Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Γιώργος Κεντρωτής

Ο Σεφέρης μεταφράζει τρία επιγράμματα από την Παλατινή Ανθολογία

Στὶς Μεταγραφές του, δηλαδὴ στὶς μεταφράσεις του ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ καὶ τὰ λατινικὰ στὰ νέα ἑλληνικά, ὁ Γιῶργος Σεφέρης ἔχει συμπεριλάβει τρία μεταφράσματά του ἀπὸ τὸ Ἕκτο Βιβλίο τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας. Στὸ βιβλίο αὐτὸ ἀνθολογοῦνται 358 ποιήματα 90 κατονομαζόμενων ποιητῶν καὶ μερικῶν ἀδήλων, πρόκειται δὲ γιὰ ἀναθηματικὰ ἐπιγράμματα. Τὰ ἐν λόγῳ ἐπιγράμματα συνόδευαν, ὡς γνωστόν, τὴν προσφορὰ ἀναθημάτων, δηλαδὴ πάσης φύσεως ἀντικειμένων προσφερομένων καὶ ἀφιερωμένων στοὺς θεούς. Ἂν παραλληλίζαμε τὰ ἀρχαῖα ἀναθήματα μὲ τὰ σημερινὰ τάματα στὴν Παναγία καὶ στοὺς ἁγίους, εἶναι βέβαιο ὅτι οὔτε θὰ σφάλαμε οὔτε θὰ ὑπερβάλαμε.

Ὁ Σεφέρης μετέφρασε ἀπὸ ἕνα ποίημα τοῦ Λουκιανοῦ, τοῦ Ζωνᾶ καὶ τοῦ Φιλίππου Θεσσαλονικέως. Πρόκειται, κατὰ σειρά, γιὰ τὸν σοφιστὴ καὶ σατιρικὸ τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα Λουκιανὸ τὸν Σαμοσατέα· γιὰ τὸν ρητοροδιδάσκαλο καὶ ποιητὴ τοῦ 1ου π.Χ. αἰώνα Διόδωρο ἀπὸ τὶς Σάρδεις, τὸν ἐπιλεγόμενο Ζωνᾶ· καὶ γιὰ τὸν ὁμοίως ρητοροδιδάσκαλο καὶ ποιητὴ τοῦ 1ου μ.Χ. αἰώνα Φίλιππο τὸν Θεσσαλονικέα, ποὺ κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Μελεάγρου κατάρτισε ὁμοίως ἀνθολογία ἐπιγραμμάτων μὲ ταυτώνυμο τίτλο: Στέφανος. Ἡ χρονικὴ διαφορὰ ποὺ χωρίζει τοὺς τρεῖς ποιητὲς καλύπτει χονδρικῶς τρεῖς αἰῶνες. Σημειώνεται ὅτι στὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία ἀναφέρεται πρώτη φορὰ ὁ Σεφέρης στὴ μελέτη του Μονόλογος γιὰ τὴν ποίηση, ἔργο τοῦ 1939: γραμμένο τὴ χρονιά, δηλαδή, ποὺ μετάφρασε τὰ ἀμέσως παρακάτω παρατιθέμενα τρία μεταφράσματα. Πρῶτα παρατίθεται τὸ ἑκάστοτε πρωτότυπο καὶ κατόπιν τὸ σχετικὸ μετάφρασμα.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, VI 17

Αἱ τρισσαί τοι ταῦτα τὰ παίγνια θῆκαν ἑταῖραι,
Κύπρι μάκαιρ᾽, ἄλλης ἄλλη ἀπ᾽ ἐργασίης·
ὧν ἀπὸ μὲν πυγῆς, Εὐφρὼ τάδε, ταῦτα δὲ Κλειὼ
ὡς θέμις, ἡ τριτάτη δ᾽ Ἀτθὶς ἀπ᾽ οὐρανίων.
Ἀνθ᾽ ὧν τῇ μὲν πέμπε τὰ παιδικά, δεσπότι, κέρδη,
τῇ δὲ τὰ θηλείης, τῇ δὲ τὰ μηδετέρης.

* * *

Τρεῖς τὰ παιχνίδια τοῦτα σοῦ χαρίζουν ἑταῖρες,
Κυπρὶς μακαρισμένη!
Τὰ κέρδισε μὲ τὴ δική της τέχνη ἡ καθεμιά:
ἡ Εὐφρὼ μὲ τὰ μεριά της,
ἡ Κλειὼ μὲ τρόπο φυσικό,
ἡ Ἀτθίδα μὲ τὸν οὐρανίσκο.
Κάνε τις νὰ πλουτίσουν, Δέσποινα!
Τὴν πρώτη σὰν ἀγόρι,
τὴ δεύτερη σὰν κυρία,
τὴν τρίτη σὰ δὲν-ξέρω-τί.[1]

ΖΩΝΑΣ, VI 22

Ἀρτιχανῆ ῥοιάν τε καὶ ἀρτίχνουν τόδε μῆλον
καὶ ῥυτιδόφλοιον σῦκον ἐπομφάλιον
πορφύρεόν τε βότρυν μεθυπίδακα, πυκνόρρωγα
καὶ κάρυον χλωρῆς ἀντίδορον λεπίδος
ἀγροιώτῃ τῷδε μονοστόρθυγγι Πριήπῳ
θῆκεν ὁ καρποφύλαξ, δενδριακὴν θυσίην.

* * *

Ρόδι μὲ νωπὴ χαραματιά,
ροδάκινο μὲ φρέσκο χνούδι,
σύκο ρυτιδωμένο ἀφαλωτό,
κόκκινο τσαμπί, βρύση τῆς μέθης,
πυκνόρωγο,
κι ἕνα καρύδι γυμνωμένο άπὸ τὸ πράσινο πετσί του —
στὸ μονοπόδαρο χωριάτη Πρίαπο
χαρίζει ὁ καρποφύλακας:
θυσία τῶν δέντρων.[2]

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΥΣ, VI 62

Κυκλοτερῆ μόλυβον, σελίδων σημάντορα πλευρῆς,
καὶ σμίλαν, δονάκων ἀκροβελῶν γλυφίδα,
καὶ κανόν᾽ ἰθυβάτην καὶ τὴν παρὰ θῖνα κίσηριν,
αὐχμηρὸν πόντου τρηματόεντα λίθον,
Καλιμένης Μούσαις ἀποπαυσάμενος καμάτοι
θῆκεν, ἐπεὶ γήρᾳ κανθὸς ἐπεσκέπτετο.

* * *

Τὸ στρογγυλὸ μολύβι ποὺ χαράκωνε τὸ περιθώριο,
τὸ σουγιὰ ποὺ ἀκόνιζε τοῦ καλαμιοῦ τὴ μύτη,
τὴν ἴσια ρίγα καὶ τὴν ἀλαφρόπετρά του
ποὺ ἔμεινε στὴν ἀκρογιαλιὰ στεγνή –
τὴν ἄγρια πέτρα στὴν ἄκρη τῆς ἄγραφης θάλασσας,
ὁ Καλλιμένης χάρισε στὶς Μοῦσες
τώρα ποὺ δὲν ἀντέχει
τώρα ποὺ τὰ γεράματα ρίξαν μπροστά του τὴν αὐλαία.[3]

Μὲ τὴν πρώτη ματιὰ φαίνεται ὅτι στὶς μεταφράσεις αὐτῶν τῶν ἐπιγραμμάτων ὁ Σεφέρης προτίμησε τὸν ἐλεύθερο στίχο ἔναντι μιᾶς ὁποιασδήποτε δέσμιας ποιητικῆς μορφῆς. Παραταῦτα οἱ στίχοι του ἔχουν μέτρο. Στὰ ἐπιγράμματα τοῦ Ζωνᾶ καὶ τοῦ Φιλίππου Θεσσαλονικέως τὸ μέτρο εἶναι ἀλλοῦ ἰαμβικὸ καὶ ἀλλοῦ τροχαϊκό, ὅπου καὶ «ἀκούγεται» ἡ μεγάλη ἐπιμέλεια ποὺ κατέβαλε ὁ μεταφραστής, προκειμένου νὰ ἐπιτελέσει καλὰ μεταφράσματα. Στὸ ποίημα τοῦ Λουκιανοῦ ἡ ἀπόδοση γίνεται σὲ μέτρο ἰαμβικὸ. Καὶ ἐδῶ ἡ μετρικὴ ἐπιμέλεια «ἀκούγεται» τόσο, ποὺ μᾶς ἐντυπωσιάζει ἡ ἀλλαγὴ τονισμοῦ τοῦ Κύπρις σὲ Κυπρίς, προκειμένουν νὰ στερεωθεῖ ὁ ἴαμβος (: Κυπρὶς μακαρισμένη). Τὸ ὄνομα Κύπρις γιὰ τὴν Ἀφροδίτη εἶναι συνηθέστατο –βοιωτιζόμενο δὲ καμιὰ φορὰ γίνεται Κοῦπρις·[4] τὸ Κυπρὶς δὲν ἀπαντᾶται, καὶ θυμίζει τὰ νεοελληνικὰ Ἰταλίς, Ἱσπανίς, Ἀμερικανίς καὶ ἄλλα παρόμοια –ἄρα θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀπόδοση εἶναι ἀνεκτῶς «σωστή». Δὲν μποροῦμε, ὅμως, νὰ μὴ σκεφθοῦμε ὅτι τὸ κύπρις σημαίνει καὶ τὴ βάλανο τοῦ ἀνδρικοῦ μορίου[5] –γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ λέμε, γιὰ νὰ προβεῖ ὁ ἀναγνώστης στοὺς συνειρμούς του.

Τὰ τρία μεταφράσματά του ἀπαντῶνται στὶς Μέρες,[6] στὴν ἐγγραφὴ τῆς Τετάρτης, 27 Σεπτέμβρη 1939. Μετὰ τὴν παράθεση καὶ τοῦ τελευταίου μεταφρασμένου ἐπιγράμματος σημειώνει ὁ Σεφέρης: Μ’ ἀρέσει αὐτὴ ἡ ἀπαρίθμηση.[7] Ἦταν σύνηθες στὰ ἀναθηματικὰ ἐπιγράμματα νὰ καταγράφονται λεπτομερῶς τὰ ἐπαγγελματικὰ ἐργαλεῖα ποὺ ἀφιερώνονταν στοὺς θεοὺς ἀπὸ τὸν ἀναθέτοντα μετὰ τὴν ἀπόσυρσή του ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα (ἀποπαυσάμενος καμάτοιο) ἢ μετὰ ἀπὸ κάποιο σημαντικὸ προσωπικὸ γεγονός, ὅπως θεραπεία ἀπὸ ἀρρώστια ἢ σωτηρία σὲ πόλεμο ἢ σὲ ναυάγιο.

Τὸ ποίημα τοῦ Φιλίππου Θεσσαλονικέως εἶναι Ἀνάθημα ταῖς Μούσαις παρὰ Καλλιμένους καλλιγράφου. Νομίζω ὅτι ὁ Σεφέρης ἔνιωσε «ἐπαγγελματικῶς» συγγενὴς μὲ τὸν Καλλιμένη, καθὼς ἀμφότεροι –ὁ καθένας ἀπὸ τὸ δικό του μετερίζι– τυγχάνουν θεράποντες τῶν Μουσῶν: ὁ ἕνας γράφοντας ποιήματα καὶ ὁ ἄλλος καθαρογράφοντάς τα καλλιγραφικά. Κι ὅμως τὸ ἤδη ἀναφερθὲν ἀποπαυσάμενος καμάτοιο τὸ μεταφράζει ἀδύνατα, ἂν ὄχι λανθασμένα, ὅταν γράφει: τώρα ποὺ δὲν ἀντέχει (ὁ Καλλιμένης). Τὸ νόημα τῶν λέξεων εἶναι «τώρα ποὺ σταμάτησε νὰ δουλεύει» – κάματος εἶναι ἡ δουλειά. Ἐξαιρετικὴ εἶναι ἡ ἀπόδοση τοῦ καὶ σμίλαν, δονάκων ἀκροβελῶν γλυφίδα μὲ τὸ σουγιά ποὺ ἀκόνιζε τοῦ καλαμιοῦ τὴ μύτη. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἴσια ρίγα ὡς ἀπόδοση τοῦ κανόν᾽ ἰθυβάτην φανερώνει ποιητικὴ τόλμη: τὸ ἀντικείμενο (ὁ κανών, ποὺ μᾶς βοηθάει νὰ σύρουμε ἴσιες γραμμές, γι’ αὐτὸ καὶ ἰθυβάτης) γίνεται ρίγα. Θυμᾶμαι ὅτι ἔτσι ἔλεγαν τὸν χάρακα μέχρι τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽70· τώρα πιὰ ἡ ρίγα δὲν χρησιμοποιεῖται ἔτσι. Τὸ περιττό ἐπίθετο ἴσια (ἀφοῦ ἡ ρίγα μόνο ἴσια μπορεῖ νὰ εἶναι!) δίνει ἀφελὴ χάρη στὸ μετάφρασμα, καθὼς τὸ πράγμα μεταφράζεται ὄχι ὡς πράγμα, ἀλλὰ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς χρήσης του.

Μιὰ προσθήκη λέξεων καὶ ἕνας ἀναχρονισμός ἐμφιλοφωροῦν στὸ ἐν λόγῳ μετάφρασμα καὶ τὸ κάνουν λειτουργικὸ στὶς μέρες μας, πέραν τοῦ ὅτι τὸ καθιστοῦν καὶ φιλολογικὸ μὲ τὴν πρώτιστη σημασία τῆς λέξης. Ἡ προσθήκη ἐντοπίζεται στὸ πόντου, ποὺ ἔγινε στὴν ἄκρη τῆς ἄγραφης θάλασσας. Ὁ ἀναχρονισμός ἀρθρώνεται μὲ τὴ χρήση τῆς λέξης αὐλαία ὡς ἐπεξήγησης στὸ ἀποπαυσάμενος. Στὴν ἀρχαιότητα, βέβαια, δὲν ἔπεφτε αὐλαία· αὐλαία πέφτει στὰ χρόνια μας –ἀλλὰ στὰ χρόνια μας διαβάζεται τὸ ποίημα, ὅπου ἡ αὐλαία δηλώνει τὸ τέλος. Καὶ καθόλου τυχαῖο δὲν εἶναι ποὺ ἡ τελευταία λέξη στὸ μετάφρασμα τοῦ Σεφέρη εἶναι αὐλαία. Προσθέτω ἐδῶ ὅτι τὸ ἀποπαυσάμενος καμάτοιο θὰ τὸ λέγαμε σήμερα «τώρα ποὺ βγῆκε στὴ σύνταξη», καὶ θὰ ἦταν μεταφραστικῶς νομιμότατο.

Τὸ ἐπίγραμμα τοῦ Λουκιανοῦ εἶναι Ἀνάθημα τῇ Ἀφροδίτη παρὰ τριῶν γυναικῶν πορνῶν. Μὲ τὰ σημερινὰ συντηρητικά, ἂν ὄχι καὶ ἀντιδραστικὰ (φεῦ!) κριτήρια ἐκφερόμενου λόγου, τὸ ποίημα κρίνεται χυδαῖο. Στὸ μετάφρασμά του ὁ Σεφέρης τὸ σώζει ἀπὸ τὴ χυδαιότητα, γιατὶ στὰ 1939 ὑπῆρχαν λέξεις οὐ φωνητές: ὅλοι τὶς ἤξεραν, ἀλλὰ δὲν τὶς ἔλεγαν δημοσίως – ἁπλῶς τὶς «μετέφραζαν». Γενικῶς εἰπεῖν μὲ τὸ σὲξ οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας δὲν αἰσχύνονταν, γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγαν τὰ πάντα μὲ τὸ ὄνομά τους· ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπαινιγμοί τους, ὅποτε κατέφευγαν ποιητικῶς σὲ αὐτούς, ἦσαν στοχευμένοι καὶ σαφέστατοι. Ἐν προκειμένῳ γίνεται λόγος γιὰ τὶς ὀπὲς τοῦ ἔρωτα. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀπὸ πυγῆς δὲν σημαίνει μὲ τὰ μεριά της, ἀλλὰ μὲ τὸν κῶλο. Τὰ «μεριὰ» εἶναι ἐντελῶς ἀποτυχημένη ἐπιλογή, καθὼς ἐδῶ δὲν λένε τίποτα, ἐνῶ ὁ «κῶλος» τὰ λέει ὅλα. Ἡ ἔκφραση ὡς θέμις ἀποδίδεται σωστά: μὲ τρόπο φυσικό, ἂν ἐξυπονοηθεῖ ὅτι τὸ προηγηθὲν ἀπὸ πυγῆς εἶναι παρὰ φύσιν. Αὐτὸ λέγεται ἤ/καὶ πιστεύεται σήμερα, πλὴν ὅμως δὲν ἴσχυε γιὰ τὴν ἀρχαιότητα. Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ κρίνω ὅτι ἐδῶ τὸ ὡς θέμις σημαίνει ἀπὸ μπρός, κατ’ ἀντίθεση πρὸς τὸ ἀπὸ πυγῆς ποὺ σημαίνει ἀπὸ πίσω. Τὸ ἀπ’ οὐρανίων, τέλος, ὁ Σεφέρης τὸ ἀποδίδει ὡς μὲ τὸν οὐρανίσκο. Ἔτσι ἀνοίγεται ἐδῶ τὸ ζήτημα νὰ ὁριοθετηθοῦν τὰ οὐράνια. Τὸ μὲ τὸν οὐρανίσκο ὑποσημαίνει ὀλίγα, ἂν ὄχι τίποτα· τὸ μὲ τὸ στόμα ἢ τὸ στοματικῶς τὰ λέει ὅλα – κυριολεκτικῶς καὶ μεταφορικῶς.

Ἡ μετάφραση τοῦ παιδικὰ μὲ τὴν ἔκφραση σὰν ἀγόρι, ἐπίσης δὲν σημαίνει ὅ,τι θὰ ἔπρεπε νὰ σημαίνει, καθὼς ἀντιστοιχεῖ στὸ ἀπὸ πυγῆς καὶ ἀναφέρεται καθαρὰ στὴν παιδεραστία.[8] Τὸ σὰν κυρία ὡς ἀντίστοιχο τοῦ θηλείης μὲ παραπομπὴ στὸ ὡς θέμις μπορεῖ ἄνετα νὰ σταθεῖ σήμερα, μολονότι τὸ σὰν γυναίκα θὰ ἦταν περιεκτικότερο –ἐξ ἄλλου στὴν ἀρχαιότητα δὲν ὑπῆρχαν «κυρίες». Τὸ μηδετέρης, τέλος, ποὺ σημαίνει «οὔτε σὰν μειράκιο γιὰ τὰ παιδικὰ οὔτε σὰν γυναίκα», τὸ μεταφράζει ἐξαίρετα καὶ μοναδικὰ ὁ Σεφέρης ὡς σὰ δὲν-ξέρω-τί. Ὅπως ἐξαίρετα καὶ μοναδικὰ μετέφρασε καὶ τὸ ἄλλης ἄλλη ἀπ’ ἐργασίης ὡς μὲ τὴ δική της τέχνη ἡ καθεμιά, ὑποτείνοντάς μας τὴν ἰδέα ὅτι ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐπαγγέλματος, καὶ δὴ τοῦ –καθὼς νομίζεται– ἀρχαιοτέρου.

Ὁ Σεφέρης κάθε ἄλλο παρὰ σεμνότυφος ἦταν, πράγμα ποὺ τὸ φανερώνουν τὰ ἀθυρόστομα Ἐντεψίζικά του. Ἡ ἐποχή, ὅμως (μαζὶ μὲ τὴ μεταξικὴ δικτατορία), ὁποὺ μετέφρασε τὸ ἐπίγραμμα τοῦ Λουκιανοῦ, δὲν ἐπέτρεπε οὔτε ἀνεχόταν λεκτικὲς «παρασπονδίες». Τὸ μετάφρασμα αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ ἀδύναμο ἀπὸ τὰ τρία, ἀλλὰ ἔχει ποιητικὲς ἐξάρσεις καὶ ἀψεγάδιαστο –τὸ ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει– μέτρο. Ἀκόμα κι ἐκεῖνο τὸ μὴ σύννομο μὲ τὴ γραμματικὴ «κάνε τις νὰ πλουτίσουν» ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ «κάνε τες νὰ πλουτίσουν», ἔχει τὴ χάρη τοῦ ἄδολου προφορικοῦ λάθους.

Κατὰ τὴν προσωπική μου γνώμη τὸ καλύτερο μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν Σεφέρη ἐπαγγελματικὸ ἐπίγραμμα εἶναι αὐτὸ τοῦ Ζωνᾶ: Ἀνάθημα ἑτέρου κηπουροῦ τῷ Πριήπῳ. Ὁ ἀφιερωτὴς εἶναι κηπουρός, καρποφύλαξ ποὺ ἀφήνει καρποὺς στὸ μονοπόδαρο χωριάτη Πρίαπο –ὑπέροχη μετάφραση τοῦ στίχου ἀγροιώτῃ τῷδε μονοστόρθυγγι Πριήπῳ, ποὺ ὅμως τραυματίζεται στὸ τέλος ἀπὸ τὴν ἀπόδοση τοῦ μονοσήμαντου δενδριακὴν θυσίαν μὲ τὴν δισήμαντη θυσία τῶν δέντρων: θυσιάζουν ἢ θυσιάζονται τὰ δέντρα; (Γενικὴ ὑποκειμενικὴ ἢ γενικὴ ἀντικειμενική;). Δὲν θὰ τὸ ἐπεσήμαινα, ἂν δὲν ἔκλεινε ἔτσι τὸ ποίημα, ποὺ ὡς μετάφρασμα εἶναι γοητευτικότατο.

Αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ ἀμέσως τώρα δὲν ἀναιρεῖ καθόλου ὅ,τι εἶπα στὸ τέλος τῆς προηγούμενης περιόδου. Μονοστόρθυγξ εἶναι ὁ κατασκευασμένος ἀπὸ ἕνα μόνο ξύλο, ὁ μονόξυλος.[9] Μιᾶς καὶ ὁ λόγος εἶναι γιὰ τὸν ἰθυφαλλικὸ Πρίαπο, εὐχερῶς γίνεται ἀντιληπτὸ ποιό εἶναι τὸ μονόξυλο (: τὸ ματσούκι, τὸ παλούκι, τὸ στειλιάρι) του. Τότε τὸ μονοπόδαρος –ἐρωτᾶται– δὲν εἶναι ἐσφαλμένη ἑρμηνεία; Ὄχι! Γιατὶ ἀπὸ αἰῶνες τὸ ἀνδρικὸ μόριο λέγεται ὑπαινικτικῶς καὶ πόδι: τὸ τρίτο πόδι. Ἐδῶ τὸ τρίτο πόδι τοῦ Πρίαπου εἶναι τόσο μεγάλο, ποὺ ἐξαφανίζει τὰ ἄλλα δύο, καὶ σωστὰ τὸν «μεταφράζει» ὀ Σεφέρης ὡς μονοπόδαρο. Ἂς θυμηθοῦμε ἐν προκειμένῳ τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ λιμερίκια τοῦ Σεφέρη, ποὺ περιλαμβάνονται στὰ Ἐντεψίζικα καὶ γράφτηκε τὸ 1939, τὴ χρονιὰ ποὺ μετάφρασε τὸ ἐπίγραμμα τοῦ Ζωνᾶ:

Ἦταν ἕνα πέος στὴ Δῆλο
ποὺ ψήλωνε κάτω ἀπ᾽ τὸν ἥλιο·
ὅταν τὸ εἶδε φώναξε: «῎Ω!
ἂν βρισκόταν ἐδῶ,
μὲ τοῦτο θὰ τὸν τσάκ᾽ζα στὸ ξύλο».

Τί εἶναι μῆλον; Γιὰ νὰ περιοριστοῦμε στοὺς καρποὺς μῆλον εἶναι βεβαίως τὸ μῆλο. Ἂν διαβάσουμε τὸν Διοσκουρίδη θὰ δοῦμε ὅτι μῆλον (μπορεῖ νὰ) εἶναι τὸ κυδώνι, τὸ ροδάκινο, τὸ κίτρο, τὸ πορτοκάλι, τὸ λεμόνι καὶ τὸ βερίκοκο.[10] Ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς σημασίες ὁ Σεφέρης ἐπιλέγει τὸ ροδάκινο, γιὰ να παρηχεῖ μὲ τὸ ρόδι, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ μετοχὴ ρυτιδωμένο ποὺ ἔρχεται πιὸ κάτω γιὰ νὰ χαρακτηρίσει τὸ σύκο. Παρήχηση ὑπάρχει καὶ στὸ πρωτότυπο (: Ἀρτιχανῆ ῥοιάν τε καὶ ἀρτίχνουν τόδε μῆλον / καὶ ῥυτιδόφλοιον σῦκον), καὶ διατηρεῖται μαεστρικὰ ὄχι μόνο μὲ ἤχους, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ διαδοχὴ τοῦ ἐννεασύλλαβου τροχαϊκοῦ στίχου πρῶτα ἀπὸ ἐννεασύλλαβο καὶ κατόπιν ἀπὸ δεκασύλλαβο ἰαμβικὸ στίχο: Ρόδι μὲ νωπὴ χαραματιά, / ροδάκινο μὲ φρέσκο χνούδι, / σύκο ρυτιδωμένο ἀφαλωτό.

Ἐξαιρετικὴ μετάφραση ἐπιτυγχάνεται στὸ πορφύρεόν τε βότρυν μεθυπίδακα μὲ τὸ κόκκινο τσαμπί, βρύση τῆς μέθης. Τὸ πυκνόρρωγα καὶ τὸ ὁ καρποφύλαξ ὁ Σεφέρης τὰ ἀφήνει «ἀμετάφραστα»: πυκνόρρωγο καὶ ὁ καρποφύλακας. Ὁ ἐπαινετικὸς λόγος τοῦ Γιώργη Γιατρομανωλάκη ὅτι ὁ Σεφέρης «συνδυάζει καὶ ὀξύνοια φιλολογικὴ καὶ ἐξαιρετικὴ ἑρμηνευτικὴ εὐαισθησία»[11] ἰσχύει ἐδῶ ἀπολύτως. Στὸν Γιατρομανωλάκη δίδεται ἀμέσως ὁ λόγος γιὰ νὰ μᾶς πεῖ πῶς ἐμφανίζονται κατ’ αὐτὸν στὴν πράξη οἱ θεωρίες τοῦ Σεφέρη σχετικὰ μὲ τὴ μετάφραση ἀρχαίων κειμένων:

Διατήρηση τῆς ἀρχαίας λέξης ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατὸ καὶ «συγχωρεῖται» ἀπὸ τὴ νεοελληνικὴ γλώσσα, προσήλωση στὴ δομὴ τοῦ ἀρχαίου λόγου, μεταφορὰ τοῦ πρωτότυπου ρυθμοῦ μέσα στὴ μεταγραφή, ἀποφυγὴ ὁποιουδήποτε γλωσσικοῦ «κρυσταλλώματος», φιλολογικῆς λεξιθηρίας καὶ ἄσκοπης γλωσσοπλασίας ποὺ ὄχι μόνο θὰ βάραιναν τὸ κείμενο ἀλλὰ θὰ τὸ καταστοῦσαν ἄχρηστο. Αὐτὴ ἡ «ἀχρησία» τῆς γλώσσας εἶναι ποὺ ἀπασχολεῖ ἰδιαίτερα τὸν ποιητὴ καὶ αὐτὸ προσπάθησε νὰ ἀποφύγει μέσα στὸ ἔργο του. Γι’ αὐτό, πιστεύουμε, ἡ μεγαλύτερη ἀρετὴ τῆς σεφερικῆς μετάφρασης, καὶ εἰδικὰ τῶν μεταγραφῶν, εἶναι ἡ χρήσιμη καὶ λειτουργικὴ λέξη, ἡ «ζώσα» ἔκφραση μὲ τὰ βιολογικὰ γνωρίσματα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Ἡ ἔκφραση αὐτή, καλλιεργημένη σύμφωνα μὲ τὴν «ἐσωτερικὴ λειτουργία» τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου, ὄχι μόνο ἀναδείχνει τὴν αὐτάρκειά της, ἀπέναντι στὸ πρωτότυπο, ἀλλὰ συγχρόνως ἀνακαλεῖ μνῆμες ἀπὸ παλαιὲς καὶ χρονικὰ ἀπομακρυσμένες λογοτεχνικὲς περιοχές. Ἡ γλώσσα παρουσιάζεται συνεχόμενη καὶ «φυσική», γιὰ τοῦτο ἡ ὕπαρξη μέσα στὸ σῶμα της λέξεων ἢ μορφωμάτων ποὺ ἀνήκουν στὸ μεταγραφόμενο κείμενο οὔτε ξενίζει οὔτε προκαλεῖ.[12]

Τὸ δεῖγμα τῶν μεταφρασμάτων ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία εἶναι μικρό, ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, διαψεύδει ὅ,τι ἰσχυρίζεται ὁ Γιατρομανωλάκης καὶ ὡς πρὸς τὴν «προσήλωση στὴ δομὴ τοῦ ἀρχαίου λόγου» καὶ ὡς πρὸς τὴ «μεταφορὰ τοῦ πρωτότυπου ρυθμοῦ μέσα στὴ μεταγραφή» ἀπὸ τὸν Σεφέρη.

Ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει καὶ ὅτι τὰ μεταφράσματα τῶν τριῶν ἐπιγραμμάτων καταγράφηκαν στὶς Μέρες καὶ ὅτι ἄρεσε στὸν ποιητὴ/μεταφραστὴ ἡ ἀπαρίθμηση τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἐργαλείων τῶν τριῶν ἑταιρῶν, τοῦ καρποφύλακα καὶ τοῦ καλλιγράφου Καλλιμένη. Ἀπὸ τὴν ἀρέσκειά του αὐτὴ προκύπτουν οἱ ἀκόλουθες δύο μιμήσεις ποὺ περιλαμβάνονται στὶς Μέρες:

Μίμηση:

Μιὰ μελανιὰ στὸ πράσινο στουπόχαρτο,
ἕνα σβησμένο στίχο χωρὶς κατάληξη,
ἕνα φτερὸ ἀπὸ τὸν ἀνεμιστήρα τοῦ καλοκαιριοῦ
ποὺ ἔσπασε κόβοντας τὴν πηχτὴ ζέστη·
τὴ ζώνη ποὺ ἔμεινε στὰ χέρια μου
καθὼς ὁ πόθος πέρασε στ’ ἄλλο ἀκρογιάλι —
αὐτὸ μπορῶ νὰ σοῦ χαρίσω, Περσεφόνη,
κι ἐσὺ λυπήσου με καὶ δῶσε μου μιᾶς ὥρας ὕπνο.[13]

Ἄλλη μίμηση:
Τοῦτο τὸν ἀναπτήρα ἀνάγλυφο
σ’ ἕνα κομμάτι μάρμαρο τῆς Μάνης,
Παφία, σοῦ τὸν χάρισε ἡ Βιττώ,
τώρα ποὺ ξέρει πὼς δὲ γνώρισε τὴν ἡδονή:
τοὺς ἄλλους ἄναψε, ποτὲ τὸν ἑαυτό της.[14]

Ὁ ὅρος μίμηση καθόλου δὲν ἀναιρεῖ τὴν κρίση μου ὅτι πρόκειται γιὰ καλὰ ποιήματα, πού, μολονότι άποτελοῦν μεταφράσματα ἐκ μεταφρασμάτων, ἔχουν στέρεη πρωτοτυπία καὶ ὑπηρετοῦν πιστὰ τὸν μοντερνισμὸ τοῦ Σεφέρη.

Αὐτὰ καταγράφονταν στὶς Μέρες τὴν Τετάρτη 27 Σεπτέμβρη 1939. Δύο ἔτη καὶ μιὰ ἑβδομάδα νωρίτερα, τὴ Δευτέρα 20 Σεπτέμβρη 1937, ποὺ ὁ Σεφέρης ἦταν στὴν Κορυτσά, ὑπάρχει στὶς Μέρες ἡ ἀκόλουθη καταγραφή:

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

Δὲν ἦρθε ἡ μέρα γιὰ νὰ μαραθοῦν τὰ κέρατα
στὸ μέτωπο τοῦ Καλλικράτη, ἀλίμονο.[15]

Ὁμολογῶ ὅτι ὅσο καὶ ἂν ἔψαξα στὸ «χάος» τῆς Παλατινῆς Ἀθολογίας, τὸν μοναδικὸ Καλλικράτη ποὺ συνάντησα, τὸν βρῆκα σὲ ἕναν στίχο ἐπιγράμματος τοῦ Μελέαγρου στὸ Δωδέκατο Βιβλίο της (12, 95), ὅπου πιὸ κάτω ἐμφανιζόταν τὸ κέρας κάποιου Δίωνος· ἁπλῶς σημειώνω ὅτι κέρας εἶναι δημώδης ὀνομασία τοῦ πέους. Ίδού οι σχετικοὶ στίχοι:

Εἴ σὲ Πόθοι στέργουσι, Φιλόκλεες, […]
[…] κείσθω δ᾽ εἰς γόνυ Καλλικράτης,
ἰαίνει δὲ Δίων τόδ᾽ ἐΰστοχον ἐν χερὶ τείνων
σὸν κέρας […].

Καταλήγω, ἄρα, στὸ συμπέρασμα ὅτι πρόκειται καὶ ἐδῶ περὶ ἀνομολόγητης μιμήσεως. Μόνο ποὺ τὸ θέμα τοῦ ἐπιγράμματος δὲν εἶναι ἀναθηματικό, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ἄλλο βιβλίο της, καὶ συγκεκριμένα στὸ Δωδέκατο, σὲ αὐτὸ μὲ τά ἐρωτικὰ ποιήματα ποὺ ἀπαρτίζουν τὴν παιδικὴ μούσα τοῦ Στράτωνος καὶ ποὺ τὰ ἔχει μεταφράσει ἀπαράμιλλα ὁ Γιῶργος Ἰωάννου.[16]

Μήπως –ἀναρωτιέμαι– πέρα ἀπὸ τὰ κέρατα καὶ τὰ κερατώματα, ποὺ ἴσως ἔχουν κάποια ἄδηλη ἀναφορὰ σὲ κάποιον (μᾶλλον σύγχρονο τοῦ Σεφέρη) Καλλικράτη, ἐκεῖνο τὸ «ἀλίμονο» θέλει νὰ ὑποτείνει τὸ νόημα τοῦ «Δὲν ἦρθε ἡ μέρα»; Στὰ τέλη τοῦ Μάρτη τοῦ 1938 ἔγραφε στὶς Μέρες ὁ Σεφέρης.

Γιὰ νὰ μιλήσεις σὲ μιὰ παρακμασμένη ἐποχή, εἶναι ἴσως ἀνάγκη –ἴσως δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις ἀλλιῶς– νὰ μιλήσεις τὴ γλώσσα της. Αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς τὴν παραδέχεσαι.[17]

Στὶς 2 Αὐγούστου 1938 διαβάζουμε:

Σὲ ἄλλους τόπους, ὁ κόσμος ποὺ προσπαθεῖ νὰ μιλᾶ σωστὰ μορφώνει τὴ λαλιά του ἀπὸ τὴ λογοτεχνία. Αὐτὸ δὲ γίνεται στὴν Ἑλλάδα· ἡ γλώσσα τοῦ λογοτέχνη δὲν ἐπηρεάζει κανέναν (ἢ ἐλάχιστους). Ὁ κόσμος ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες ἢ ἀπὸ τὴ διοίκηση, σὰν νὰ λέγαμε ἀπὸ τὸ Esperanto.[18]

Ἔπρεπε νὰ περάσουν δεκαετίες γιὰ νὰ μαραθοῦν τὰ κέρατα, ὁπότε: Ναί, ὄντως, the rest is history.


[1] Σεφέρης, Μεταγραφές, σ. 47.

[2] Σεφέρης, Μεταγραφές, σσ. 47 ἑπ.

[3] Σεφέρης, Μεταγραφές, σ. 49.

[4] J. Diggle, The Cambridge Greek Lexicon, τ. 2, σ. 847.

[5] Liddel / Scott / Κωνσταντινίδης, Μέγα λεξικὸν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, λῆμμα Κύπρις, τ. 2, σ. 801.

[6] Σεφέρης, Μέρες Γ´, σσ. 135-137.

[7] Σεφέρης, Μέρες Γ´, σ. 136.

[8] Πρβλ. τὸ ἀκόλουθο λιμερίκι ἀπὸ τὰ Ἐντεψίζικα:

Ἦταν ἔνα παιδόπουλο στὸ Αἴγιο
κι ἕνας Λόρδος περνώντας τοῦ λέγει: «Ὤ!
Ἂν μ’ ἀφήσεις πρὶν φύγω,
νὰ σ’ τὸν κάτσω γιὰ λίγο,
θὰ σὲ στείλω μετὰ στὸ κολλέγιο».

Μαθιὸς Πασχάλης [= Γιῶργος Σεφέρης], Ἐντεψίζικα. Πρόκειται γιὰ ποιήματα (λιμερίκια, μαντινάδες καὶ ρίμες) ποὺ γράφτηκαν μεταξὺ 1939 καὶ 1965. — Ἠ λέξη έντεψίζικα προέρχεται ἀπὸ τὴν τουρκικὴ λέξη edepsiz, ποὺ σημαίνει ἀνάγωγος, βωμολόχος. Πρόκειται γιὰ σύντομα –ἄφοβα θὰ λέγαμε ἐπιγραμματικά– ποιήματα, ἐρωτικοῦ περιεχομένου, ἐπινοημένα ἀπὸ τοὺς Τουρκοκρητικοὺς ποὺ ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὴν Κρήτη τὸ 1923 κατὰ τὶς ἀνταλλαγὲς πληθυσμῶν.

[9] Liddel / Scott / Κωνσταντινίδης, Μέγα λεξικὸν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, λῆμμα μονοστόρθυγξ, τ. 3, σ. 185. Στὰ Γεωργικά του ὁ Βιργίλιος άναφέρει ὅτι τὰ εἴδωλα τοῦ Πριάπου κατασκευάζονταν ἀπὸ κορμὸ δέντρου πελεκημένου χονδροειδῶς, ἦσαν δηλαδὴ μονόξυλα, πού τὰ ἔστηναν οἱ γεωργοὶ στοὺς ἀγροὺς γιὰ νὰ δηλώνουν ὅρια, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ λειτουργοῦν σὰν σκιάχτρα. Vergilius, Georgicon, 4.111: Hellespontiaci […] Priapi.

[10] Liddel / Scott / Κωνσταντινίδης, Μέγα λεξικὸν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, λῆμμα μῆλον (Β), τ. 3, σ. 155. Βλ. Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στ. 978: Τοῖς αἰδοίοισι δρόσος καὶ χνοῦς ὥσπερ μήλοισιν ἐπήνθει· καὶ σὲ μετάφραση τοῦ Κ. Χ. Μύρη, σ. 177: καὶ πλέναν μὲ σαπούνι πράσινο / τὸ χνούδι στ’ ἀχαμνά τους / κι ὅπου περνοῦσαν σκόρπιζαν / μόσχοι καὶ δεντρολίβανο. Ὁμολογῶ ὅτι ἐπίτηδες παρέπεμψα σὲ αὐτὴ τὴν ἐντελῶς ἐλεύθερη κατ’ ἀναλογίαν μετάφραση, γιὰ νὰ δειχθεῖ ἕως ποῦ μπορεῖ νὰ φτάσει ἡ ἐπεμβατικὴ γραφὴ τοῦ μεταφραστῆ, ποὺ ὅμως παραμένει ἐντὸς παραδεκτοῦ πλαισίου.

[11] Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Μεταφραστικὴ θεωρία καὶ πρακτικὴ τοῦ Σεφέρη, σ. 243.

[12] Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Μεταφραστικὴ θεωρία καὶ πρακτικὴ τοῦ Σεφέρη, σσ. 274 ἑπ.

[13] Σεφέρης, Μέρες Γ´, σ. 136.

[14] Σεφέρης, Μέρες Γ´, σσ. 136 ἑπ.

[15] Σεφέρης, Μέρες Γ´, σ. 77.

[16] Παλατινὴ Ἀνθολογία, Στράτωνος Μούσα Παιδική, μετάφραση Γιῶργος Ἰωάννου, σσ. 98-99. — Χάριν τῆς ἀναγνωστικῆς ἀπολαύσεως παρατίθεται ὁλόκληρο τὸ μετάφρασμα τοῦ Ἰωάννου:

Ἐὰν σὲ ἔχουνε ὑπὸ τὴν εὔνοιά τους, Φιλοκλῆ, οἱ Πόθοι,
καὶ ἡ μυρίπνους ἡ Πειθώ, κι οἱ Χάριτες,
ποὺ ὁλοένα ὀμορφιὲς ἀνθολογᾶνε, σοῦ εὔχομαι·
τὸν Διόδωρο νὰ ἔχεις στὶς ἀγκάλες, ἀντίκρυ σου
ὁ γλυκὸς Δωρόθεος νὰ ψάλει, στὰ γόνατα
ὁ Καλλικράτης νά ᾽ναι, παίζοντάς το στὴ φούχτα του
ὁ Δίων ζέστα γλυκιὰ νὰ προκαλεῖ στὸ εὔστοχό σου τόξο,
ὁ Οὐλιάδης πάλι νὰ τὸ ἀποκαλύπτει,
ὁ Φίλωνας φιλὶ γλυκὸ νὰ δίνει, ὁ Θήρωνας
νὰ λέει καὶ νὰ λέει, κι ἐσὺ τὴ ρώγα
νὰ τσιμπολογᾶς τοῦ Εὐδήμου, ἔτσι ὅπως θά ᾽ναι
κάτω ἀπ᾽ τὴ χλαμύδα.
Καὶ ἄν, μακάριε, τὶς γλύκες τοῦτες ὅλες
σοῦ τὶς προσφέρει ὁ Θεός, σὰν τί πιατέλα ρωμαϊκή,
μὲ μεζελίκια ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγόρια θὰ συνθέσεις!

[17] Σεφέρης, Μέρες Γ´, σ. 96.

[18] Σεφέρης, Μέρες Γ´, σ. 99.

Κύλιση στην κορυφή