Ζωγραφική: Ανδρέας Πατράκης

Γιῶργος Κεντρωτής

Ὁ Σεφέρης μεταφράζει ἀρχαίους λυρικούς

Στὶς Μεταγραφές του, δηλαδὴ στὶς μεταφράσεις του ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ καὶ τὰ λατινικὰ στὰ νέα ἑλληνικά, ὁ Γιῶργος Σεφέρης ἔχει συμπεριλάβει ἕξι μεταφράσματα ἀπὸ τὴν ποίηση τῶν ἀρχαίων λυρικῶν, καὶ δή: δύο ἀπὸ τὸν Στησίχορο (τὰ ὑπ’ ἀριθμ. 8 καὶ 23), ἕνα ἀπὸ τὸν Ἀνακρέοντα (τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 21) καὶ τρία ἀπὸ τὸν Σιμωνίδη τὸν Κεῖο (τὰ ὑπ’ ἀριθμ. 26, 28 καὶ 141).

Ὁ Σεφέρης μετέφρασε/μετέγραψε[1] μερικὰ ἀρχαῖα λυρικὰ ποιήματα ὡς ἀσκήσεις ὕφους στὰ νέα ἑλληνικά. Δὲν τὸ λέει ἔτσι, ἀλλὰ ἔτσι τὸ ἐννοεῖ. Τὸ πρωτότυπο αὐτῶν τῶν μεταφρασμάτων του, ποὺ παραλήφθηκε ἀπὸ τὸν δεύτερο τόμο τῆς Lyra Graeca (Loeb) τοῦ J. M. Edmonds, βρίσκει νεοελληνικὴ φιλοξενία σὲ ἕνα φύλλο χαρτὶ (μεγέθους 17,5 Χ 25 ἑκατοστά) ποὺ ἀνήκει στὸ Τετράδιο Γυμνασμάτων Β´ τοῦ Σεφέρη.[2] Ὡς γυμνάσματα ἔβλεπε τὰ ἐν λόγῳ μεταφράσματά του ὁ Σεφέρης. Ἀξίζει τὸν κόπο νὰ διαβάσουμε τὴ σκέψη του σχετικὰ μὲ τὸν τρόπο της μεταφραστικῆς του προσέγγισης:

Μιὰ λέξη δὲν εἶναι ποτὲ μόνη της, ἐκτὸς ἂν τὴν ἀπομονώσουμε στὸ πολὺ χοντρὸ νόημά της· ἀπαρτίζεται ἀπὸ συνειρμοὺς ποὺ κάνουν καὶ τὴν αἰσθανόμαστε ριζωμένη σὲ ἄπειρες λεπτὲς ρίζες στὴ δική της γλώσσα […] Βέβαια τὸ πέρασμα τοῦ καιροῦ ἀλλάζει πολλὰ σὲ μιὰ λέξη […] Ὅμως, ὅσο κι ἂν τὸ πιστεύω αὐτό, δὲν μπορῶ νὰ πῶ, σὲ τελευταία ἀνάλυση, ὅτι ὅταν θέλω νὰ κάνω νοητὴ καὶ αἰσθητὴ στὴ σημερινὴ γλώσσα μας μιὰ λέξη ποὺ ἔζησε στὶς διάφορες ἀρχαιότητές μας, εἴτε τὴ διατηρήσαμε εἴτε ὄχι, τὴν ἀντικρίζω καὶ τὴ μεταχειρίζομαι μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ποὺ θ’ ἀντίκριζα καὶ θὰ μεταχειριζόμουν, ἐννοῶ μεταφράζοντας, λέξεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες.[3]

Συνελόντι εἰπεῖν γιὰ τὸν Σεφέρη (καὶ γιὰ τοὺς ἐχέφρονες), ἡ μετάφραση κειμένων ἀπὸ τὶς «διάφορες ἀρχαιότητές μας» εἶναι ὅπως ἡ μετάφραση τῶν κειμένων «ἀπὸ ξένες γλῶσσες» — τοῦτο δὲ ἀνεξαρτήτως τῆς ὅποιας ὁρολογίας.

Στὸ σπίτι τοῦ Σεφέρη τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πνεῦμα ἀπὸ τὶς καταβολὲς ἕως καὶ τὶς ὕστατες ἐμφανίσεις του ἦταν ζωντανό, ἦταν ἐν χρήσει, τόσο μέσῳ ἀναγνώσεων ὅσο καὶ διὰ μεταφραστικῶν ἐνασκημάτων. Ὁ πατέρας τοῦ ποιητῆ, ὁ Στέλιος Σεφεριάδης, ποὺ ὑπῆρξε κορυφαῖος νομικός, παράλληλα μὲ τὶς νομικὲς ἔρευνές του ὑπηρετοῦσε τὴ λογοτεχνία[4] καὶ τὴ μετάφραση· μετέφραζε ἀπὸ τὰ γαλλικά, τὰ ἀγγλικὰ, τὰ λατινικὰ καὶ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ σὲ γλώσσα δημοτική, κάτι πού, ὡς γνωστόν, έθεωρεῖτο τότε σκανδαλῶδες. Γράφει ὁ Σεφέρης σχετικά:

Θυμοῦμαι, δέκα χρονῶ, πρώτη φορὰ ποὺ μὲ πῆγαν στὸ Θέατρο, στὴ Σμύρνη, τὰ σφυρίγματα καὶ τοὺς γλωσσαμύντορες νὰ χτυπιοῦνται μὲ τοὺς ἄλλους θεατές· ἡ Κυβέλη καὶ ὁ Παπαγεωργίου παῖζαν Οἰδίποδα Τύραννο, μετάφραση τοῦ Στέλιου Σεφεριάδη, σὲ ριμαρισμένους δεκαπεντασύλλαβους.[5]

Ἀνάμεσα στὰ ἀρχαιοελληνικὰ μεταφράσματα τοῦ πατρὸς Σεφεριάδη συναντᾶμε καὶ ποιήματα τοῦ Ἀνακρέοντα δίπλα σὲ ἔργα τοῦ Σοφοκλῆ, τῆς Σαπφῶς καὶ τοῦ Μίμνερμου… τοῦ Ἀνακρέοντα, μὲ τὸν ὁποῖον καταπιάστηκε μεταφραστικῶς καὶ ὁ υἱὸς Σεφεριάδης, ποὺ ἀνέκαθεν ἤθελε νὰ σπουδάσει φιλολογία.[6] Ἀμέσως παρακάτω δίνουμε τὰ μεταφράσματά του ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους λυρικούς. Πρῶτα παρατίθεται τὸ ἑκάστοτε πρωτότυπο καὶ ἀμέσως κατόπιν τὸ σχετικὸ μετάφρασμα.

ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ

8
Ἀέλιος δ’ Ὑπεριονίδας δέπας ἐσκατέβαινεν
χρύσεον, ὄφρα δι᾽ Ὠκεάνοιο περάσας
ἀφίκοιθ’ ἱερᾶς ποτὶ βένθεα νυκτὸς ἐρεμνᾶς
ποτὶ ματέρα κουριδίαν τ᾽ ἄλοχον παῖδάς τε φίλους·
ὁ δ’ ἐς ἄλσος ἔβα δάφναισι κατάσκιον ποσὶν παῖς Διός.

* * *

Κι ὁ γήλιος ὁ γιὸς τοῦ Ὑπερίονα μέσα στὸ χρυσὸ
ποτήρι του κατέβαινε γιὰ νὰ περάσει
τὸν Ὠκεανὸ γιὰ τὸ ἔρεβος τῆς νύχτας,
νὰ βρεῖ τὴ μάνα του καὶ τὴ γυναίκα τὴ συντρόφισσα καὶ τὰ παιδιά του.
Κι ὁ γιὸς τοῦ Δία περπατώντας μπῆκε
στὸ βαθύσκιωτο ἀπὸ τὶς δάφνες δάσος.

23
ὤκτειρε γὰρ αὐτὸν ὕδωρ αἰεὶ φορέοντα Διὸς κούρα βασιλεῦσιν.

* * *

Κι ἡ κόρη τοῦ Δία τὸν λυπήθηκε
ποὺ ἔφερνε πάντα νερὸ στοὺς βασιλιάδες.
[7]

ΑΝΑΚΡΕΩΝ

21
Ἀρθεὶς δηὖτ’ ἀπὸ λευκάδος
πέτρης ἐς πολιὸν κῦμα κολυμβῶ μεθύων ἔρωτι.

* * *

Ἀνέβηκα στὸν ἄσπρο βράχο
καὶ βούτηξα. Νά!
κολυμπῶ στὸ γερασμένο κῦμα
ἀπὸ ἔρωτα μεθυσμένος.
[8]

ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ Ο ΚΕΙΟΣ

26
οὐδὲ γὰρ οἳ πρότερον ποτ’ ἐπέλοντο
θεῶν δ’ ἐξ ἀνάκτων ἐγένονθ’ υἷες ἡμίθεοι,
ἄπονον οὐδ’ ἀφθόνητον οὐδ’ ἀκίνδυνον βίον
τελέσαντες ἐξίκοντο γῆρας.

* * *

Γιατὶ κι ἐκεῖνοι τοῦ παλιοῦ καιροῦ
ποὺ ἤτανε γιοὶ θεῶν καὶ ἡμίθεοι
δὲν ἔζησαν, δὲ γέρασαν χωρὶς τὸν κάματο,
χωρὶς τὸν φθόνο, χωρὶς τὸν κίνδυνο.

28
πάντα γὰρ μίαν ἱκνεῖται δασπλῆτα Χάρυβδιν,
αἱ μεγάλαι τ᾽ ἀρεταὶ καὶ ὁ πλοῦτος. 

* * *

Γιατὶ τὰ πάντα σώνουνε στὴ Χάρυβδη τὴν τρομερὴ
καὶ οἱ μεγάλες ἀρετὲς καὶ τὰ πλούτη.

141
Σῆμα καταφθιμένοιο Μεγακλέος εὖτ’ ἂν ἴδωμαι
οἰκτίρω σέ, τάλαν Καλλία, οἷ’ ἔπαθες.

* * *

Ὅταν κοιτάζω τὸν τάφο τοῦ Μεγακλῆ,
σὲ λυπᾶμαι φτωχέ μου Καλλία
.[9]

Ἐπειδὴ τὸ μεταφρασμένο ἀπόσπασμα τοῦ Στησίχορου ἀντιγράφεται στὶς Μέρες Δ´ μὲ χρονολογικὰ στοιχεῖα «Δευτέρα, Νοέμβρης 1944»,[10] κρίνουμε κατὰ τεκμήριο ὅτι ὅλα τὰ σχετικὰ μεταφράσματα ἐκπονήθηκαν τότε. Ἐκεῖ ὁ Σεφέρης μιλάει γιὰ τὸν γήλιο τὸν γιὸ τοῦ Ὑπερίονα… καὶ γράφει ἐπιπροσθέτως:

Βουτηγμένος στοῦ κόσμου τὶς ἀηδίες. Δὲν μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ· δὲν μπορῶ: τοῦτο τὸ φῶς τὶς διαπερνᾶ καὶ τὶς διαλύει

Νὰ εἶναι, ἄραγε, ὁ ἥλιος (καὶ) τὸ φῶς τῆς ἀθάνατης ποίησης ποὺ ἀγωνίζεται νὰ φέρει στὰ νεοελληνικὰ μέτρα, μολονότι εἶναι βουτηγμένος στοῦ κόσμου τὶς ἀηδίες;

Τόσο αὐτὰ τὰ ὀλίγα δείγματα ἀπὸ τὸ corpus τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ λυρισμοῦ ὅσο καὶ τὰ ἐπίσης ὀλίγα δείγματα ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία φανερώνουν ἕναν —μὲ τὴν καλὴ ἔννοια τοῦ ὅρου— ἐκλεκτικισμό, ποὺ παραπάνω τὸν ὀνόμασα ἀσκήσεις ὕφους. Ὁ ποιητὴς ἐκλέγει ποιήματα ποὺ τοῦ ἀρέσουν… ποὺ τὸν συγκινοῦν… γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τὶς γλωσσοφιλολογικές του ἔρευνες ἢ/καὶ γιὰ νὰ ἐνσωματώσει λέξεις, φράσεις, ἔννοιες ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, στοιχεῖα τους,[11] στὸ δικό του ποιητικὸ ἔργο.[12] Ὁ Σεφέρης δοκιμάζει καὶ δοκιμάζεται σὲ τοῦτον τὸν διπλό του ἀγώνα. Δὲν εἶναι παράτολμο νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι τὰ χρόνια ἐκεῖνα στήνει τὴν ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ λογοτεχνικὴ γλώσσα του καὶ «ἀντιγράφοντας» ἔργα τοῦ Βαλερὺ[13] καὶ «μεταγράφοντας» στοιχεῖα ἀπὸ τὶς «ἀρχαιότητές μας».

Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ἂς περάσουμε τώρα στὶς «λέξεις» τῶν μεταφρασμάτων τοῦ Σεφέρη.

Μπορεῖ νὰ παραξενεύει ὁ «γήλιος» στὸ ποίημα 8 τοῦ Στησίχορου, ἀλλὰ λεγόταν/γραφόταν ἔτσι ποιητικὰ ὁ «ἥλιος» μέχρι καὶ τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ʼ40. Πέραν τούτου, ποὺ νομιμοποιεῖ αὐτοτελῶς τὴ χρήση, ἔρχεται ἀμέσως μετὰ ἡ λέξη «γιός», γιὰ νὰ τὴ νομιμοποιήσει καὶ διὰ τῆς παρηχήσεως; ὁ γήλιος ὁ γιός τοῦ Ὑπερίονα.

Τὸ «βένθεα νυκτὸς ἐρεμνᾶς» μεταφράζεται ὡς «τὸ ἔρεβος τῆς νύχτας». Πρόκειται γιὰ ὑποδειγματικὰ σφιχτὴ νεοελληνικὴ μετάφραση: ἀφοῦ ὁ ὁμηρικὸς συγκεκομμένος τύπος «ἐρεμνᾶς» (τοῦ ἐπιθέτου «ἐρεβενός») καταδηλώνει τὸ ἔρεβος, τὰ ἐπίσης ὁμηρικὰ «βένθεα» περιττεύουν στὰ νέα ἑλληνικά, ἀφοῦ περιέχονται στὸ «ἔρεβος», στὸ βαθὺ σκότος. Καὶ μπορεῖ τὰ «βένθεα» νὰ συνάπτονται μὲ τὴ θάλασσα (ὅστε θαλάσσης πάσης βένθεα οἶδεν·[14] ἐν βένθεσσιν ἁλός[15]), ἀλλὰ καὶ ἡ νύχτα εἶναι σὰν τὰ βάθη τῆς θάλασσας μαύρη, ἐρεβώδης. Ὁπότε παραλείπονται.

Τὸ «δέπας» μπορεῖ κυριολεκτικῶς νὰ εἶναι τὸ «ποτήρι», ὅπως καὶ τὸ μεταφράζει ὁ Σεφέρης, ἀλλὰ μεταφορικῶς καὶ εἰκονοποιητικῶς σημαίνει «λέμβος», «βάρκα». Ποτήρι ποὺ πλέει σὲ νερά (ὅπως ὁ ἥλιος ἐκ δυσμῶν πρὸς ἀνατολὰς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύχτας) δὲν νοεῖται στὰ νέα ἑλληνικά. Ὁ Γιάννης Δάλλας τὸ μεταφράζει «στὴ βάρκα τοῦ χρυσοῦ του δίσκου».[16]

Ὁμοίως παραλείπεται στὸ μετάφρασμα ἀπὸ τὸ «παῖδάς τε φίλους», τὸ φίλους. Τὰ παιδιὰ εἶναι οὕτως ἢ ἄλλως ἀγαπητὰ στοὺς γονεῖς τους. Τὸ «κουριδίαν τ᾽ ἄλοχον» μεταφράζεται ὡς «τὴ γυναίκα τὴ συντρόφισσα» ὑπερερμηνευτικά. Ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Ὁμήρου καὶ ἑξῆς ἡ «ἄλοχος» σημαίνει κατὰ λέξη τὴν ὁμόκλινη γυναίκα[17] καὶ ἡ «κουριδία» εἶναι ἡ νόμιμη σύζυγος.[18] Ἄρα τὸ «συντρόφισσα» εἶναι ἐξαιρετικῆς πυκνότητας ἀπόδοση τοῦ ἀρχαίου κειμένου. Τέλος, τὸ «κατάσκιον» μεταφράζεται σχεδὸν ἐκτύπως ὡς «βαθύσκιωτο» καὶ τὸ «ἔβα […] ποσίν» πεζολογικῶς ὡς «περπατώντας».

 Περνώντας στὸ σύντομο ποίημα τοῦ Ἀνακρέοντα, παρατηροῦμε ὅτι ὁ Σεφέρης τοῦ ἔδωσε ἕναν ἰαμβίζοντα ρυθμό. Τὸ λογοπαίγνιο «λευκάδος/πολιόν» τὸ ἀποδίδει ὡς «ἄσπρο βράχο / γερασμένο κύμα». Λευκὰς εἶναι ἡ λευκὰς πέτρη, ὁ ἄσπρος βράχος μὲ τὴ σημασία τοῦ ἀκρωτηρίου.[19] Τὸ ἐπίθετο πολιὸς ὑπονοεῖ ἀναφορικῶς τὴ θάλασσα καὶ σημαίνει ὑπόλευκος, ἀσπρουδερός.[20] Στὰ νέα ἑλληνικὰ διατηρεῖ μόνο τὴ σημασία τοῦ γέροντος, τοῦ γερασμένου, ποὺ ἀπαντᾶται ἤδη στὰ ὁμηρικὰ ἔπη: πολιόν τε κάρη πολιόν τε γένειον.[21] Ἀπὸ ἐδῶ παρασύρεται ὁ Σεφέρης καὶ μεταφράζει τὸ πολιὸν κῦμα ὡς γερασμένο κύμα. Ὁ Γιάννης Δάλλας τὸ μεταφράζει σωστά: «στὸ κύμα ποὺ ἄφριζε».[22] Ἀλλὰ διαβάζει τὸ «λευκάδος» ὡς «Λευκάδος» καὶ τὸ μεταφράζει «μιὰ πέτρα τῆς Λευκάδας», καὶ ἔτσι δὲν μεταφράζει τὸ λογοπαίγνιο.

Περνώντας στὰ μεταφράσματα ἀπὸ τὸν Σιμωνίδη τὸν Κεῖο προεξαγγελτικὰ ἀναφέρω ὅτι τὸ ὑπ’ ἀρθμ. 26 ἀποτελεῖ ὑποδειγματικὴ μετάφραση, ἀληθινὴ καὶ ἄμεμπτη μετα+γραφή. Χάριν τῆς πυκνότητας ὁ Σεφέρης ἀπὸ τὸ «θεῶν δ’ ἐξ ἀνάκτων» κρατάει μόνο τὸ «θεῶν». Ἕνα, ἂς ποῦμε, «βασιλιάδων θεῶν» δὲν λέει τίποτα στὰ νέα ἑλληνικά. «Οἱ πρότερον» γίνονται ὑπέροχα «ἐκεῖνοι τοῦ παλιοῦ καιροῦ». Τὸ στερητικὸ «α-» τῶν τριῶν ἐπιθέτων ἄπονον, ἀφθόνητον καὶ ἀκίνδυνον μεταγράφεται ὡς «χωρίς» — τρία χωρὶς στὴ σειρά: χωρὶς τὸν κάματο, χωρὶς τὸν φθόνο, χωρὶς τὸν κίνδυνο. Ἡ ἀπόδοση «δὲν ἔζησαν, δὲ γέρασαν» γιὰ τὸ «βίον τελέσαντες ἐξίκοντο γῆρας» στέκεται ἰσάξια δίπλα στὴ ρηματικὴ κομψότητα τοῦ πρωτοτύπου.

Στὸ ὑπ’ ἀριθμ 28 ποίημα τοῦ Σιμωνίδη ἀπαντᾶται τὸ ἐπίθετο δασπλῆτα (ὁ, ἡ δασπλής / τοῦ, τῆς δασπλῆτος). Πρόκειται γιὰ λέξη «σκοτεινή», ἐτυμολογούμενη ἀπὸ τὸ ἐπιτατικὸ προθηματικὸ μόριο «δα-» καὶ ἀπὸ τὴ ρίζα «πέλας, πελάζω» μὲ παρένθεση (χάριν εὐφωνίας) τοῦ γράμματος σίγμα, καὶ σημαίνει «κάτι ποὺ πλησιάζει πάρα πολὺ κοντά». Γι’ αὐτὸ καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ δασπλῆτα βρίσκεται τὸ κινήσεως σηματικὸ ρῆμα «ἱκνεῖται». Τὸ σεφερικὸ «σώνουνε» (σώνουνε στὴ Χάρυβδη) ἔχει ἐδῶ τὴ σημασία τοῦ «φθάνουν», τοῦ «ἀφικνοῦνται», «προσεγγίζουν», ἀλλὰ δὲν εἶναι σαφὲς τὸ μήνυμα.[23] Ὁ Γιάννης Δάλλας τὸ μεταφράζει σαφέστερα ὡς «τελειώνουν».

Τέλος, στὸ ὑπ᾽ ἀριθμ. 141 ποίημα τοῦ Σιμωνίδη ὁ Σεφέρης δὲν μεταφράζει οὔτε τὸ «καταφθιμένοιο» οὔτε τὸ «οἷ’ ἔπαθες». Ἡ ὁμηρικῆς προελεύσεως μετοχὴ καταφθίμενος σημαίνει τὸν κατεστραμμένο, τὸν ἀφανισμένο, τὸν ἀπολεσθέντα. Ἐπειδή, ὅμως, ἐδῶ τὸ ποίημα ἀρχίζει μὲ τὴ λέξη σῆμα, ποὺ σημαίνει τὸν τάφο, ὁ Σεφέρης ἔκρινε ὅτι ὁ Μεγακλῆς, ποὺ βρίσκεται ἤδη θαμμένος, δὲν χρειάζεται ἐπιτατικὸ ἐπιθετικὸ προσδιορισμὸ ὡς κατεστραμμένοςἀφανισμένος ἠ ἀπολεσθείς. Θὰ χρειαζόταν, ἂν τυχὸν ἦταν —ἂς ποῦμε— «ἀδικοχαμένος» ἢ «χαζοφαγωμένος» ἢ «ξεχασμένος». Σωστά, λοιπόν, παρέλειψε ὁ Σεφέρης τὴ μετάφραση τοῦ «καταφθιμένοιο». Ἀλλὰ δὲν ἰσχύει τὸ ἴδιο γιὰ τὴν παράλειψη τοῦ «οἷ’ ἔπαθες», γιατὶ δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἀπάλειψη τῆς πληροφορίας τοῦ «γιὰ ὅσα ἔπαθε» ὁ «τάλας Καλλίας». Ἡ μετάφραση τοῦ «τάλας» ὡς «φτωχὸς» εἶναι ὑφερμηνευτική: πιὸ κοντὰ καὶ στὸ γράμμα καὶ στὸ πνεῦμα τοῦ πρωτοτύπου θὰ ἦταν ἡ ἀπόδοση τοῦ τάλας εἴτε ὡς «ταλαίπωρος» εἴτε ὡς «δόλιος».

Ἀγωνιζόμενος ὁ Σεφέρης τὸν ἀγώνα τὸν καλὸ γιὰ τὴ γλώσσα του κάνει ἕναν ἀγώνα καὶ γιὰ τὴ γλώσσα μας… γιὰ τὴ γλώσσα ὅλων μας. Εἶναι πολὺ γνωστὰ τὰ λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ κλείσω τὴν παρούσα μεταφρασματολογικὴ ἐργασία μου, καὶ στὸ πνεῦμα τῶν ὁποίων κινήθηκα. Ἀπὸ τὸν πρῶτο τόμο τῶν Δοκιμῶν τοῦ ποιητῆ παίρνω τὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα:

Αὐτὴ εἶναι ἡ φύση τῆς γλώσσας μας. Τὸ στοιχεῖο ποὺ μᾶς καθαρίζει καὶ μᾶς ὁδηγεῖ, καὶ πού, δουλεύοντας τὴν ἔκφρασή μας, θὰ πρέπει νὰ μιμηθοῦμε, ὄχι ἐξωτερικὰ καθὼς ἔγινε κάποτε ὣς τὴν κατάχρηση, ἀλλὰ στὴν ἐσωτερική του λειτουργία, καθὼς ὁ Σολωμὸς ἐφάρμοζε στὴν πνευματικὴ μορφὴ τὴν ἱστορία τοῦ φυτοῦ. Ἂν θέλουμε νὰ πλουτίσουμε τὴ γλώσσα μας εἴτε μὲ εἰσφορὲς ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους εἴτε μὲ εἰσφορὲς ἀπὸ τὶς ξένες γλῶσσες, ἂν θέλουμε νὰ ἰδοῦμε πόσο χρῶμα μπορεῖ νὰ σηκώσει ἢ ὣς ποιά ἀκρίβεια μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ ἡ γραμμή της, σ’ ἐκεῖνα τὰ κείμενα θὰ πρέπει πάντα νὰ γυρίζουμε· εἶναι ὁ γνώμονας καὶ ἡ βάση.[24]

Λόγια σοφά, μετρημένα, συγκρατημένα — λόγια σὰν πυκνὲς glossae στὸν σολωμικό Διάλογο.


[1] Γιὰ τὶς μεταγραφικὲς ἐργασίες τοῦ Σεφέρη: Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Μεταφραστικὴ θεωρία καὶ πρακτικὴ τοῦ Σεφέρη, στό: Γιῶργος Σεφέρης, Μεταγραφές, σσ. 227 ἑπ. Γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τοῦ ὅρου «μεταγραφὴ» βλ. Γιῶργος Σεφέρης, Μεταγραφές, σ. 238: «Ὥσπου νὰ βρεθεῖ κάποια περισσότερο ἱκανοποιητική, υἱοθέτησα τὴ λέξη “μεταγραφὴ” γιὰ τὸ μεταγλωττισμὸ τῶν ἀρχαίων κειμένων.»

[2] Στὸ χειρόγραφο ὑπάρχει καὶ ἡ ἡμιτελὴς μεταγραφὴ τοῦ σιμωνίδειου ἀποσπάσματος ὑπ’ ἀριθμ. 150 τῆς ἔκδοσης τοῦ J. M. Edmonds. Παρατίθεται πρῶτα τὸ ἀρχαιελληνικὸ κείμενο καὶ κατόπιν τὸ ἡμιτελὲς μετάφρασμα τοῦ Σεφέρη.

Χαίρει τις, Θεόδωρος, ἐπεὶ θάνον· ἄλλος ἐπ’ αὐτῷ

χαιρήσει· θανάτῳ πάντες ὁφειλόμεθα.

* * *

Χαίρεται κάποιος ποὺ ἔσβη[σα]

ὅλοι μας εἴμαστε δανεικὰ τοῦ θανάτου

[3] Σεφέρης, Μεταγραφές, σσ. 239. Τὰ λόγια τοῦ παραθέματος παραπέμπουν στὸ Προλόγισμα τῆς μετάφρασής του τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννου.

[4] Γιὰ τὴν ἔκδοση τῶν ποιημάτων του μὲ τίτλο Ἀπ’ τὸ συρτάρι μου (1930), ἐκφράστηκε ἐπαινετικὰ ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς. Βλ. Ἰωάννα Τσάτσου, Ὁ ἀδερφός μου Γιῶργος Σεφέρης, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἐστίας, Ἀθήνα 1973, σσ. 41.

[5] Σεφέρης, Μέρες, τ. Α´, σ. 365.

[6] Σεφέρης, Δοκιμές, τ. Α´, Ἴκαρος, Ἀθήνα 31974, σ. 70.

[7] Σεφέρης, Μεταγραφές, σ. 19.

[8] Σεφέρης, Μεταγραφές, σ. 19.

[9] Σεφέρης, Μεταγραφές, σ. 21.

[10] Σεφέρης, Μέρες, τ. Δ´, σ. 371.

[11] Σεφέρης, Δοκιμές, τ. Β´, Ἴκαρος, Ἀθήνα 31974, σ. 21.

[12] Βλ. καὶ τὴ γνώμη τοῦ Γιώργη Γιατρομανωλάκη, ὅ.π, σσ. 244 ἑπ. καὶ 247 (μὲ τὴν ὑποσημείωση ὑπ’ ἀριθμ. 2)

[13] Σεφέρης, Μέρες Α´, σσ. 15 ἑπ., 74 ἑπ. καὶ 79 ἑπ.· Ἰωάννα Τσάτσου, ὅ.π., σσ. 257 ἑπ.:

«Ἡ βραδιὰ μὲ τὸν κύριο Test» ἦταν ἕνα δύσκολο γύμνασμα. Ὁ Valéry κάνει τὴ μεγαλύτερη χρήση τῆς τελειότητας τῆς γαλλικῆς γλώσσας. Τὸ παιχνίδι τῶν ἀποχρώσεων. Πῶς αὐτὸ τὸ κείμενο θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ δώσουμε στὴ δημοτική; Ὁ Γιῶργος τὸ δούλευε μὲ προσήλωση, χωρὶς βιασύνη, σὰν τὸν ξυλογλύπτη τοῦ τέμπλου ποὺ εἶδα στὸ Μέτσοβο. […]

Κάθε βράδυ ξεδιάλυνε, ἔχτιζε, τοὺς ὁμιχλωμένους τόπους τῆς δημοτικῆς του. Σκέφθηκε ποτὲ ὁ ἀναγνώστης τὴ[ν] πορεία τοῦ συγγραφέα μέσ’ ἀπὸ χαλίκια καὶ ξερὰ κλαριά, γιὰ νὰ φτάσει στὸν ἥσυχο δρόμο τῆς ἁπλῆς καλῆς φράσης.

Οἱ ἐμφατικὲς ἀραιώσεις τῶν λέξεων εἶναι δικές μου.

[14] Ὅμηρος, Ἰλιάς, Α 53.

[15] Ὅμηρος, Ἰλιάς, Α 358.

[16] Ἀρχαῖοι λυρικοί, τ. Α: Χορικολυρικοί, μετάφραση, εἰσαγωγή, σχόλια Γιάννης Δάλλας, Ἄγρα, Ἀθήνα 2003, σ. 145.

[17] Ὅμηρος, Ἰλιάς, Α 114· Ὀδύσσεια, γ 403.

[18] Ὅμηρος, Ἰλιάς, Ε 414· Ὀδύσσεια, λ 430.

[19] Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ω 11.

[20] Ἁλὸς πολιοῖο: Ὅμηρος, Ἰλιάς, Υ 229· Ὀδύσσεια, ε 410.

[21] Ὅμηρος, Ἰλιάς, Χ 74· Ὀδύσσεια, ω 316.

[22] Ἀρχαῖοι λυρικοί, τ. Β: Μελικοί. Ἡ αἰολικὴ καὶ ἡ ἰωνικὴ μονωδία, μετάφραση, εἰσαγωγή, σχόλια Γιάννης Δάλλας, Ἄγρα, Ἀθήνα 2004, σ. 219.

[23] Ἀρχαῖοι λυρικοί, τ. Α: Χορικολυρικοί, ὅ.π. σ. 235.

[24] Σεφέρης, Δοκιμές, τ. Α´, ὅ.π., σ. 70.

Κύλιση στην κορυφή