Κωνσταντίνος Καλαϊτζάκης

Η συνάντηση πολιτικής και πολιτισμού: ο Μ. Αναγνωστάκης στην Αυγή (1981-1984)

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης δημοσίευε κείμενά του στην Αυγή από το 1963 ώς και το 2002[1]. Τα κείμενά του πληθαίνουν στα χρόνια 1976-1989, ιδίως από το 1981 και έπειτα, όταν ξεκίνησε να συμμετέχει στη διεύθυνση της φιλολογικής σελίδας της εφημερίδας. Υπέγραφε ως: Μανόλης Αναγνωστάκης, Μ. Αν., Σωκρ. Λαζαρίδης[2], Ω, Μανούσος Φάσσης και Θ. Λ. – παραπέμπει στο θείος Λένον με το οποίο παρουσιάστηκε στο περιοδικό Θούριος[3]. Η δημιουργία ενός ψευδωνύμου, κατά την Άντεια Φραντζή, «διαμορφώνει το πλαίσιο ελευθερίας στη διατύπωση απόψεων από τον συγγραφέα και τον διευκολύνει στο να αρθρώσει με μεγαλύτερη άνεση σκέψεις και κρίσεις που ενδεχομένως θα ενοχλήσουν πολλούς. Ωστόσο, η αποκάλυψη από τον ίδιο της ψευδωνυμίας του, με άμεσο ή και έμμεσο, έστω, τρόπο, δηλώνει συγχρόνως την ανάληψη της ευθύνης για τις απόψεις και την κριτική που έχει ασκήσει»[4] – δεν είναι λίγες οι φορές, προσθέτουμε εμείς, που στην ίδια στήλη υπογράφει δύο κείμενα με άλλο όνομα, το ένα, παραδείγματος χάριν, ως Μ. Αν. και το άλλο ως Θ. Λ[5].

Στο κείμενο αυτό, θα εστιαστούμε στα κείμενα που δημοσίευσε από το 1981 ώς και το 1984. Η τριετία αυτή επιλέχθηκε διότι το ’81 ήταν υποψήφιος βουλευτής Θεσσαλονίκης και το ’84 υποψήφιος ευρωβουλευτής με το ΚΚΕ εσωτερικού. Θέλουμε λοιπόν να εξετάσουμε πώς ισορροπούσε αυτά τα χρόνια τις δύο του ιδιότητες, του ποιητή-διανοουμένου και του εν δυνάμει πολιτικού, και το αν, το πώς και το πόσο η πολιτική του ιδεολογία και ταυτότητα επηρέαζε τη στάση του απέναντι στις τέχνες, στα γράμματα και στον πολιτισμό.

Στην πλειοψηφία των κειμένων του, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του τίθεται ο πολιτισμός και τα πολιτιστικά δρώμενα. Το 1983, παραδείγματος χάριν, έτος Καβάφη, χαρακτήριζε ως «παρήγορο σημάδι» την πληθώρα αφιερωμάτων που έγιναν για τον ποιητή, παρατηρώντας όμως ότι «μεγάλο μέρος των δημοσιευμάτων ασφαλώς δεν διεκδικεί πιθανότητες επιβίωσης πέραν της επικαιρότητας. Επαναλήψεις, συσσωρεύσεις λεπτομερειών, ανεκδοτολογία. Και υπερβολικός φιλολογικός και σχολαστικός φόρτος που προϋποθέτουν εξειδικευμένο και εξίσου σχολαστικό αναγνώστη»[6]. Το 1981, αντίστοιχα, έτος Σικελιανού, αξιολογούσε θετικά το να τιμάται από το κράτος ένας ποιητής τέτοιου βεληνεκούς, αναρωτιόταν όμως αν οι εκδηλώσεις που οργανώνονταν ανταποκρίνονταν στα αιτήματα της εποχής ή είχαν μουσειακό χαρακτήρα[7]. Αναφερόταν μάλιστα στην υποκριτική και μισαλλόδοξη στάση της Δεξιάς απέναντι στον ποιητή, που παλιότερα τον αντιμετώπιζε με περιφρόνηση, και παρατηρούσε ότι η «μισαλλοδοξία» αυτή ήταν γνώρισμα και της Αριστεράς· μπορεί μεν να ενδιαφερόταν για την «πνευματική ελευθερία, την ανάγκη συμπαράστασης προς τον πνευματικό άνθρωπο» και να ήταν «δεμένη με την κουλτούρα», πολεμούσε δε με εξοντωτικά μέσα ό,τι «δεν της πάει». Ο Αναγνωστάκης δήλωνε ρητά ότι εχθρεύεται οποιοδήποτε «δόγμα» (εκκλησιαστικό, στρατιωτικό, κομματικό) και σημείωνε ότι η Αριστερά θα έπρεπε να αποδείξει με πράξεις, όχι με λόγια, ότι η «μισαλλοδοξία» ήταν μια ιδιότητα «ξένη» για εκείνη[8]. Επιζητώντας την ποιότητα και αδιαφορώντας για την ποσότητα, ο Αναγνωστάκης ενδιαφερόταν ο πολιτισμός να μην είναι κενός νοήματος, να μην είναι εκμεταλλεύσιμος απ’ την εκάστοτε εξουσία προς ίδιον όφελος και να αξιοποιείται με τέτοιο τρόπο, προκειμένου να έχει νόημα στο παρόν και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του λαού.

Χαρακτηριστικό της επιφυλλιδογραφίας του Αναγνωστάκη είναι η διαρκής θέλησή του για δημόσιο διάλογο με άλλα έντυπα, ιδίως με τον Ριζοσπάστη – την εφημερίδα-αντίπαλο, όργανο του ΚΚΕ. Σε κείμενο δημοσιογράφου στην εν λόγω εφημερίδα, όπου ζητούσε τη συμπαράσταση των πνευματικών ανθρώπων στον «σοσιαλιστικό-ρεαλιστικό στόχο» και υποστήριζε πως σε όποια χώρα επικράτησε ο κομμουνισμός συνέβη και μια δεύτερη επανάσταση (η πολιτιστική), ο Αναγνωστάκης απαντούσε λέγοντας πως είναι οξύμωρο να εκφράζονται τέτοιες απόψεις από υπέρμαχους ενός κόμματος με ιστορικό προπηλακισμών διανοουμένων που εξέφεραν αντίθετες απόψεις, και ενός κόμματος που επιχειρούσε να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον, προσποιούμενο πως ενδιαφερόταν για τον πολιτισμό[9]. Σε άλλο κείμενό του, καυτηρίαζε τη Ρίτα Μπούμη-Παπά, η οποία απ’ τις στήλες του Ριζοσπάστη κατηγορούσε την Αυγή για τη διάσπαση της Αριστεράς και για τη διχόνοια που επικρατούσε στους κόλπους της. Ειρωνικά διακείμενος προς την ποιήτρια, χαρακτήριζε «συντριπτικά» τα λόγια της, προερχόμενα «εκ γραφίδος ογκολίθου των γραμμάτων μας»[10]. Αντιδρούσε επίσης σε δημοσίευμα, στο οποίο ο συντάκτης του παραπονιόταν για την απουσία γυναικών και «προοδευτικών» συγγραφέων από τα σχολικά εγχειρίδια. Ο Αναγνωστάκης δεν συμμεριζόταν την αγανάκτησή του· με μία πρόχειρη έρευνα διαπίστωνε πως ανθολογούνταν πολλές γυναίκες συγγραφείς (Πηνελόπη Δέλτα, Μαρία Πολυδούρη, Μέλπω Αξιώτη, Μαργαρίτα Λυμπεράκη κ.ά.), και πολλοί «προοδευτικοί» (Άρης Αλεξάνδρου, Τάσος Λειβαδίτης, Τίτος Πατρίκιος, Μανόλης Αναγνωστάκης κ.ά.), συμπεριλαμβάνοντας τον εαυτό του ανάμεσα σ’ αυτούς, με ένα ειρωνικό παιχνίδι αυτοαναφορικότητας – το κείμενο το υπέγραφε ως Θ. Λ.[11].

Πέραν του Ριζοσπάστη, η συνομιλία του Αναγνωστάκη συνεχίζεται ανελλιπώς και με άλλες εφημερίδες· σε άρθρο του στο Έθνος, ο Θεόφιλος Φραγκόπουλος τασσόταν κατά της δημιουργίας ενός ιδιωτικού ραδιοφωνικού σταθμού από τον Αβέρωφ, διότι απώτερος σκοπός του ήταν να ασκήσει αντιπολίτευση στην κυβέρνηση Παπανδρέου και θα έπληττε σοβαρά τον επίσημο κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό. Εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του που ο Φραγκόπουλος εξέφραζε τέτοιες απόψεις, ο Αναγνωστάκης διαπίστωνε ότι είχε χαθεί κάθε διάθεση ανταγωνισμού, συναγωνισμού, πνευματικής σύγκρουσης, και το μόνο που ενδιέφερε ήταν να αναπαράγονται οι απόψεις του κυβερνώντος κόμματος. Ο ραδιοφωνικός σταθμός του Αβέρωφ όφειλε να υπάρχει· η ύπαρξή του ενίσχυε τη δημοκρατία και τον σοσιαλισμό, βασικά θεμέλια του οποίου είναι η ελεύθερη διακίνηση ιδεών και ο δημόσιος διάλογος: «Ο σοσιαλισμός που οραματιζόμαστε, το μόνο πράγμα που δεν θα πρέπει να φοβάται –γιατί αλλιώς δεν θα γίνει ποτέ σοσιαλισμός– είναι ο αντίλογος. Να πεις εσύ. Να πω κι εγώ. Κι ο λαός (χωρίς κηδεμόνες και μεσσίες) να κρίνει – κι έχει το δικαίωμα να σφάλλει»[12]. Έγραφε άλλωστε αλλού για τη σπουδαιότητα της ελεύθερης εκφοράς λόγου κι αντιλόγου: το «ΠΡΩΤΟ και μέγα βέβαια αγαθό της δημοκρατίας, η εκφραστική ελευθερία, η δυνατότητα κριτικής χωρίς τον φόβο συνεπειών, η άσκηση του ελέγχου. ΑΛΛΑ από κοντά, και αλληλένδετα, και η απαίτηση αυξημένης ευαισθησίας από τους κρινομένους, η σωστή αντίδραση, η αντρίκια παραδοχή λαθών και παραλείψεων. ΑΥΤΟ το δεύτερο δεν το βλέπουμε συχνά ή μάλλον δεν το βλέπουμε σχεδόν καθόλου»[13].

Το ενδιαφέρον του Αναγνωστάκη στρεφόταν και στα λογοτεχνικά περιοδικά, τα οποία τοποθετούσε σε δεσπόζουσα θέση διότι, κατά τη γνώμη του, αποτελούσαν τον κινητήριο μοχλό διαμόρφωσης της κουλτούρας και του πολιτισμού και διακρίνονταν για τον συλλογικό και πολυφωνικό τους χαρακτήρα σε σχέση με το βιβλίο που αποτελεί μια «αυστηρά προσωπική υπόθεση»[14]. Έψεγε λοιπόν τον ανώνυμο συντάκτη του περιοδικού Αντί, στο τελευταίο τεύχος του οποίου σχολίαζε επιτιμητικά τη νεανική ποιητική δραστηριότητα του Γιώργου Πέτσου[15], που τότε απασχολούσε την πολιτική επικαιρότητα: «Δεν γελοιοποιείται μ’ αυτόν τον τρόπο ένας δημόσιος άντρας επειδή έτυχε σε πολύ μικρή ηλικία […] να γράψει και να τυπώσει ανώριμους ή και ανόητους ακόμα στίχους […]. Αν ψάξει κανείς, θα βρει εύκολα […] τέτοια παρεμφερή νεανικά αμαρτήματα. Αποδεικνύει τίποτα αυτό; Ή θυμίζει […] μεθόδους “φακελώματος”, έστω κι αν εδώ δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική συνέπεια αλλά όλα γίνονται για να γελάσουμε;» Αυτό που φόβιζε τον Αναγνωστάκη ήταν η διαιωνιζόμενη αντίληψη ότι ένας πολιτικός που έχει βλέψεις προς την τέχνη χάνει την πολιτική σοβαρότητά του λόγω των νεανικών ποιητικών του «ατοπημάτων»[16]. Ο Δημήτρης Κόκορης, που έχει σχολιάσει το εν προκειμένω κείμενο, επισημαίνει πως ο Αναγνωστάκης επιδεικνύει «κριτικό ήθος», τονίζοντας πως ο πολιτικός επιβάλλεται να κρίνεται ως πολιτικός· θα ήταν θεμιτό ο Πέτσος να κριθεί ως ποιητής σε βιβλιοκριτικό ή φιλολογικό περιβάλλον, είναι όμως χλευαστικό να κρίνεται ως πολιτικός, επειδή στο παρελθόν κατέθεσε δείγματα των καλλιτεχνικών του τάσεων και ανησυχιών[17].

Στηλίτευε ακόμη τον εκπρόσωπο του εκδοτικού οίκου «Σύγχρονη Εποχή», ο οποίος σε συνέντευξή του στο περιοδικό Διαβάζω έλεγε πως στο βιβλιοπωλείο τους πωλούν μονάχα τα «έγκυρα μαρξιστικά βιβλία», αυτά «που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις γενικές αρχές του μαρξισμού-λενινισμού» και που «μεταδίνουν κάποιο προοδευτικό κοινωνικό μήνυμα». Θεωρώντας ακατανόητες τις δηλώσεις του, ο Αναγνωστάκης σχολίαζε ειρωνικά: «μόλις πέσει ένα βιβλίο στα χέρια σας, προτού το ανοίξετε […] τρέξατε στη “Σύγχρονη Εποχή”, όπου εκεί “έχουμε οχτώ ειδικευμένους υπαλλήλους” […] που διαβάζουν τα βιβλία που μπαίνουν στο βιβλιοπωλείο […] Ηρέμησε λοιπόν, αγαπητέ αδαή αναγνώστη, αυτοί οι “οχτώ ειδικευμένοι υπάλληλοι”, φρουροί ακοίμητοι του κοινωνικού, του αισθητικού, ου μην και του ηθικού σου (προπαντός) προσανατολισμού, τα φροντίζουν όλα πριν από σένα και για σένα. Τι άλλο θέλεις; Ή μήπως κάτι ψέλλισες για “λογοκρισία” και δε συμμαζεύεται; […] Αυτό το πράγμα λέγεται “επιλογή”, γιατί αυτοί ξέρουν, ενώ εσύ, πτωχέ άνθρωπε, δεν ξέρεις»[18].

Παράλληλα με τα έντυπα, ο Αναγνωστάκης σχολίαζε γενικότερα την πολιτιστική επικαιρότητα: την εκπομπή «Θέματα και βιβλία» που προήγαγε τη συνομιλία μεταξύ των συμμετεχόντων και δεν αναλωνόταν μονάχα στην παρουσίαση βιβλίων[19]· την υπόθεση «Γκασταρμπάιτερ», τηλεοπτικού σήριαλ που κατηγορούνταν ότι είχε αντιγράψει δύο πολύ γνωστά βιβλία του Γιώργου Ματζουράνη[20]· τα «επιμορφωτικά προγράμματα» της ΕΡΤ, όπως για παράδειγμα ένα από τα τηλεπαιχνίδια της στο οποίο οι διαγωνιζόμενοι άκουγαν τραγούδια και είχαν διπλό όφελος: αν έβρισκαν τον τίτλο του τραγουδιού, κέρδιζαν χρήματα –αφορολόγητα μάλιστα– ενώ γίνονταν «ξεφτέρια σ’ όλα τα γκραν σουξέ, στα τσιφτετέλια, στα ινδικά, στα ζεϊμπέκικα, κι από κοντά λίγος Χατζιδάκις και Μούτσης»[21]· τα σήριαλ της ελληνικής τηλεόρασης που, για να ανεβάσουν την ακροαματικότητά τους, να ξεφύγουν απ’ τις κοινοτοπίες και να συμβάλουν στην πνευματική αναμόρφωση του Έλληνα που δεν διαβάζει και πολύ, προσέφευγαν στην πεζογραφία του παρελθόντος, αλλοιώνοντας αισθητά το περιεχόμενο των κειμένων[22].

Σχετικά με τη στάση των διανοουμένων και των πνευματικών ανθρώπων, ο Αναγνωστάκης πίστευε πως όφειλαν να εκφέρουν αδέσμευτο και αντιδογματικό δημόσιο λόγο για φλέγοντα ζητήματα. Στο στόχαστρό του, σε πολλά από τα κείμενά του, ήταν το ΚΚΕ και η στάση που κρατούσαν οι πνευματικοί άνθρωποι που ήταν υποστηρικτές του. Αντί να βγουν δημόσια να μιλήσουν για τις απαγορεύσεις βιβλίων απ’ τα βιβλιοπωλεία που δεν υπάκουαν στο δόγμα και γενικότερα για τη λογοκρισία και την ηγεμονία που προσπαθούσε να επιβάλει το ΚΚΕ στον χώρο της Αριστεράς, προτιμούσαν να γράφουν πύρινους λόγους στον Ριζοσπάστη για διάφορα άλλα ζητήματα, αποσιωπώντας συνειδητά τα παραπάνω. Ο τρόπος λειτουργίας του κόμματος άλλωστε, κατά τον Αναγνωστάκη, ήταν γνωστός: «Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι απόψεις σου αφού δεν μπορώ πια να τις ελέγξω […] λέγε ό,τι θέλεις για την ποίηση ή την ελληνικότητα στη μουσική, πες και για σουρεαλισμό κανένα καλό λόγο ή για το ροκ, δεν έχει σημασία […] αλλά το Κόμμα ένα πράγμα σου ζητά, δεν είναι πολύ. Μην τύχει και βάλεις μια υπογραφή ποτέ για την Τσεχοσλοβακία, μην πεις τίποτα για το Αφγανιστάν, μην πας σε καμιά συζήτηση για την Πολωνία […] μην ειρωνευτείς, προς Θεού, τον Μπρέζνιεφ επειδή πήρε το Α΄ βραβείο λογοτεχνίας, μην σε παρασύρουν και σου πουν πως εκτελούνταν κάθε μέρα κομμουνιστές στην Περσία –αυτοί δεν είναι δικοί μας κομμουνιστές, είναι άλλοι–, για όλα αυτά σιωπή, σιωπή. Κατά τα άλλα είσαι ελεύθερος, δε σου ζητούμε πολλά, ποιος συκοφάντης είπε πως εμείς επεμβαίνουμε στη δημιουργική σου δουλειά και σε καπελώνουμε;»[23].

Ο πνευματικός άνθρωπος όφειλε ακόμη να προσαρμόζεται στις προκλήσεις της Ιστορίας· με αφορμή την επίσημη ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981, που, κατά τη γνώμη πολλών, «θα μας ρήμαζε οικονομικά, θα μας αλλοτρίωνε πολιτικά, θα μας ταπείνωνε εθνικά [και η] Μεγάλη Καταστροφή θα γινόταν στον πολιτιστικό τομέα», σχολίαζε το 1984 ο Αναγνωστάκης ότι τότε ξαφνικά, λόγω του υποτιθέμενου επικείμενου κινδύνου, «ανακαλύψαμε πως ήμασταν μια χαρά τόπος, μια χώρα υπερήφανη, ευτυχισμένη, αυτάρκης, χωρίς ξενόφερτες επιρροές, με πολιτική ταυτότητα ατίμητη, αλώβητη από τα μονοπώλια και τις πολυεθνικές – και ξαφνικά έρχονται οι λύκοι». Πολλοί μάλιστα, που τους χαρακτήριζε «νάρκισσους της μιζέριας», πίστευαν ότι οι κύκλοι της ΕΟΚ θα επέφεραν πολιτιστική παρακμή, διότι αντιμετώπιζαν εχθρικά τον άνθρωπο, αξιοποιώντας προπαγανδιστικά κάθε εκδήλωση της τέχνης. Για τον ίδιο, η ΕΟΚ δεν ήταν η «θελκτικότερη αγκαλιά. Δεν είναι ο ροδοστρωμένος δρόμος. Αλλά εμείς φοβόμαστε να ξεμυτίσουμε απ’ το σοκάκι, να ξανοιχτούμε στις λεωφόρους. Μας πανικοβάλλουν οι λεγόμενες “προκλήσεις” της Ιστορίας. Αλλά αυτή φυσικά προχωρεί […] τρέχει και δε μας ρωτά»[24].

Αξίζει να σχολιάσουμε ότι η πνευματική-πολιτιστική κρίση που ο Αναγνωστάκης πίστευε ότι διάγουν στην εποχή του, ήταν αποκύημα της πολιτικής κρίσης. Η πολιτιστική κατάσταση της χώρας ήταν καθρέφτης της πολιτικής ζωής του τόπου, όπου επικρατούσε η «ανευθυνολογία», η «στείρα συνθηματολογία» και ο «φαβοριτισμός», και η πολιτική έκπτωση οφειλόταν στην έκπτωση της γενιάς του. Η λύση, για τον ίδιο, δεν ήταν να επιβληθούν περιορισμοί στην τέχνη, αλλά να δοθεί χώρος στην ελεύθερη έκφραση και να αλλάξει ο τρόπος ζωής των ανθρώπων σε όλους τους υπόλοιπους τομείς[25]. Κρίση εντόπιζε και στην πολιτική αρθρογραφία της Ελλάδας· οι πολιτικοί αρθρογράφοι απλώς σχολίαζαν γεγονότα, δεν δημιουργούσαν· «κανένας αρθρογράφος σήμερα δεν ρίχνει κυβερνήσεις», έλεγε, θυμίζοντας τον γνωστό στίχο του ποιήματός του. Η ιδεατή πολιτική αρθρογραφία, για τον ίδιο, ήταν η αρθρογραφία-ψάξιμο ιδεών, εκείνη που προξενεί ανησυχία: ο αρθρογράφος, ανεξαρτήτως των απαιτήσεων του κοινού, εκθέτει το θέμα που επιθυμεί, αδιαφορώντας για τυχόν συνέπειες[26]. Με αμηχανία στεκόταν ακόμη σε κείμενα αριστερού περιεχομένου και προβληματισμού· παρατηρούσε τους νέους να προσπαθούν απεγνωσμένα να χρησιμοποιήσουν λέξεις-τσιτάτα («ιμπεριαλισμός» ή «κομπραδόρικο»), μια προσπάθεια που παλαιότερα οδηγούσε στον λαϊκισμό, ωστόσο στις μέρες του κατέληγε στον ελιτισμό: «η περίτεχνη πλουμιστή διατύπωση, η εξεζητημένη δομή της φράσης, η επιδεικτική περιφρόνηση της “αγοραίας” λέξης, τα κακοχωνεμένα δάνεια σημειολογικών αναφορών, οι λογοτεχνικές περικοκλάδες, χαρακτηρίζουν αυτή την ελιτιστική τάση». Για τον Αναγνωστάκη, ένας τέτοιος πολιτικός λόγος, με απώτερο στόχο την κριτική, τον έλεγχο και την παρέμβαση, δεν είχε καμία απολύτως εμβέλεια. Ο πολιτικός λόγος όφειλε να αποβλέπει πάντα σε ένα ακροατήριο, διαφορετικά καταντούσε ναρκισσιστική ενασχόληση και «πολιτική για την πολιτική»[27].

Όπως επισημαίνει η Μαρία Κασσεροπούλου, ο Αναγνωστάκης ήθελε με την παρουσία του στην Αυγή να παρέμβει στη διαμόρφωση του μεταπολιτευτικού διανοητικού πεδίου ως ενεργός πολίτης και ως πνευματικός άνθρωπος. Απέρριπτε την εξιδανικευμένη και μυθοποιημένη εκδοχή της Ιστορίας και ζητούσε την αντικειμενική καταγραφή του βιώματος της εποχής του. Η κυριαρχία των ΜΜΕ, η πληθώρα των εκδηλώσεων και η συμφόρηση των εντύπων συνέθετε τη «μαζική κουλτούρα», που καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα μετά τη δικτατορία και, σύμφωνα με την αριστερή κριτική, λειτουργούσε διαβρωτικά για τους ανθρώπους, δημιουργώντας τους ιδεολογική σύγχυση, και είχε στόχο τη διασκέδαση, την απελευθέρωση και τη φυγή από την πραγματικότητα, προπαγανδίζοντας την υπακοή και την προσαρμογή των ανθρώπων στην επικρατούσα κατάσταση. Σε αντίστιξη προς τη «μαζική κουλτούρα», ο Αναγνωστάκης αντιπρότεινε την «ποιοτική κουλτούρα», που εξασφάλιζε την ομαλότητα στις κοινωνικές σχέσεις και παρείχε τα εχέγγυα για τη σωστή λειτουργία του κοινωνικού συνόλου[28].

Συνοψίζοντας· οι θέσεις και οι απόψεις του Αναγνωστάκη συμβάδιζαν με αυτές του ΚΚΕ εσωτερικού και ήταν ταυτόχρονα επικριτικές προς τις θέσεις και τις πρακτικές του «δογματικού», όπως το χαρακτήριζε, ΚΚΕ. Όσο φαινομενικά αδογμάτιστες κι αν μοιάζουν οι απόψεις του, είχαν ως αφετηρία μια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία και στρέφονταν προς ποικίλες πολιτικές κατευθύνσεις. Τασσόταν ωστόσο υπέρ του δημοσίου διαλόγου, θεωρώντας επιτακτική και υποχρεωτική την ύπαρξη αντιλόγου. Υψίστης σημασίας χρέος του διανοουμένου και του πνευματικού ανθρώπου ήταν να δίνει χώρο στις αντίθετες απόψεις και να εκφέρει αντιδογματικό δημόσιο λόγο, όντας υπεράνω ιδεολογικών και πολιτικών δεσμών. Χρέος του ακόμη ήταν να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της εποχής και να αποβάλλει τον συντηρητισμό· η προοδευτικότητα όμως που έπρεπε να επιδεικνύει, δεν ήταν η άκριτη υιοθέτηση ό,τι καινούριου ανακύπτει, αλλά ο εντοπισμός του «καίριου» σε αυτό το καινούριο[29]. Απ’ ό,τι συναγάγεται, ο Αναγνωστάκης δεν έβλεπε ελιτίστικα τη θέση του διανοουμένου στην κοινωνία, που λειτουργούσε ως εκ των άνω αναμορφωτής, αλλά θεωρούσε ότι ήταν οργανικό και ζωτικό μέρος της κοινωνίας: διαμόρφωνε μεν αντιλήψεις, άφηνε δε το περιθώριο στον λαό να τον αμφισβητήσει.

Επώνυμα ή ανώνυμα, ο Αναγνωστάκης είχε τις κεραίες του στραμμένες σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτικού και του πολιτιστικού βίου, επιχειρώντας παρεμβάσεις σε όσα ζητήματα θεωρούσε ότι έχρηζαν σχολιασμού και προβληματισμού. Η στάση αυτή δείχνει ένα ακόμη «πρέπει» που όφειλε ο διανοούμενος να ακολουθεί: να παρακολουθεί την επικαιρότητα και να τη σχολιάζει εγκαίρως, θετικά ή αρνητικά. Πρωτεύον ζήτημα στα άρθρα του, ακόμη και στις προεκλογικές του ομιλίες, ήταν ο πολιτισμός, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα λογοτεχνικά ζητήματα. Ουκ ολίγες φορές στα άρθρα του προέτασσε φράσεις συγγραφέων ή τις παρέθετε εντός του κειμένου (Καβάφη, Ροΐδη, Σεφέρη, Σολωμού)[30], καθιστώντας σαφές πως ένας πνευματικός άνθρωπος, που ήθελε να μιλήσει για το παρόν, όφειλε να έχει ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με τους προγενέστερους. Ο πολιτισμός αποτελούσε την αφετηρία για να αξιολογήσει και να εποπτεύσει κανείς την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η εκάστοτε εποχή, ενώ ήταν ο χώρος που μπορούσε να επιφέρει ριζικές αλλαγές και να συμβάλει στην ανανέωση των συντηρητικών ιδεών – ιδίως της Αριστεράς, της οποίας επιζητούσε αδιάλειπτα την ανανέωσή της. Οφείλουμε, έλεγε, να «περιφρουρήσουμε [την κουλτούρα] γιατί είναι ο ζωτικός μας χώρος, είναι η αναπνοή μας, είναι η δικαίωση, αν θέλετε, της ύπαρξής μας»[31].

[1] Μανόλης Αναγνωστάκης, «Δύο σύντομα κείμενα συμπαράστασης στην υπόθεση Λαμπράκη», Η Αυγή, 1 Ιουνίου 1963 (το πρώτο κείμενο του Αναγνωστάκη που εντοπίζει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στην Αυγή)· Μ. Αναγνωστάκης, «Μήνυμα του Μ. Αναγνωστάκη [στην εκδήλωση για τα 80χρονα του Τάσου Λειβαδίτη]», Η Αυγή, 14 Απριλίου 2002 (το τελευταίο κείμενο του Αναγνωστάκη που εντοπίζει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στην Αυγή), βλ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Βιβλιογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη (1941-2023), Όμιλος Φίλων του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, Ρούστικα 2024, σσ. 42 και 106.

[2] Σωκρ. Λαζαρίδης, «Ένας Ρωμιός λιγότερος…», Η Αυγή, 6 Σεπτεμβρίου 1981. Για το ψευδώνυμο, βλ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ό.π., σ. 68.

[3] Για τη σημασία των αρχικών Θ. Λ., βλ. Κωστής Λιοντής, «Ο θείος Λένον που σ’ όλα απαντά», Η Καθημερινή, 4 Δεκεμβρίου 2005 και Γιώργος Ζεβελάκης, «Τριάντα χρόνια με τον Μανόλη Αναγνωστάκη», Τhe booksjournal, 23 Ιουνίου 2025.

[4] Άντεια Φραντζή, «Ο θείος Λένον και ο “Ανώνυμος”», Η Αυγή, 17 Ιανουαρίου 2016.

[5] Βλ. Μ. Αν., «Φοβάμαι…» και Θ. Λ., «Ε, όχι…», Η Αυγή, 27 Νοεμβρίου 1983. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι η αρθρογραφία του στην Αυγή αποτέλεσε τον «προπομπό» του βιβλίου Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του. Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης (Στιγμή, Αθήνα 1987). Ο ειρωνικός, και κάποιες φορές περιπαικτικός, χαρακτήρας των δημοσιευμάτων του, η επέμβαση σε πολιτιστικά-λογοτεχνικά γεγονότα, η σαρκαστική αυτοαναφορικότητα και γενικότερα το ύφος του είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που υιοθέτησε και στο βιβλίο του.

[6] Θ. Λ., «Παρήγορο σημάδι», Η Αυγή, 6 Νοεμβρίου 1983.

[7] Μ. Αν., «1981: “Έτος Σικελιανού”: Μουσειακές εκδηλώσεις ή ουσιαστικό πνευματικό αίτημα;», Η Αυγή, 19 Ιουλίου 1981.

[8] Μ. Αν., «Περί μισαλλοδοξίας», Η Αυγή, 19 Ιουλίου 1981.

[9] Ω, «Η “συμπαράσταση” και η “αλήθεια” που προβάλλουν από μόνες τους», Η Αυγή, 13 Σεπτεμβρίου 1981.

[10] Ω, «Παλαιοί προς νεότερους», Η Αυγή, 31 Ιανουαρίου 1982.

[11] Θ. Λ., «Και όμως οι γυναίκες δεν απουσιάζουν…», Η Αυγή, 2 Νοεμβρίου 1983.

[12] Μ. Αν., «Ραδιοφωνία και… Αντίσταση ή “Οι τρελάκηδες των Εφ Εμ”», Η Αυγή, 10 Ιανουαρίου 1984.

[13] Θ. Λ., «Αποκλεισμοί…», Η Αυγή, 19 Απριλίου 1984.

[14] Μ. Αν., «Τα περιοδικά και η εποχή: ένας δίαυλος επικοινωνίας», Η Αυγή, 1 Δεκεμβρίου 1983 και Μ. Αν., «Παλιά και νέα περιοδικά: αναλογίες και διαφορές», Η Αυγή, 2 Δεκεμβρίου 1983.

[15] Βλ. Αντήνωρ, «Ποιος θα πληροφορήσει τον λαό για την “υπόθεση Πέτσου”» και Ανυπόγραφο, «Τα νεανικά ποιητικά χρόνια του Γιώργου Πέτσου. “Άνδρα δεν έχω άλλο φαγί, πάρε το χθεσινό/ π’ απέμεινε τυρί”», Αντί, τχ. 210, 23 Ιουλίου 1982, σσ. 4-5 και 11.

[16] Ω, «Τι μας φοβίζει…», Η Αυγή, 1 Αυγούστου 1982.

[17] Δημήτρης Κόκορης, «Όταν ο Μανόλης Αναγνωστάκης μάλωσε το Αντί», Τhe booksjournal, 16 Οκτωβρίου 2022.

[18] Ω, «Ψυχραιμία, παιδιά…», Η Αυγή, 15 Αυγούστου 1982.

[19] Θ. Λ., «Ναι στο βιβλίο…», Η Αυγή, 25 Οκτωβρίου 1983.

[20] Θ. Λ., «Τα δικαιώματα…», Η Αυγή, 12 Οκτωβρίου 1983. Επρόκειτο για τα εξής βιβλία: Γιώργος Ματζουράνης, Έλληνες εργάτες στη Γερμανία, Gutenberg, Αθήνα 1974 και Μας λένε γκασταρμπάιτερ, Θεμέλιο, Αθήνα 1977.

[21] Θ. Λ., «Εδώ τζόγος», Η Αυγή, 28 Ιανουαρίου 1984.

[22] Μανούσος Φάσσης, «Ελληνική πεζογραφία στην τηλεόραση: δυο κανάλια ζητούν συγγραφέα», Η Αυγή, 17 Φεβρουαρίου 1984.

[23] Μανόλης Αναγνωστάκης, «Αγώνας για την ανανέωση ή υποταγή στο δόγμα; Οι ευθύνες των πνευματικών ανθρώπων στις εκλογές», Η Αυγή, 27 Σεπτεμβρίου 1981. Κατέκρινε ακόμη την επιλεκτική ευαισθησία που επιδείκνυαν οι πνευματικοί άνθρωποι που συγκεντρώνονταν γύρω από το ΚΚΕ: «Μια ματιά να ρίξει κανείς γύρω του θα αποκαλύψει του λόγου το ασφαλές. Σε κάθε βήμα. Σε κάθε σελίδα των εφημερίδων. Και θα ζυγιάσει έτσι την “ευαισθησία” κάποιων πνευματικών μας ανθρώπων που περιμένουν με το ακουστικό στο χέρι να λάβουν πράσινο φως “υπευθύνως” πότε πρέπει να συγκινηθούν και να ξεσπαθώσουν και πότε πρέπει να κάνουν το κορόιδο, πότε πρέπει να γράψουνε δακρύβρεχτα ποιήματα ή φλογερά εμβατήρια και πότε να τους πιάσει αφλογιστία και μουγγαμάρα», βλ. Θ. Λ., «Κατευθυνόμενη ευαισθησία…», Η Αυγή, 17 Νοεμβρίου 1983.

[24] Μανόλης Αναγνωστάκης, «Οι διανοούμενοι μπροστά στην ευρωπαϊκή πρόκληση», Η Αυγή, 27 Μαΐου 1984.

[25] Βλ. τα κείμενα: Ω, «Η… “αποπατοποίηση” και ο “διδάσκαλος”», Η Αυγή, 13 Σεπτεμβρίου 1983 και Μανόλης Αναγνωστάκης, «Οι δημιουργοί, οι ρόλοι… και κάποιοι κίνδυνοι πραγματικοί», Η Αυγή, 18 Σεπτεμβρίου 1983.

[26] Μ. Αν., «Πολιτική αρθρογραφία: ανάμεσα στην “έκθεση” και την έρευνα των ιδεών», Η Αυγή, 31 Μαρτίου 1984.

[27] Μανόλης Αναγνωστάκης, «“Πολυτελής” και δραστική πολιτική γραφή», Η Αυγή, 30 Δεκεμβρίου 1984.

[28] Μαρία Κασσεροπούλου, «Η κριτική ως πολιτισμική παρέμβαση: ο Αναγνωστάκης ως κριτικός της Αυγής», στο Δημήτρης Κόκορης (επιμ.), Εισαγωγή στην ποίηση του Αναγνωστάκη. Επιλογή κριτικών κειμένων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2025, σσ. 307-314.

[29] Μανόλης Αναγνωστάκης, «Το σύνδρομο του Επιμηθέα (Ή: η αμηχανία των διανοουμένων απέναντι στους νεωτερισμούς)», Η Αυγή, 20 Μαΐου 1984.

[30] Βλ. Μανούσος Φάσσης, «“Δυσπιστείτε…” ή περί του “λογοτεχνικού ψώνιου”», Η Αυγή, 22 Ιανουαρίου 1984· Μανόλης Αναγνωστάκης, «Οι διανοούμενοι μπροστά στην ευρωπαϊκή πρόκληση», Η Αυγή, 27 Μαΐου 1984· Μανόλης Αναγνωστάκης, «Πολίτη, μη φοβάσαι…», Η Αυγή, 15 Ιουνίου 1984.

[31] Μανόλης Αναγνωστάκης, «Με την ανανέωση, για να περιφρουρήσουμε και να προωθήσουμε τις πολιτιστικές κατακτήσεις», Η Αυγή, 6 Οκτωβρίου 1981.

Κύλιση στην κορυφή