Γεωργία Τσουκαλοχωρίτη

Ο καθρέφτης

Ο Παύλος πετάχτηκε μέσα στον ύπνο του. Κοίταξε το κινητό ιδρωμένος. Είχε ακόμα δέκα λεπτά μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι. Το μαξιλάρι βρεγμένο, το φανελάκι κόλλαγε πάνω του. Από πάνω, τα σίδερα της κουκέτας, σκουριασμένα, βρώμικα. Τους τελευταίους τρεις μήνες είχε μονίμως την αίσθηση της σκουριάς στο στόμα. Σηκώθηκε και ντύθηκε.

Του έκανε εντύπωση όλη αυτή η ησυχία. Σπάνια υπήρχε ησυχία στον θάλαμο, πάντα κάποιος έμπαινε, έβγαινε, άκουγε μουσική, τσακωνόταν με τον διπλανό του. Πάντα κάποιος θα τον ενοχλούσε. Ένιωθε σαν κινούμενος στόχος. Όμως εκείνη την στιγμή, δεν ακουγόταν απολύτως τίποτα. Αποφάσισε ότι στα υπόλοιπα δέκα λεπτά ελευθερίας του θα πήγαινε στο κυλικείο. Ένιωθε ένα ελαφρύ τρύπημα στο στομάχι. Διέσχισε τον θάλαμο. Μερικοί κοιμόντουσαν, άλλοι κοιτούσαν τα κινητά τους. Ο Νίκος δεν ήταν εκεί. Μάλλον θα είχε σκοπιά.

Έκανε πολύ κρύο κι ένιωθε τους μύες του αυχένα του να μαζεύουν. Έξω έριχνε πολύ ψιλό χιόνι. Το ʼχε δει στα ημερομήνια η γιαγιά του, χιόνι τον Φλεβάρη και βροχές την άνοιξη. Στο βάθος του διαδρόμου είδε τον Δημητρίου. Οι μύες του σφίχτηκαν ακόμα περισσότερο. Για μια στιγμή σταμάτησε και αποφάσισε να γυρίσει πίσω πριν τον δει, αλλά δεν είχε νόημα, βρισκόταν ήδη πολύ κοντά του. Οι παλμοί του αυξάνονταν. Ετοιμαζόταν να πει καλησπέρα κύριε λοχαγέ, όμως προς μεγάλη του έκπληξη ο Δημητρίου πέρασε από δίπλα του χωρίς να του δώσει καμία σημασία. Περπατούσε παραξενευμένος, αλλά δεν τόλμησε να κοιτάξει πίσω του. Οι μισές λάμπες του διαδρόμου ήταν καμένες, εξάλλου, κι έπρεπε να περπατάει με προσοχή. Κατέβηκε τη σκάλα κι έφτασε στο κυλικείο.

Ο Γιαδίκογλου και ο Παπαϊωάννου έπαιζαν χαρτιά. Συνήθως τον φώναζαν να παίξει κι αυτός, αλλά τώρα ούτε που τον πρόσεξαν. Πλησίασε τον πάγκο.

– Μάρκου, είσαι εδώ; Θέλω ένα σάντουιτς.

Τα φώτα ήταν ανοιχτά αλλά δεν υπήρχε κανείς στο κυλικείο. Θα πήγαινε στο μπάνιο και αν προλάβαινε θα επέστρεφε σε λίγο. Άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας, η ανάσα του άχνιζε στον αέρα. Πήγε να πλύνει τα χέρια του αλλά σταμάτησε έντρομος. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Έπειτα τα έτριψε. Ξανά και ξανά. Ο Παύλος δεν είχε αντανάκλαση. Στεκόταν μπροστά από τον καθρέφτη αλλά δεν φαινόταν τίποτα. Για μια στιγμή ζαλίστηκε. Ακούμπησε το κεφάλι του στον νιπτήρα και άφησε τη βρύση να τρέξει. Έτριβε με μανία τα μάτια, τα μάγουλα, τον αυχένα. Το παγωμένο νερό έκανε τις αρθρώσεις του άκαμπτες. Έμεινε έτσι για λίγα δευτερόλεπτα, δεν ήθελε να σηκωθεί. Δεν μπορούσε.

Κοίταξε πάλι. Τίποτα απολύτως. Οι πόρτες, τα πλακάκια, οι λεκέδες από τους αφρούς ξυρίσματος. Μόνο αυτά έδειχνε ο καθρέφτης. Ο Παύλος είχε γίνει αόρατος. Ακουμπούσε τα μάγουλά του, τις παλάμες του, το στέρνο, τα ένιωθε όλα, υπήρχαν, ήταν εκεί. Απλώς δεν φαινόντουσαν. Η καρδιά του. Παλμοί εκατό δέκα. Εκατό έντεκα. Ήταν ζωντανός, αυτό ήταν βέβαιο. Ανάσαινε βαθιά και σταθερά. Ευτυχώς ήξερε πια τι να κάνει πριν μια κρίση. Αλλά ποτέ δεν είχε ξανά πάθει τέτοια κρίση. Προσπάθησε να ηρεμήσει. Γύρισε πλάτη στον καθρέφτη και βγήκε από το μπάνιο. Ανάσαινε βαθιά και σταθερά.

Σκέφτηκε μήπως ήταν κάτι παθολογικό, μήπως είχε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα όρασης. Αποφάσισε να πάει στον γιατρό, ήταν η μόνη λύση. Τι άλλο μπορούσε να κάνει; Πέρασε από το κυλικείο, ο Μάρκου ήταν εκεί, αλλά του είχε κοπεί η όρεξη. Περπάτησε γρήγορα στον διάδρομο, πανικόβλητος. Μόλις άνοιξε την πόρτα είδε τον Δημητρίου να καπνίζει. Τον κοίταξε επίμονα. Αλλά ο λοχίας δεν τον έβλεπε, συνέχισε να φυσάει αέρα σαν να μην υπήρχε κανένας γύρω του.

Τότε ο Παύλος ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο. Ένιωσε σαν να υπήρχαν τείχη και πόρτες γύρω του, σαν να υπήρχαν όπλα να σημαδεύουν όποιον τον πλησίαζε. Ο Παύλος ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή του ασφάλεια. Ήταν τόσο γλυκιά αυτή η αίσθηση που χαμογέλασε. Κι έμεινε έτσι. Αόρατος, χαμογελαστός, κοιτάζοντας το χιόνι.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή