Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Γιῶργος Κεντρωτής

Ὁ Ἰάκωβος Πολυλᾶς καὶ ἡ μετάφραση τῆς ποίησης

Πόσο καλὴ μπορεῖ νὰ εἶναι μία μετάφραση; Ὑπάρχει περίπτωση ἡ μετάφραση νὰ ὑπερτερεῖ τοῦ πρωτοτύπου; Καὶ ἂν ἕνα πρωτότυπο —ἡ Πολιτεία τοῦ Πλάτωνα, φέρ’ εἰπεῖν, ἢ ὁ Ἄμλετ τοῦ Σαίξπηρ— εἶναι ἢ θεωρεῖται «ἀθάνατο», μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθεῖ τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὸ κραταιότερο μετάφρασμά του; Τὰ σχετικὰ μὲ τὴ «μετάφραση» ἐρωτήματα εἶναι πάμπολλα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ γεννιοῦνται ἀπὸ τὶς τυχὸν διδόμενες ἀπαντήσεις. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ ἕνας παράγοντας ἄτρεπτος ποὺ δὲν ἐπιτρέπει νὰ κυκλωθεῖ κανένα ἐρώτημα: ἐνῶ τὸ πρωτότυπο εἶναι θέσει ἕνα καὶ σὲ μία γλώσσα διατυπωμένο, τὰ μεταφράσματά του εἶναι δυνάμει ὄχι μόνο πολλὰ καὶ σὲ πολλὲς γλῶσσες ἐκφρασμένα, ἀλλὰ καὶ κρατοῦν πάντοτε ἀνοικτὲς τὶς δυνατότητες τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τους.

Κατὰ κανόνα οἱ ποιητὲς προσεγγίζουν μὲ δισταγμὸ καὶ μὲ ἐφεκτικότητα τὶς μεταφράσεις τῶν ποιητικῶν ἔργων, ἰδιαίτερα μάλιστα ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀσχοληθεῖ στὴν πράξη μὲ τὴ μετάφραση. Αὐτὸ συμβαίνει, ἐπειδὴ τελοῦν ἐν γνώσει τῆς διαδικασίας: τοῦ πῶς γίνονται τὰ πράγματα. Γνωρίζουν πολὺ καλὰ τί κάνουν οἱ ἴδιοι ὅταν μεταφράζουν. Γι’ αὐτὸ καὶ σχεδὸν κανείς τους —παγκοσμίως δέ— δὲν μιλάει καθαρὰ γιὰ τὸ μεταφραστικὸ ἐνάσκημα, καὶ ὅλοι προσπαθοῦν μὲ ποικίλους ρηματικούς τρόπους νὰ προλάβουν ἀντιρρήσεις καὶ ἀπορρίψεις τοῦ μεταφραστικοῦ τους ἔργου. Οἱ πλέον εὐφυεῖς γνωρίζουν, βέβαια, ὅτι ματαιοπονοῦν.

Γιά νὰ δοῦμε τὶ μᾶς λέει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ πρῶτος συστηματικὸς μεταφραστὴς κλασικῶν ἔργων στὰ ἑλληνικά, ὁ Ἰάκωβος Πολυλᾶς. Θὰ παρακολουθήσουμε γραμμικῶς καὶ σχεδὸν λέξη-λέξη καὶ ἀράδα-ἀράδα τὴ σκέψη του, ὅπως τὴν ἔχει καταθέσει στὸ σύντομο δοκιμιακό του κείμενο γιὰ τὴν Ποιητικὴ μετάφραση, ποὺ συνοδεύει ἕνα δικό του μετάφρασμα ἀπὸ τὰ ἐλεγεῖα τοῦ Ἄλβιου Τίβουλλου: πρόκειται γιὰ τὸ τρίτο ἡρωελεγεῖο ἀπὸ τὸ πρῶτο βιβλίο τοῦ ποιητῆ.[1] Γράφει ὁ Πολυλᾶς:

Ποιητικὴ μετάφρασις, ὅσο καλὴ καὶ ἂν εἶναι, ἔχει μόνον τὴν ἀξίαν ἰχνογραφικῆς ἐπιγραφῆς μιᾶς Παναγίας τοῦ Ραφαήλου. Τόσον μικρὸν καὶ ἄχαρι, κατὰ τὴν γνώμην ἐξόχου κριτικοῦ τοῦ αἰῶνος μας, εἶναι τὸ ἔργον τοῦ μεταφραστοῦ.

Δεκαετίες ἀργότερα τὴν ἴδια γνώμη ἔχουν ἐκφράσει καὶ ὁ Σεφέρης καὶ ὁ Ἐλύτης, τὴν ἔχουν δὲ ἐκφράσει μὲ τὶς ἴδιες λέξεις (ἄχαρο και ἀχάριστο ἔργο). Ὁ Πολυλᾶς σπεύδει νὰ χαρακτηρίσει τὴν κρίση του ὑπερβολικῶς αὐστηράν, διότι δὲν θέλει νὰ νομισθεῖ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὑπερκριτικὸς τῶν πάντων, καὶ ἄρα δύναται νὰ ἐκφέρει ex officio σχετικές ἀποφάνσεις. Καὶ ἀφοῦ τὸ κάνει, τονίζει τὴν πολιτιστικὴ σημαντικότητα τῶν ὁμηρικῶν μεταφρασμάτων τοῦ Φὸς καὶ τοῦ Μόντι:

Ἡ μετάφρασις τοῦ Voss, ἂν καὶ κρίνεται τεχνικῶς ἐλλιπής, ἔκαμε τὸν Ὅμηρον πάγκοινον ψυχαγωγικὸν ἀνάγνωσμα εἰς τὴν Γερμανίαν, ἡ δὲ τοῦ Μόντη, ἂν καὶ εἰς πολλά της μέρη δὲν σώζῃ τὸν ἀρχαῖον χαρακτῆρα, ὅμως μεταδίδει εἰς τὴν ψυχὴν τῶν ὁμοεθνῶν του τὴν ζωὴν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀθανάτου πρωτοτύπου.

Ὁ Πολυλᾶς, διαπιστώνοντας τὶς ἀναπόδραστες «ἀδυναμίες» τοῦ μεταφραστικοῦ λόγου, ἐπισημαίνει τὴν ἀναμφίλογη σπουδαιότητα τῶν μεταφρασμάτων. Μὲ αὐτὸ τὸ «τέχνασμα» παύει νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ «πόσο καλὴ» μπορεῖ νὰ εἶναι μία μετάφραση καὶ ἀμέσως μετὰ παραθέτει τοὺς κατὰ τὴ γνώμη του ἀποφασιστικοὺς παράγοντες ποὺ ὄχι μόνο συμβάλλουν στὴ γέννηση τῶν μεταφρασμάτων, ἀλλὰ καὶ κρηπιδώνουν τὰ μεταφραστικὰ γεννήματα ὡς ἔργα τέχνης ποιητικῆς. Οἱ ποιητικὲς μεταφράσεις

ὑποθέτουν ἀρκετὴν φανταστικὴν δύναμιν καὶ ἐνθουσιασμόν, καὶ μόνον ὅταν μετέχουν τῶν ὑψηλῶν τούτων ἰδιοτήτων δὲν θεωροῦνται πλέον ἔργα μηχανικὰ ἀλλὰ καλλιτεχνικά.

Τῶν πραγμάτων οὕτως ἐχόντων… rebus sic stantibus, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Τίβουλλος,.. τὰ μεταφραστικὰ ἔργα

εἶναι ἱκανὰ νὰ συντελέσουν εἰς ἐξημέρωσιν καὶ ἐξευγενισμὸν τῆς γλώσσης καὶ εἰς μόρφωσιν τῆς καλαισθησίας.

Ὁ Πολυλᾶς, θυμίζοντάς μας ἐδῶ καίριες ἀποφάνσεις τοῦ Σολωμοῦ, ποὺ ἀπαντῶνται στὸν Διάλογο, ἐξαίρει τὴν ἀνάγκη παραγωγῆς μεταφρασμάτων στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἐπειδὴ

εἰς τὴν φιλολογικὴν ἀπορίαν τοῦ ἔθνους, σπανίζουν τὰ πρωτότυπα δημιουργήματα.

Καὶ τοῦτο ἀληθεύει ἰδίως ὅταν μία φιλολογία, καθὼς ἡ ἰδική μας, μεταβαίνῃ ἀπὸ τὴν παιδικὴν εἰς τὴν νεανικὴν ἡλικίαν της, εἰς τὴν κρίσιμον ἐκείνην ἐποχήν, ὅπου κινδυνεύῃ νὰ πάθῃ ἀπὸ μαρασμόν, ἐὰν στερῆται ἀρκετῆς καὶ ἐκλεκτῆς πνευματικῆς τροφῆς.

Ἡ χρησιμότητα τοῦ μεταφρασμένου στὰ ἑλληνικὰ λόγου θὰ φανεῖ και θὰ κραταιωθεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ἐκ μέρους τῶν μεταφραστῶν προγραμματικὴ χρήση τῆς δημοτικῆς γλώσσας σὲ μιὰν ἐποχὴ μάλιστα, ὅπου

ἤδη πολλοὶ αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκην νὰ δοθῇ εἰς τὴν γλώσσαν μας ἄλλη φιλολογικὴ διαμόρφωσις συμφωνοτέρα πρὸς τὴν φύσιν της καὶ τὸν ὀργανισμόν της.

Διὰ τῶν μεταφράσεων καὶ μέσῳ τῆς συντονισμένης δράσης τῶν ὑπεύθυνων μεταφραστῶν θὰ «χρησιμοποιηθοῦν τεχνικῶς οἱ ἀφανεῖς θησαυροὶ τῆς δημοτικῆς μας γλώσσης» καὶ ἔτσι θὰ ἀποδειχθεῖ στὸν στίβο τῆς μεταφραστικῆς δράσης ὅτι ἡ δημοτικὴ γλώσσα «ἔχει μέσα της τὴν ἱκανότητα νὰ γείνῃ ὄργανον φιλολογικόν».

Ἡ ποιητικὴ μετάφραση ἐνέχει γιὰ τὸν Πολυλᾶ, στὰ χρόνια ποὺ ἔζησε καὶ δημιούργησε, μιὰν «ἑλληνικὴ» ὑπεραξία: δὲν βασίζεται ἁπλῶς σὲ μιὰν ὑπάρχουσα φυσικὴ γλώσσα, προκειμένου νὰ ἀρθρωθεῖ σὲ λόγο ἐπικοινωνήσιμο καὶ νὰ μεταφέρει ἀβλαβῶς τὴν «ξενότητα» τοῦ πρωτοτύπου σὲ ἀσφαλή γλωσσικὴ ἐπικράτεια, ἀλλὰ κυρίως καὶ πρωτίστως, ἀναδεικνύοντας τὸν ἐγγενὴ πλαστικὸ χαρακτήρα της, ἀγωνίζεται νὰ διαμορφώσει νέα γλωσσικὰ ἤθη, νὰ ἱδρύσει γλωσσικὸ ὁρίζοντα ὑποδοχῆς ξενικῶν προϊόντων λόγου καὶ νὰ τὰ φιλοξενήσει ἀξιοπρεπῶς, παναπεῖ μὲ τρόπο σύμφωνο καὶ ὁμόλογο μὲ τὴν ἀξία τοῦ πρωτοτύπου. Ἂς τὸν ἀκούσουμε νὰ μιλάει γιὰ τὸ τιβούλλειο μετάφρασμά του:

Εἰς τοῦτο ἀποβλέπει καὶ ἡ προκειμένη μετάφρασις· ἠθελήσαμεν, καὶ τὴν φορὰν ταύτην, νὰ δοκιμάσωμεν ἐὰν ἡ γλῶσσα μας, ὁποίαν ἡμεῖς τὴν ἐννοοῦμεν, δύναται νὰ παρουσιασθῇ καλοπρόσωπος εἰς τὴν προσπάθειαν νὰ ἀντιπαραστήσῃ τὴν ὡραιότητα ἐξαισίου πρωτοτύπου, μὲ τὸ νὰ προσπεράσῃ ἀβίαστα ὅσας δυσκολίας ἀπαντᾷ ὁ μεταφραστὴς εἰς τὴν συντομίαν τῆς εἰς τὸ ἄκρον συνθετικῆς γλώσσης τῶν Λατίνων, εἰς τὴν γλαφυρότητα καὶ εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῆς φράσεως, εἰς τὴν σοφὴν κατασκευὴν τῶν διστίχων, ὅπου ἡ συμμετρία καὶ ἡ χάρις, δύο φαινομενικῶς ἀσυμβίβαστοι ἰδιότητες, συνυπάρχουν καὶ ἀντιβοηθοῦνται, ὅπου ἡ τέχνη παρακολουθεῖ τὴν ἀφέλειαν καὶ ἡ ἀφέλεια τὴν τέχνην.

Ἂν θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Σεφέρη ἀπὸ τὸ Προλόγισμά του στὶς Ἀντιγραφές, θὰ δοῦμε ὅτι καὶ ἐκεῖ οἱ ἴδιες ἐλπίδες συμφύρονται μὲ τοὺς ἴδιους φόβους. Πίσω ἀπὸ τὶς γραμμὲς τοῦ Πολυλᾶ μποροῦμε νὰ ἀκούσουμε τὴν ἀνάσα τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ διαλεγόμενου μὲ τὸν Σοφολογιώτατο, καὶ λίγο πιὸ πίσω νὰ δοῦμε καθαρὰ τὸ στιβαρὸ χέρι τοῦ Φρειδερίκου Σίλερ νὰ χαράσει διαπιστώσεις καὶ ὁδηγίες περὶ ἀφελοῦς καὶ συναισθηματικῆς ποιήσεως.

Κλείνοντας τὸ σύντομο καὶ πυκνὸ δοκίμιό του ὁ Πολυλᾶς φροντίζει νὰ μᾶς μπάσει στὸ διαχρονικὸ μεταφραστικό του ἐργαστήρι καθιστώντας μας κοινωνοὺς τοῦ ad hoc ποιητικοῦ προβληματισμοῦ του: τοῦ πῶς ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τὸν ἴδιο ἡ μετάφραση τοῦ συγκεκριμένου ποιήματος τοῦ Τίβουλλου καὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ εἰσηγηθεῖ τὴν πρόσληψή του ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ κοινό.

Τὸ ἡρωελεγεῖον, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μέτρα, ἐπῆραν οἱ Λατίνοι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας. Τὸ μέτρον τοῦτο ἔχει τὴν ἀρετὴν νὰ συνδυάζῃ μὲ τὴν ἐπικὴν μεγαλοπρέπειαν τὴν λυρικὴν γοργότητα, ὥστε εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐκφράσῃ τὰς διαφόρους διαθέσεις τῆς ψυχῆς. Μὴ παραδεχόμενοι τήν, κατὰ τὴν κρίσιν μας, νόθον εἰσαγωγὴν ἀρχαίων μέτρων εἰς τὴν νεωτέραν στιχουργίαν, ἐνομίσαμεν ὅτι, διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὸν ἐξωτερικὸν καὶ ἐσωτερικὸν χαρακτῆρα τοῦ ἡρωελεγείου, δυνάμεθα, χωρὶς παραβίασιν τοῦ κανονικοῦ ρυθμοῦ, νὰ ἐπεκτείνωμεν ἀπὸ δύο συλλαβὰς τὸν δεκαπεντασύλλαβον, ὥστε ὁ νέος αὐτὸς στίχος νὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν ἑξάμετρον, καὶ ὁ δεύτερος, δεκαπεντασύλλαβος, πρὸς τὸν πεντάμετρον.

Στὸ κλείσιμο τούτης τῆς βραχείας παρουσίασης, ἀντὶ ἄλλου ἐπαίνου γιὰ τὴ μεταφραστικὴ δεινότητα τοῦ πρωτοδάσκαλου Ἰάκωβου Πολυλᾶ, ἐπιλέγω νὰ ἀντιγράψω τὰ λόγια μιᾶς γιγαντιαίας μορφῆς τῶν γραμμάτων μας, ποὺ ὑπῆρξε καὶ μέγας μεταφραστής. Γράφει ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς γιὰ τὸ μεταφραστικὸ ἔργο τοῦ Ἰάκωβου Πολυλᾶ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων καὶ τοῦτα τὰ λόγια:

[…] ὁ Πολυλᾶς ἀποτελεῖ ξεχωριστὸν ὅλως καὶ ἀξιοθαύμαστον φαινόμενον ἐν τῇ φιλολογίᾳ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος· ἀμφιβάλλω δὲ ἂν καὶ ξένων ἐθνῶν αἱ φιλολογίαι δύνανται νὰ ἐπιδείξουν μεταφραστὴν ἀριστουργημάτων, οὗτινος ἡ μεταφραστικὴ ἐργασία ὑψοῦται εἰς τοιαύτην περιωπήν· ἐργασία πρωτότυπος ὅλως, νέαν γλῶσσαν, νέους ῥυθμοὺς καὶ σχεδὸν νέαν ποίησι παράγουσα· ἐργασία τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ φαντασία, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διαφωτίζει ὁ Λόγος.[2]

Ὅ,τι προγραμμάτιζε νὰ κάνει ὁ Πολυλᾶς ὡς μεταφραστὴς ποιημάτων ἔρχεται ὁ Παλαμᾶς καὶ μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι ἐπιτεύχθηκε μὲ τρόπο ἄριστο, ἐν φαντασίᾳ καὶ λόγῳ, ἀπὸ τὴν πένα τοῦ μεγάλου ἀρχιμάστορα.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ[3]

Ποιητικὴ μετάφρασις, ὅσο καλὴ καὶ ἂν εἶναι, ἔχει μόνον τὴν ἀξίαν ἰχνογραφικῆς ἐπιγραφῆς μιᾶς Παναγίας τοῦ Ραφαήλου. Τόσον μικρὸν καὶ ἄχαρι, κατὰ τὴν γνώμην ἐξόχου κριτικοῦ τοῦ αἰῶνος μας, εἶναι τὸ ἔργον τοῦ μεταφραστοῦ. Τὴν κρίσιν ταύτην θὰ ἐλέγαμεν ὑπερβολικῶς αὐστηράν, ἐὰν δὲν ἐφοβούμεθα μήπως ἡ διαφωνία μας ἀποδοθῇ εἰς τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἀποκτήσῃ θέσιν μεταξὺ τῶν καλῶν μεταφραστῶν· ἀρκούμεθα νὰ παρατηρήσωμεν μόνον τοῦτο, ὅτι τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν ἡ μετάφρασις τοῦ Voss, ἂν καὶ κρίνεται τεχνικῶς ἐλλιπής, ἔκαμε τὸν Ὅμηρον πάγκοινον ψυχαγωγικὸν ἀνάγνωσμα εἰς τὴν Γερμανίαν, ἡ δὲ τοῦ Μόντη, ἂν καὶ εἰς πολλά της μέρη δὲν σώζῃ τὸν ἀρχαῖον χαρακτῆρα, ὅμως μεταδίδει εἰς τὴν ψυχὴν τῶν ὁμοεθνῶν του τὴν ζωὴν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀθανάτου πρωτοτύπου.

Βεβαίως αἱ ποιητικαὶ μεταφράσεις ὑποθέτουν ἀρκετὴν φανταστικὴν δύναμιν καὶ ἐνθουσιασμόν, καὶ μόνον ὅταν μετέχουν τῶν ὑψηλῶν τούτων ἰδιοτήτων δὲν θεωροῦνται πλέον ἔργα μηχανικὰ ἀλλὰ καλλιτεχνικά, καὶ ἱκανὰ νὰ συντελέσουν εἰς ἐξημέρωσιν καὶ ἐξευγενισμὸν τῆς γλώσσης καὶ εἰς μόρφωσιν τῆς καλαισθησίας, κυρίως ὅταν, εἰς τὴν φιλολογικὴν ἀπορίαν τοῦ ἔθνους, σπανίζουν τὰ πρωτότυπα δημιουργήματα. Καὶ τοῦτο ἀληθεύει ἰδίως ὅταν μία φιλολογία, καθὼς ἡ ἰδική μας, μεταβαίνῃ ἀπὸ τὴν παιδικὴν εἰς τὴν νεανικὴν ἡλικίαν της, εἰς τὴν κρίσιμον ἐκείνην ἐποχήν, ὅπου κινδυνεύῃ νὰ πάθῃ ἀπὸ μαρασμόν, ἐὰν στερῆται ἀρκετῆς καὶ ἐκλεκτῆς πνευματικῆς τροφῆς. Σήμερον δὲ ὅταν ἤδη πολλοὶ αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκην νὰ δοθῇ εἰς τὴν γλώσσαν μας ἄλλη φιλολογικὴ διαμόρφωσις συμφωνοτέρα πρὸς τὴν φύσιν της καὶ τὸν ὀργανισμόν της, θὰ ἦταν καλὸν νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι εἰς τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τούτου ὀλίγον θὰ ὠφελήσῃ ἡ ξερὴ καὶ ψυχρὰ θεωρία, ἕως οὗ δὲν ἀνευρεθοῦν καὶ δὲν χρησιμοποιηθοῦν τεχνικῶς οἱ ἀφανεῖς θησαυροὶ τῆς δημοτικῆς μας γλώσσης, διότι τότε μόνον θὰ ἀποδειχθῇ τὸ ζητούμενον, δηλαδὴ κατὰ πόσον αὐτὴ ἔχει μέσα της τὴν ἱκανότητα νὰ γείνῃ ὄργανον φιλολογικόν· ἐὰν πιστεύωμεν εἰς τὸν προορισμόν της τοῦτον ἂς ἔχωμεν καὶ τὸ θάρρος νὰ τὴν μεταχειρισθῶμεν εἰς ἀγῶνα μὲ τὰς μορφωμένας γλώσσας τῶν ἀρχαίων καὶ τῶν νεωτέρων.[4]

Εἰς τοῦτο ἀποβλέπει καὶ ἡ προκειμένη μετάφρασις· ἠθελήσαμεν, καὶ τὴν φορὰν ταύτην, νὰ δοκιμάσωμεν ἐὰν ἡ γλῶσσα μας, ὁποίαν ἡμεῖς τὴν ἐννοοῦμεν, δύναται νὰ παρουσιασθῇ καλοπρόσωπος εἰς τὴν προσπάθειαν νὰ ἀντιπαραστήσῃ τὴν ὡραιότητα ἐξαισίου πρωτοτύπου, μὲ τὸ νὰ προσπεράσῃ ἀβίαστα ὅσας δυσκολίας ἀπαντᾷ ὁ μεταφραστὴς εἰς τὴν συντομίαν τῆς εἰς τὸ ἄκρον συνθετικῆς γλώσσης τῶν Λατίνων, εἰς τὴν γλαφυρότητα καὶ εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῆς φράσεως, εἰς τὴν σοφὴν κατασκευὴν τῶν διστίχων, ὅπου ἡ συμμετρία καὶ ἡ χάρις, δύο φαινομενικῶς ἀσυμβίβαστοι ἰδιότητες, συνυπάρχουν καὶ ἀντιβοηθοῦνται, ὅπου ἡ τέχνη παρακολουθεῖ τὴν ἀφέλειαν καὶ ἠ ἀφέλεια τὴν τέχνην.

Τὸ ἡρωελεγεῖον, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μέτρα, ἐπῆραν οἱ Λατίνοι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας. Τὸ μέτρον τοῦτο ἔχει τὴν ἀρετὴν νὰ συνδυάζῃ μὲ τὴν ἐπικὴν μεγαλοπρέπειαν τὴν λυρικὴν γοργότητα, ὥστε εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐκφράσῃ τὰς διαφόρους διαθέσεις τῆς ψυχῆς. Μὴ παραδεχόμενοι τήν, κατὰ τὴν κρίσιν μας, νόθον εἰσαγωγὴν ἀρχαίων μέτρων εἰς τὴν νεωτέραν στειχουργίαν, ἐνομίσαμεν ὅτι, διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὸν ἐξωτερικὸν καὶ ἐσωτερικὸν χαρακτῆρα τοῦ ἡρωελεγείου, δυνάμεθα, χωρὶς παραβίασιν τοῦ κανονικοῦ ρυθμοῦ, νὰ ἐπεκτείνωμεν ἀπὸ δύο συλλαβὰς τὸν δεκαπεντασύλλαβον, ὥστε ὁ νέος αὐτὸς στίχος νὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν ἑξάμετρον, καὶ ὁ δεύτερος, δεκαπεντασύλλαβος, πρὸς τὸν πεντάμετρον.


[1] Ἰάκωβος Πολυλᾶς, Τὰ κριτικὰ κείμενα, φιλολογικὴ ἐπιμέλεια Θεοδόσης Πυλαρινός, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα 2015, σσ. 239 ἑπ. Στὶς σσ. 241-244 παρατίθεται ἡ ἐκ μέρους τοῦ Πολυλᾶ μετάφραση ἑνὸς ποιήματος τοῦ Τίβουλλου: Ἀλβίου Τιβούλλου, Βιβλίον Α´., Ἐλεγεῖον Γ´. — Πρώτη δημοσίευση τοῦ δοκιμίου: Ἑστία, τ. 31, ἀρ. 10 (1891), σσ. 148-150.

[2] Κωστῆς Παλαμᾶς, «Τὸ ἔργον τοῦ κριτικοῦ», Ἑστία, τ. 1891β, σσ. 297-302, ἐδῶ σ. 298. Βλ. τὸ κείμενο αὐτὸ στό: Ἰάκωβος Πολυλᾶς, Τὰ κριτικὰ κείμενα, φιλολογικὴ ἐπιμέλεια Θεοδόσης Πυλαρινός, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα 2015, σσ. 393-406, ἐδῶ σ. 395.

[3] Ἰάκωβος Πολυλᾶς, Τὰ κριτικὰ κείμενα, φιλολογικὴ ἐπιμέλεια Θεοδόσης Πυλαρινός, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα 2015, σσ. 239 ἑπ. Στὶς σσ.241-244 παρατίθεται ἡ ἐκ μέρους τοῦ Πολυλᾶ μετάφραση ἑνὸς ποιήματος τοῦ Τίβουλλου: Ἀλβίου Τιβούλλου, Βιβλίον Α´., Ἐλεγεῖον Γ´. — Πρώτη δημοσίευση τοῦ δοκιμίου: Ἑστία, τ. 31, ἀρ. 10 (1891), σσ. 148-150.

[4] Σημείωση Ἰακώβου Πολυλᾶ: Κατὰ πόσον τὸ δημοτικόν μας ἰδίωμα δύναται νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς νεωτέραν φιλολογικὴν γλῶσσαν μαρτυρεῖ ἡ ἐξαίσια μετάφρασις τοῦ «Κορυδαλλοῦ» τοῦ Shelley (Ἑστία 1890, τόμ. Α´., ἀριθ, 25), ἂν καὶ ἡμεῖς δὲν συμφωνοῦμεν καθ᾽ ὅλα μὲ τὴν γλωσσικὴν μέθοδον τοῦ ἀξιοτίμου μεταφραστοῦ.

Κύλιση στην κορυφή