Πεπόνια μου:
ἂν ἔρθουν ξένοι
νὰ γίνετε βατράχια
Βλέπουμε ἐδῶ ὅτι ὁ ποιητικὸς λόγος ὄχι μόνον ἀποκτᾶ καὶ μιὰ καθημερινὴ χρηστικὴ σημασία, ἀλλὰ γίνεται καὶ τρόπος ζωῆς, ἕνα ἀδιάλειπτο στοιχεῖο δηλαδὴ ποὺ μεταβάλλει τὴν ἀμελητέα πράξη τῆς στιγμῆς σὲ ἰσχυρὸ βίωμα, ἕνα γεγονὸς ποὺ συνδέει καὶ στηρίζει τὴ μνήμη στὸ διηνεκές. Ἡ ποίηση γίνεται παρακολούθημα τοῦ βίου καὶ συνδράμει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ καὶ ἀπὸ ἡμέρα σὲ ἡμέρα.
Στὴν ἑλληνική του ἐκδοχὴ αὐτὸ τὸ ποιημάτιο τοῦ πληθωρικοῦ Κομπάγιασι Ἴσσα διατηρεῖ ἀβίαστα τὴ φυσικὴ ἑνότητα τοῦ κόσμου, ὅπως τὴν ἀντιλαμβάνεται ἡ ἀνατολικὴ ἀντίληψη καί, ἐπὶ πλέον, τὴν κάνει νὰ φαίνεται λογικὴ καὶ προπαντὸς οἰκεία καὶ στοὺς ὀπαδοὺς τοῦ ὀρθολογισμοῦ. Πιὸ ἁπλὰ θὰ ἔλεγα ὅτι τὴν κάνει ἀποδεκτὴ πρὸς τὴ δική μας καθημερινὴ συμπεριφορά. Ὁ ἥρωας τοῦ ποιήματος δὲν εὔχεται μόνο φωναχτά νὰ γίνουν βατράχια τὰ πεπόνια, ὅταν καταλάβουν ὅτι τὰ πλησιάζουν ξένοι, δηλαδὴ μὴ ἰδιοκτῆτες, σφετεριστὲς καὶ κλέφτες, ἀλλὰ τοὺς ἀπευθύνεται μὲ οἰκειότητα ἤ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ κτητικὸ «μου». Σὰν νὰ τοὺς παρακαλάει μ’ ἕνα πνεῦμα ὑψηλῆς εὐγένειας, ἐννοώντας: κάντε μου τὴ χάρη, σᾶς παρακαλῶ, μεταμορφωθεῖτε σὲ βατράχια γιὰ νὰ μὴ σᾶς προσέξουν οἱ ξένοι καὶ σᾶς ἁρπάξουν ἀπὸ τὸν ἀγρό.
Κάπως ἔτσι συνέβη κάποτε μὲ τὸν παπποῦ μου, στὰ τρυφερὰ χρόνια τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας. Ὁ ἀείμνηστος παππούς μου Στέφανος Περιστέρης (1893-1986) μ’ ἔπαιρνε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ ὁδηγοῦσε στὰ κοντινὰ χωράφια, ὅπου προσέχαμε τὴν πορεία τῶν καλλιεργειῶν καί, κυρίως, τὴν ὡρίμανση τῶν καρπῶν ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ τὸ μεγάλωμα τῶν κηπευτικῶν. Ἕνα πρωὶ ἐπισκεφθήκαμε τὸ μποστάνι μας, ὅπου ἦταν φυτεμένες πρώιμες πεπονιὲς καὶ καρπουζιές. Ὁ παππούς μου εἶχε δεκατέσσερα τὰ μάτια του καὶ πήγαινε ἐκεῖ μέχρι καὶ πέντε μὲ ἕξι φορὲς τὴν ἡμέρα, ὥστε οἱ κοντινοὶ βοσκοὶ ἤ οἱ περαστικοὶ ξωμάχοι νὰ μὴν ξεθαρρεύονται καὶ τὰ πλησιάζουν.
Ἡ καθημερινή μας τροφὴ ἐκεῖνα τὰ χρόνια προερχόταν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὶς καλλιέργειες τῶν κήπων καὶ τῶν ἄλλων ἀγρῶν ἤ ἀπὸ τὶς λιγοστὲς προσπορίσεις τῆς οἰκιακῆς μας οἰκονομίας, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πειρασμὸς τῆς κλεψιᾶς, εἰδικὰ ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ πρώιμους καρπούς, ἦταν πολὺ συχνὸς καὶ μεγάλος σὲ ἐπικίνδυνο βαθμό. Ὁ καθένας, λοιπόν, πρόσεχε τὰ ἀγαθὰ τῶν κόπων του σὰν Κέρβερος, ὥστε νὰ τὰ ἔχει στὴν ἀποκλειστική του διάθεση.
Μὲ τὴ συνάντηση τοῦ περὶ πεπονίων χάικου θυμήθηκα καθαρὰ τὸν παπποῦ μου νὰ μὲ κρατάει ἀπὸ τὸ χέρι σφιχτὰ καὶ νὰ μὲ πηγαίνει κατευθείαν στὶς πρόθυμες ἐκεῖνες πεπονιές, οἱ ὁποῖες προηγούνταν στὴν καρποφορία. Ὁ δαιμόνιος γέρος καμουφλάριζε τὰ πρωτόφαντα πεπόνια μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ μὴ φαίνονται εὔκολα ἀπὸ μακριά. Μοῦ ἔδειχνε πῶς νὰ σκύβω μὲ ἀγάπη πάνω ἀπὸ τὴν κάθε ρίζα, πῶς νὰ παίρνω τὸν ἀναρριχητικό της κορμὸ καὶ νὰ τὸν ὁδηγῶ γύρω ἀπὸ τὸ πεπόνι, ὥστε μὲ τὰ δικά του φύλλα νὰ κρύβει τὸν λαχταριστὸ καρπὸ καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέπει τὴν διὰ τῆς θέας πρόσβαση σ’ αὐτόν. Ταυτόχρονα μίλαγε στὴν πεπονιὰ καὶ στὰ πεπόνια μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ μίλαγε καὶ σὲ μένα, λὲς καὶ ἦταν σὲ θέση νὰ τὸν καταλάβουν πλήρως. «Καημένη μου πεπονιά, ἁπλώσου καὶ πρὸς τὰ ἐδῶ, γλυκό μου πεπονάκι, βάλε αὐτὸ τὸ φύλλο πάνω σου, ἐσὺ φιλαράκο γιατὶ βγάζεις τὴν οὐρά σου ἔξω ἀπὸ τὴ φυλλωσιά, θὰ σὲ φάει ὁ ἥλιος, ἔλα ἀπὸ ἐδῶ, ὄπ ὄπ, ποῦ πάει αὐτὸς ὁ ἀλιτήριος, κοίτα τον ποὺ πῆρε τὸν κακὸ δρόμο, γύρνα πίσω».
Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς τρυφερῆς ὅσο καὶ νοητῆς αὐτῆς συνομιλίας, ποὺ ἄλλοτε μοῦ φαινόταν ἀφελὴς καὶ διασκεδαστικὴ καὶ ἄλλοτε μυστικοπαθής, συνέβαινε ὅταν πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἐλέγχου ἔσκυβε πάνω ἀπὸ τὰ πεπόνια του, τὰ χτύπαγε ἐλαφρὰ καὶ χαϊδευτικὰ στὴ ράχη τους καὶ τὰ προέτρεπε μὲ ὅση πειθὼ ἔβγαινε ἀπὸ τὴ γλύκα τῆς φωνῆς του: «ἄντε, νὰ προσέχετε καὶ μοναχά σας, μὴν τὰ περιμένετε ὅλα ἕτοιμα».
Καί, καθὼς σηκωνόταν, περιέφερε ἀκόμα μιὰ τελευταία φορὰ τὰ μάτια γύρω του ἐξεταστικά, ἐρευνοῦσε ὅλον τὸν ὁρίζοντα γιὰ τυχὸν ὕποπτες κινήσεις καὶ ἱκανοποιημένος ὕστερα ὥς τὰ ἔγκατα, ἅρπαζε πάλι τὸ χέρι μου καὶ ἐπιστρέφαμε στὸ σπίτι, ἐκεῖνος λέγοντας κι ἐγὼ ἀκούγοντας ἤ ἐγὼ ρωτώντας κι ἐκεῖνος ἀπαντώντας ἀκούραστα.
Τὰ πεπόνια πάντως, τόσο ἐκεῖνα τοῦ Ἴσσα ὅσο κι ἐκεῖνα τοῦ παπποῦ μου, ἔπρεπε κάτι νὰ κάνουν κι ἀπὸ μόνα τους. Νὰ προβοῦν δηλαδὴ σὲ μεταμορφώσεις καὶ μάλιστα τέτοιες ποὺ μόνον ἡ καθημερινὴ μαγγανεία τοῦ ἀνοιχτοῦ ὁρίζοντα μπορεῖ νὰ σκαρφιστεῖ καὶ νὰ ἐπιτελέσει.

