Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Κωνσταντία Σωτηρίου

Ο βίγκαν κανίβαλος

Όπως άλλοι σώζουν ζώα, αυτός σώζει φυτά. Όχι δέντρα και φυτά μεγάλα. Πιο μικρά, λουλούδια και θάμνους, φυτά κατοικίδια, εκείνα που μπαίνουν στο σπίτι ή που διακοσμούνε τους κήπους και τις βεράντες. Μη δει γλάστρα παρατημένη σε σκουπιδότοπο, γαρυφαλλιές να μαραζώνουν σε απότιστους κήπους. Τρέχει αμέσως να πάρει το φυτό υπό την προστασία του, να το μεταφέρει στο σπίτι του, να το ποτίσει με δροσερό νερό και να το μεταφυτέψει στη σωστή γλάστρα. Έχει μεγάλα σακούλια με χώμα και κοπριά στον κήπο του. Βιταμίνες χώματος. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην αναστήσει τα λούλουδα, τις τριανταφυλλιές που αφέθηκαν στην ψώρα, τις γαρδένιες που κάποιοι παράτησαν απότιστες να πεθάνουν, τις μπιγκόνιες που κάποιοι ασυνείδητοι αγόρασαν από φυτώρια και δεν ήξεραν πώς να τις φροντίσουν. Αδυναμία του είναι ωστόσο οι κάκτοι. Τα παχύφυτα. Που όλοι τα κακομεταχειρίζονται, είτε τα αφήνουν απότιστα, είτε τα ποτίζουν πολύ και σαπίζουν οι ρίζες τους, που δεν ξέρουν πως θέλουν να βάλεις πέτρες στην γλάστρα τους, πως θέλουν την κοπριά τους, πως χρειάζονται φως. Επειδή έχουν τα αγκάθια τους δεν σημαίνει πως δεν θέλουνε τη φροντίδα τους.

«Άγιο» τον χαρακτήρισε σε αφιέρωμα το περιοδικό Ο βίγκαν στην πόλη. Ο Άγιος με τα παχύφυτα –και του έβαλε φωτογραφία του έγχρωμη στο αφιέρωμα «κήποι σε βεράντες».

Άγιος και χαζομάρες. Η ψυχή της το ήξερε, της Ολένας, η ψυχούλα της που τον έβλεπε. Ναι, τα έπαιρνε από τους σκουπιδοτενεκέδες και τα έσωζε, τα γλίτωνε από τις άκρες του δρόμου, τα πότιζε, αλλά μετά; Τον είδε αυτή. Τα έτρωγε. Μόλις έπιαναν να μεγαλώσουν, μόλις πετούσαν φύλλα και πρασινίζανε, τα έκοβε και τα έτρωγε. Διακρίσεις δεν έκανε, και ωμά τα έτρωγε, τα έκανε σαλάτα με βαλσάμικο, τα μεγάλα τα μαγείρευε. Τους κάκτους τους περίμενε να μεγαλώσουν περισσότερο και τους έκοβε, τους έκανε στον φούρνο, κάποιους λεμονάτους με πατάτες, κάποιους άλλους με σάλτσα τομάτας. Ακόμα και τα τριαντάφυλλα τα έτρωγε. Ωμά με τα αγκάθια. Τον φανταζόταν όταν ερχόταν το πρωί να καθαρίσει, τι έκανε το βράδυ. Έβρισκε τον κήπο λες και είχε γίνει μακελειό. Φύλλα και αγκάθια και χώματα παντού, κι αυτός στο κρεββάτι με πρησμένη κοιλιά να ρεύεται και στην άκρη του στόματος του να έχει σημάδια από πέταλα και πράσινες ρίζες. Έπιανε τότε η Ολένα να καθαρίσει τα πράσινα αίματα, τα ζουμιά που έμεναν κολλημένα στους τοίχους, τα στομωμένα μαχαίρια. Έβαζε στην ανακύκλωση μπουκάλια σόδας και χαρτιά από παστίλιες για χώνεψη. Μια μέρα που ήρθε πιο νωρίς για καθάρισμα τον πρόλαβε, τον είδε στην πράξη που έσφαζε έναν κάκτο, εκείνον τον μυτερό της αλόης με τα φύλλα που λόγχευαν, τον είδε να γδέρνει τις ρίζες του, να βουτά τα δάχτυλά του στους χυμούς και να γλείφεται, να γυαλίζει το μάτι του. Έφριξε. Έκλεισε την πόρτα και δεν ξαναπάτησε. Αηδίασε. Σαλάτα και λάχανα στο στόμα της δεν ξανάβαλε. Και τον καταράστηκε να πέθαινε. Να τον έβρισκαν ένα πρωί πατημένο από τις γλάστρες τους, να του μπουν τα αγκάθια στο στομάχι να τον τρυπήσουνε, να τον δηλητηριάσουνε οι μπιγκόνιες, να τον σκοτώσουν τα φύλλα τους, να πεθάνει, ο λαίμαργος, ο λίγδας, ο φονιάς.

/ λαιμαργία

Κύλιση στην κορυφή