυσική αποστροφή για τα μπαλόνια.

ΙΙ.
Πολλές φορές μπέρδευα το όνομα.
Τον έλεγα Παρασκευά, Σάντσο Πάντσα, Γουάτσον, Φρανσουά
Άριελ ή Αντικλείδι Πασπαρτού
αν και να με ξεκλειδώσει τελικά δεν το κατάφερε.
Μία φορά μόνο σχολίασε:
μα τελικά πόσες μάταιες περιστροφές θα κάνουμε γύρω απ’ τον πυρήνα;
Του κόστισε τον μισθό μίας εβδομάδας.

ΙΙΙ.
Η λέσχη ήταν πολυτελής,
βαριά έπιπλα από ξύλο τραυματισμένου δέντρου
μεγάλοι καθρέφτες που όλοι αποφεύγαμε,
ο μόνος ερωτικός υπαινιγμός το σχήμα βιολοντσέλου
στα χέρια του χλομού μουσικού που έγερνε αφύσικα.
Καθημερινά έπινα λίγο σέρι,
σταγόνα αίμα
η λέξη που δεν θα πρόφερα ποτέ.
Οι συζητήσεις με τους εύπορους θαμώνες
έπεφταν μετά από λίγο στο παχύ χαλί με σπασμένη τη ραχοκοκαλιά
έπαιζα τότε γουίστ, παιχνίδι στρατηγικής και μνήμης
γιατί τι είναι η ζωή αν δεν βυθομετρήσεις το κενό.

IV.
Υπήρξαν κάποιοι που υποστήριξαν πως το ταξίδι δεν έγινε ποτέ.
Πως το στοίχημα το έβαλε το πλάσμα, μισό γυναίκα, μισό λιοντάρι φτερωτό.
Πως τι είναι αλήθεια ο άνθρωπος, με ρώτησε
σωρός από σμπαραλιασμένα οστά και σάρκα
στριμωγμένα σε φράκο κι ασφυκτικές γραβάτες
στερεοποιημένος υδράργυρος σε καλούπι πολυθρόνας
πως τι είναι αλήθεια ο χρόνος,
κοπάδι ροζ φλαμίνγκο χρόνια που γίνονται καπνός με μιαν υπόκλιση
και πώς μετριέται μία στιγμή αλήθειας που κρέμεται απ’ τον συναρπαστικό γκρεμό της;
Χάσκουμε, χωλαίνουμε, χανόμαστε, με τρία, δύο, χωρίς πόδια
διαλυόμαστε στο τσιγαρόχαρτο που μας καπνίζει
ή είμαστε το αέριο που βοηθάει στην άνωση;
Θάθελα να σας πω πως είχα τη διάθεση,
πως ένα ψάρι μέσα σπάραζε και ήθελε να ξεπηδήσει απ’ το στόμα,
πως τα πόδια μου δεν είχαν πετρώσει με τα χρόνια,
πως είχα το κουράγιο να δώσω την απάντηση.
Θάθελα να μπορούσα να το πω.

V.
Όσο για την Αούντα, την Ινδή Πριγκίπισσα
είκοσι χιλιάδες λίρες χρηματοδότησα τον συγγραφέα για το ψέμα.
Η αλήθεια είναι πως πυρακτώθηκε ολόκληρη με το πτώμα του συζύγου
ή πνίγηκε στη λίμνη με τα νεκρολούλουδα με το μικρό της όμικρον κεφάλι,
ή δεν αγαπήθηκε πραγματικά ποτέ.
Στον γάμο παντρεύτηκα μόνον ένα άδειο νυφικό
και η βέρα ήταν μία μικρή υδρόγειος αμπούλα δηλητήριο.

VI.
Θα ήταν ένα συναρπαστικό ταξίδι.
Αν η γη ήταν στρογγυλή και όχι επίπεδη,
αν οι δύο της άκρες δεν ενώνονταν
σε πνιγηρό σκοινί γύρω απ’ τον λαιμό,
αν ο ορίζοντας δεν ήταν απλώς μία παύλα
και κυρίως αν
την ημέρα που κέρδισα
αυτήν που δεν είχα υπολογίσει,
την κρυφή εκείνη ημέρα,
ρευστή πίσω απ’ το παραπέτασμα
αν έστω
εκείνη τη μοναδική, συγκεκριμένη μέρα,
είχα τελικά καταφέρει να τη ζήσω.

Κύλιση στην κορυφή