Στον Παναγιώτη Νικολαΐδη
Περασμένα μεσάνυχτα
Ένας κτύπος στην πόρτα
αναστατώνει τη βραδινή ησυχία
Ένας κτύπος ξερός, μοναχικός
σαν παράκληση αγνώστου
ή ειδοποίηση που φιλεύσπλαχνα
συνέτρεξε
Άφησα κάτω τα κομμάτια μου
και φόρεσα τα καλά μου
Ύστερα γύρισα το χερούλι
Η Αντιγόνη μέσα στο σάβανο
χαμογελούσε
Μη φοβάσαι! Ο Κρέων δεν είναι δω
Και τίποτα δεν μου στέρησε η ζωή
αγαπώντας την τιμή του Πολυνείκη
Κι ας λένε κάποιοι
πως είναι το νεκρό κορμί του
που αγάπησα
σε μια μιαρή ερωτοτροπία
αίματος
Αδιανόητο καν να το σκεφτείς!
Άλλοι, όμως, ακόμα
με επικαλούνται
λεν πως είμαι μες στο άγραφο
η ζωή
καθώς φεγγοβολώ
στην Άνοδο
Σώμα της Καθόδου
Και με νοσταλγούν
Κάποτε στη μνήμη
γυαλίζει πιο πολύ η άβυσσος
«απ’ αυτό που ξεσκεπάζεται
μπροστά στα μάτια».

