Α΄ ΠΡΑΞΗ
[Έναρξη. Εικόνα σέπια σε οθόνη: αρμυρίκια, παραλία, με το νερό της θάλασσας να σβήνει στραφταλίζοντας στην άμμο. Ακούγεται η φωνή της γυναίκας:
Ερχόμαστε από το παρελθόν ή από το μέλλον; (Παύση)
Μου είπε να πάρω μαζί μου τη θάλασσα
και πού να την πάω; Έτσι
έγινα ένας μοντέρνος Σίσυφος: κάθε μέρα
πνίγομαι μέσα της κι εκείνος σκεπάζει το κορμί μου με αλάτι.
Την άλλη μέρα ξυπνάω και ξαναρχίζουμε. (Παύση)
Φαντάζομαι έναν ζωγράφο από το μέλλον
να εμπνέεται έναν πίνακα με τίτλο:
«Αυτό δεν είναι ζωή». Ή «Αυτό δεν είναι θάλασσα».
Ή «Αυτό είναι μια αποτυχημένη απουσία». Ναι, καταλήξαμε.
Αυτός είναι ένας τέλειος τίτλος.]
1.
Ένα τραπέζι, η μία πλευρά του φωτεινή, η άλλη σε απόλυτο σκοτάδι. Στη φωτεινή πλευρά κάθεται ο Άντρας. Μοιάζει κουρασμένος και ίσως άρρωστος, πού και πού βήχει, βγάζει από την τσέπη του ένα μαντήλι και σκουπίζει το στόμα και το ιδρωμένο μέτωπό του.
Στη σκοτεινή πλευρά βρίσκεται ο συνομιλητής του, ο οποίος όμως δεν φαίνεται καθόλου. Είναι σα να μην υπάρχει.
ΑΝΤΡΑΣ
Λοιπόν, εδώ είμαστε. Αντικρυστά καθισμένοι εδώ και τρία τέταρτα. Μάλιστα. Μετρούσα, ξέρεις, από μέσα μου όλη αυτή την ώρα. Έφτασα στον αριθμό 2.758, δηλαδή 45 λεπτά και 58 δεύτερα. Αφού δεν μου μιλούσες τι να έκανα; (Ο Άλλος ακουμπά στο τραπέζι ένα ρολόι). Μα την αλήθεια, δεν ξέρω τι ζητάς από μένα. Έστειλες να με φέρουν εδώ χωρίς καθόλου να με προειδοποιήσεις, χωρίς καν να μου αναγγείλεις την αιτία. Οι εντεταλμένοι σου δεν μου φέρθηκαν βάναυσα, ούτε όμως και με την πρέπουσα ευγένεια, μπορείς να το σημειώσεις αυτό. Αλλά γιατί να μου φερθούν άσχημα, δεν έκανα κάτι κακό από τότε που… Ας μην τα θυμόμαστε τώρα αυτά. Ξέρω πως θα περάσουν χρόνια για να με συγχωρέσεις.
Αν θέλεις να ξέρεις πώς τα περνάμε –αν και φαντάζομαι ότι τη συγκλονιστική ζωή μας θα σου την περιγράφουν με κάθε λεπτομέρεια οι μανδαρίνοι σου– τα κουτσοκαταφέρνουμε εγώ και η γυναίκα μου. Τον γιο μου τον αποκλήρωσα και τον έδιωξα απ’ το σπίτι, απομείναμε τώρα οι δυο μας. Το άλλο, το καημένο το παιδί, το έθαψα πριν τρεις μήνες. Η γυναίκα μου περνάει απ’ τον τάφο κάθε πρωί και κάθε απόγευμα, αλλάζει τα λουλούδια στο ανθοδοχείο, σκουπίζει το μάρμαρο ευλαβικά, φυτεύει ρείκια τριγύρω, κάθεται στο παγκάκι, του μιλάει. Πού τα σκέφτηκε όλα αυτά; Ακατανόητο… Τι του λέει χαμηλόφωνα τόσες ώρες; Άγνωστο… Αλήθεια, τι μπορεί να του ψιθυρίζει τόσες ώρες; Μήπως κατηγορεί εμένα για ό,τι έγινε; Δεν το θεωρώ απίθανο. Οφείλω, πάντως, εμπιστευτικά να σου πω ότι σ’ εσένα κυρίως επιρρίπτει την ευθύνη, εσύ έβαλες –λέει– τη ζήλεια ανάμεσά τους. Εγώ προσπαθώ, ξέρεις, να σε δικαιολογήσω όσο μπορώ, αλλά εδώ που τα λέμε έχεις κι εσύ το μερίδιό σου σ’ αυτό. Να τα λέμε όλα.
(Ο Άλλος ξεροβήχει)
Καλά συγγνώμη, μη θυμώνεις. Χρειαζόμαστε κάποιον να ψέξουμε γι’ αυτήν την αδικία, ειδάλλως θα καταβροχθίσουμε ο ένας τον άλλο σαν τα σκυλιά. Ξέρω ότι η θέση μου είναι δυσχερής. Εξάλλου για σένα είμαι μόνο μια διαρκής όχληση, τίποτα παραπάνω. Ή μήπως όχι; (Παύση, προσπαθεί να δει μες στο σκοτάδι) Το ν’ ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου να το εκλάβω ως απάντηση; (Παύση) Μάλιστα.
Πάει λοιπόν ο γιος μου, τι τα θες… Κι εμείς, με τα πολλά, καταντήσαμε δυο ζώα νεκροφύλακες, που ζουν τρώγοντας πεθαμένες αναμνήσεις, παραμονεύοντας ο ένας τον χαμό του άλλου. Πολλές φορές τα βράδια ξυπνώ μ’ ένα αίσθημα ανυπόφορης δυσφορίας σα να μ’ έχουν εγκαταλείψει ολομόναχο κάπου, παθαίνω κρίσεις δύσπνοιας, βλέπω εφιάλτες ότι πέφτω στο κενό, συχνά λούζομαι στον ιδρώτα. Σηκώνομαι βήχοντας, σέρνω τις παντούφλες μου ως την πόρτα, ξεκλειδώνω, βγαίνω απ’ το σπίτι, ρίχνω μια ματιά τριγύρω για να βεβαιωθώ πως ο κόσμος παραμένει όπως τον είχα αφήσει, κάποτε φτάνω μέχρι το φαράγγι, πιέζω τον εαυτό μου να συνηθίσει στην ιδέα ότι δεν περιμένουμε κανέναν, προσπαθώ να οργανώσω λογικά αυτή την απουσία συνοχής στη ζωή μου, κάπως να την καταλάβω, τίποτα όμως δεν με ηρεμεί ώσπου να πιω ένα ζεστό χαμομήλι. Τότε συνήθως πέφτω πάλι σαν χλωροφορμισμένος για ύπνο. Άλλες φορές πάλι, νομίζω ότι μου συμβαίνουν όλα αυτά ενώ στην πραγματικότητα παραμένω ξαπλωμένος, ακίνητος, και μόνο το μυαλό μου, σαν άγρυπνη νυχτερινή περίπολος, συνεχίζει παρ’ όλα αυτά να περιπλανιέται σ’ έναν κόσμο γεμάτο εφιάλτες και παραισθήσεις. «Παρ’ όλα αυτά», σωστά το είπα. Παρ’ όλα αυτά, μάλιστα. (Παύση)
Λοιπόν νομίζω πως η συζήτησή μας –αν αυτό μπορείς να το πεις συζήτηση, βέβαια– σε λίγο θα καταλήξει σ’ ένα όργιο αυτομαστίγωσης, ήδη θυμίζει περισσότερο ψυχαναλυτικό ντιβάνι. Ξέρεις, πολλές φορές στο παρελθόν σκέφτηκα να κόψω τη γλώσσα μου, ίσως αν το είχα κάνει δεν θα μ’ έφερνες σήμερα εδώ για να μιλήσουμε (ο Άλλος ακουμπάει στο τραπέζι ένα ψαλίδι. Ο Άντρας ξεπερνώντας την αρχική έκπληξή του): Βλέπω ότι δεν έχασες την αίσθηση του χιούμορ που είχες, συγχαρητήρια. Πάρ’ το τώρα μακρυά μου, δεν ξέρεις τι μπορώ να κάνω με δαύτο. Πάντως, στ’ αλήθεια κάποτε σκέφτηκα να κόψω τη γλώσσα μου, έτσι κι αλλιώς στον ερημότοπο που ζω δεν υπάρχουν και πολλοί άνθρωποι για να μιλήσεις. Ως είδος, εγώ και η γυναίκα μου συνιστούμε εδώ κάτω μια φριχτή παραφωνία.
Παρ’ όλα αυτά –το ξαναλέω– θυμάμαι παλιότερα ξεκινούσα με όρεξη το πρωί για τη δουλειά. Έχω μια έντονη ανάμνηση από το κρύο της αυγής και από μυρωδιά σανού, γιατί τότε είχα φτιάξει ένα μικρό ιπποφορβείο, εκείνη, αν θυμάσαι, λατρεύει τα άλογα. Δεν είχε ακόμα ξημερώσει όταν, κρατώντας στο χέρι το τσίγκινο δοχείο με τον καφέ, έπαιρνα τον χωματόδρομο, διέσχιζα την εγκαταλελειμμένη σιδηροδρομική γραμμή με τα σκουριασμένα βαγονέτα –εκεί κοντοστεκόμουν γιατί μου άρεσε ν’ ακούω το τρίξιμο της πινακίδας του σταθμού όταν φυσούσε– συντόμευα τη διαδρομή περνώντας μέσα από μια τρύπα του συρματοπλέγματος και τραβούσα για τις αλυκές.
Εκεί να δεις: σύννεφο σηκώνονταν οι αγριόπαπιες, οι ερωδιοί, τσιχλιά, κορμοράνοι, καθώς περνούσα μέσα απ’ τις καλαμιές. Σφύριζα κι εγώ με μια ειδική σφυρίχτρα που μιμούνταν τα κρωξίματά τους, αληθινή πανδαισία. Ωραίοι καιροί… Τότε δεν περπατούσα άσκοπα όπως τώρα, όχι, είχα τη βιασύνη ενός ανθρώπου αφοσιωμένου στις υποθέσεις του, ήμουν φουσκωμένος απ’ την αφέλεια και την περιέργεια του παθιασμένου κοσμοδιορθωτή: «κοίτα, αυτό το σύννεφο στάζει, θέλει ράψιμο», έτσι σκεφτόμουν. Πίστευα ότι στην επόμενη γωνία θα με περίμενε το λιγότερο ένα ποίημα για να φωτίσει την ασημαντότητά μου, ή τις μαύρες μου μέρες ότι σε κάποια σκοτεινή στροφή θα παραμόνευε ένας δολερός τύπος για να με ανακουφίσει από την ύπαρξή μου. (Παύση).
Αυτό δεν το φαντάστηκες ποτέ, έτσι; Κι όμως, και η σκέψη της αυτοκτονίας έχει περάσει απ’ το μυαλό μου, μάλιστα κύριε! Για να μην πω ότι, με τα χρόνια, έχει φουντώσει. Όταν περνώ από τα ίδια αυτά μέρη σήμερα και βλέπω την πεσμένη στέγη του σταθμού, τον κισσό που έχει περισφίξει τα πάντα, τα παγκάκια σαπισμένα, το σκουριασμένο ποδήλατο πλάι στην αντλία του πετρελαίου σαν κάποιος να το παράτησε εκεί μόλις χθες, όλες αυτές τις υπονοούμενες μομφές σου –γιατί περί αυτού ακριβώς πρόκειται–, αρρωσταίνω, λέω ν’ αρπάξω αυτό το ψαλίδι και να το καρφώσω είτε στον λαιμό μου είτε– (ο Άλλος αρπάζει το ψαλίδι και το εξαφανίζει). Με πρόλαβες. (Βγάζει από την τσέπη ένα μαντήλι και σκουπίζει τον ιδρώτα του φανερά ταραγμένος) Συγγνώμη για το ξέσπασμα. Δεν το ήθελα, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε. Συγγνώμη, έτσι; (Παύση) Μάλιστα. (Παύση)
Γιατί έγινα ξαφνικά τόσο βίαιος; Γιατί σου έκανα αυτή την εξομολόγηση; Απέναντί σου είμαι πάντοτε υπέρμετρα δειλός, μη φανταστείς όμως ότι το έκανα για να ξεπεράσω τον φόβο μου. Όχι, αυτό θα ήταν από μέρους μου μια ανόητη δήλωση θράσους, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να κάνω… Συγγνώμη… Μάλιστα… Ο σκοπός μου ήταν ο ακριβώς αντίθετος: ήθελα να πληγώσω την έπαρσή μου, να ταπεινωθώ ως το χώμα ώσπου… ώσπου ν’ αδειάσω τελείως, να ξαναβρώ ίσως έτσι το δρόμο για μια έντιμη και αξιοπρεπή ζωή. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν σκέφτηκα την αυτοκτονία στα σοβαρά, τι αξιοθρήνητη σκέψη: να προσπαθείς να αιφνιδιάσεις τον εαυτό σου, ανοησία, ανοησία σκέτη… Να έτσι, δεξιά, τώρα αριστερά, πάλι δεξιά (κάνει απότομους ελιγμούς σαν μποξέρ που θέλει ν’ αποφύγει τα χτυπήματα στο κεφάλι), σε τρόμαξα έ; Όχι, μόνο για να πειράξω εσένα σκέφτηκα την αυτοκτονία, ήθελα να δω πώς θ’ αντιδράσεις, αν θα σπεύσεις να με γλιτώσεις. Τα κίνητρά μου ήταν ποταπά, το παραδέχομαι… Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο απ’ το να ζεις, όπως εγώ, σε μια κατάσταση απροσδιόριστης αναμονής… Αλλά ποιο το αποτέλεσμα; Από κάτι τέτοια μικρά, ίσως και γελοία, μαθαίνεις να στηρίζεις ό,τι έχεις στο τίποτα. Τί-πο-τα, μια λέξη από τρία βοτσαλάκια, το «τι», το «πο» και το «τα», κινέζικα βοτσαλάκια, τα πιάνεις, τα ζυγίζεις παίζοντας μες στην παλάμη, και τα πετάς στη θάλασσα, μπλουμ! Χάθηκαν. Νομίζω πως κάπως έτσι τελικά καταλήγεις ν’ αγαπάς τη μικρότητά σου, σα να ’ναι το ίδιο το δέρμα σου…
Αναλογίζομαι τώρα την κατάστασή μου: Δεν έχω παιδική ηλικία, μήτε αναμνήσεις· δεν είχα μια θεία Σούλα να μου φέρνει μολυβένια στρατιωτάκια, έναν κομψευόμενο θείο Χρήστο να μου φτιάχνει συνέχεια τη χωρίστρα, μια εξαδέλφη Βεατρίκη για να κρυβόμαστε κάτω απ’ το βαρύ τραπεζομάντηλο στο σαλόνι. Είμαι καθαρός απ’ αυτά. Κι όμως πάσχω από ζωή, πού να πάρει, πάσχω από εξορία κι ερήμωση, ο κόσμος όλος από εδώ, στις όχθες του ποταμού, μέχρι το Πευκοδάσος και το βόρειο τείχος, αυτά τα τριακόσια-τετρακόσια βήματα που ορίζουν, ας πούμε, τον τόπο μου, μοιάζει με δωμάτιο ασθενούς, το επιβεβαιώνουν άλλωστε τα μουχλιασμένα σεντόνια κι η σακατεμένη μου διάθεση. Ίσως τελικά όχι τόσο με δωμάτιο ασθενούς όσο με μια σκηνοθετημένη κατάσταση που εσύ δημιούργησες για να με πονέσεις, ίσως και χωρίς κανέναν σκοπό, μόνο και μόνο για να παίξεις μαζί μου. (Παύση. Ξεσπάει:) Εσύ κι όλες αυτές οι δήθεν-χωρίς-σκοπιμότητα επιτιμήσεις σου! Η περιφρόνησή σου! Αυτό το βλέμμα σου που έφερε τη νύχτα στον κόσμο! Εγώ δεν είχα συγγενείς, είχα εσένα, δεν ξέρω εντέλει ποιο απ’ τα δυο είναι χειρότερο!
Κοίτα τριγύρω, να το τοπίο σου, ο χώρος που μου νοικιάζεις: πετρώδης, δύστροπος, χαοτικός, αναδεικνύει συνεχώς ό,τι πιο απάνθρωπο έχω μέσα μου, με κάνει να αισθάνομαι καθηλωμένος στην επικράτειά σου, δεσμώτης, θύμα σου στο διηνεκές. Κι αυτό δεν αντέχεται. Με τίποτα. Κατάλαβες;
Θυμάμαι κάτι Μορμόνους που πέρασαν κάποτε από εδώ. Πολύ καθωσπρέπει άνθρωποι. Μου χτύπησαν το κουδούνι και μου έδειξαν μια γλυκερή ζωγραφιά στην οποία οι άνθρωποι παριστάνονταν να ζουν αρμονικά με τ’ άγρια ζώα, ξέρεις αγκαλιασμένοι, χαμογελαστοί, τέτοια πράγματα, και με ρώτησαν αν θα ήθελα να ζήσω κι εγώ σ’ ένα τέτοιο ειδυλλιακό περιβάλλον. Κατάλαβα, βέβαια, ότι επρόκειτο για μία ακόμα παγίδα σου οπότε τους απογοήτευσα μ’ ένα απότομο «όχι ευχαριστώ, δεν θα πάρω». Σου επισημαίνω ότι δεν ήταν προετοιμασμένοι όπως έπρεπε, η κατάρτισή τους ήταν μάλλον ελλιπής γιατί αμέσως απογοητεύτηκαν κι έφυγαν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ούτε και η ζωγραφιά που μου έδειξαν ήταν η κατάλληλη, μου θύμισε τον ζωολογικό σου κήπο και τις αλαζονικές μαϊμούδες σου που με ειρωνεύονταν με χίλιους δυο μορφασμούς. Α, σ’ έπιασα πάλι. Ώστε δεν φανταζόσουν ότι είμαι δαρβινιστής, έτσι; Και τι σε έκανε απ’ την αρχή να πιστεύεις ότι η δική μου μοναξιά θα έβρισκε την ευτυχία στη μοναξιά αυτού του αδιάβατου τόπου; Το μόνο που με δένει μ’ αυτόν είναι το παιδί που έθαψα εδώ. Όχι εσύ, σε καμία περίπτωση εσύ. Μάλιστα.
Μη φανταστείς τώρα ότι σ’ εκείνη λέω τίποτε απ’ όλα αυτά, όχι βέβαια. Όσο πιο λίγα λες στις γυναίκες, τόσο πιο ήσυχο έχεις το κεφάλι σου. Σκέψου ότι δεν της έχω πει ούτε για τα δώρα που συχνά-πυκνά μου αφήνεις στο δάσος. (Ο Άλλος κάνει μια κίνηση με το χέρι). Έλα τώρα. Δεν χρειάζεται να κρύβεσαι άλλο, εσύ είσαι που αφήνεις τις πιο άθυμες μέρες μου εκείνο το μαντήλι με το φαγητό και τα γλυκίσματα που βρίσκω όταν επιστρέφω απ’ τα χωράφια. Αν το καλοσκεφτείς, μοιάζει ακατανόητη η συμπεριφορά σου σε σχέση με την ακόρεστη μοχθηρία που σε διακρίνει. Εγώ, τέλος πάντων, δεν μπορώ παρά να σου είμαι ευγνώμων γι’ αυτή τη μικροχαρά που μου προσφέρεις. Επειδή όμως είναι κάτι που αφορά τους δυο μας, πρέπει να ξέρεις πως ούτε γι’ αυτή σου την αβρότητα τής έχω κάνει λόγο, φαντάσου.
Λοιπόν, τώρα που τα μάζεψε κι έφυγε ο μεγάλος μας γιος, απομείναμε δυο γέρικα κουφάρια, ένα ζευγάρι απόστρατων συνταξιούχων. Πηγαίνουμε συχνά στην παραλία, ξαπλώνουμε στη ζεστή άμμο, ακούμε τον φλοίσβο του κύματος, κρυφοκοιτάω κάποτε τα γυμνά της πόδια, δεν έχει δα και τόσες ρυτίδες, πράσινες φλεβίτσες ή κυτταρίτιδα –ποιος ξέρει με τι κρέμες ενυδατικές– διατηρείται πάντως δροσερή και μάλιστα σφριγηλή. «Άι τον γεροτράγο», θα πεις, «δεν του το ’χα», μη φανταστείς όμως, κανείς μας δεν έχει όρεξη πια για τίποτα τρυφερές περιπτύξεις, ακολασίες και τα παρόμοια. Είμαστε πλέον σαν δύο αδέλφια. Μάλιστα. Καλύτερα, σαν δύο πέτρες αδελφικά ριγμένες, που συνυπάρχουν στην ακρογιαλιά, πυρακτωμένες από τον ήλιο, χωρίς σκέψεις, σε διαρκή αναμονή για το καινούργιο. Ή έστω, περιμένοντας να σηκώσει κάποιος τα πέτρινα, σαν μολυβένια βαρύτητα σώματά μας και να μας πετάξει στο νερό, κάνοντας με μαεστρία «ψαράκια» στην επιφάνειά του, μέχρι να βυθιστούμε, μαζί ή χώρια, στην αδελφική, θαλασσινή ερημιά μας. Καθόμαστε λοιπόν σ’ εκείνο το συμπαντικό ακρογιάλι κι είναι μαζί μας ο θάνατος του μικρού μας γιου, η εξορία του άλλου, η αγάπη μας σβήνοντας με τα χρόνια, το τρομερό σου βλέμμα τότε, το φλοίσβισμα του νερού, το οδυνηρό, αργόσυρτο πέρασμα των ημερών, όλα όσα σχεδίασες κι έγιναν ή πρόκειται να συμβούν. Και κλαίμε για τα παιδιά μας που χάσαμε και για το κακό που μας έκανες, κι η θάλασσα κλαίει μέσα μας.
Λοιπόν, εδώ είμαστε. Οι μέρες είναι θλιβερές, μάλιστα. Πλήξη… τηλεόραση… αηδία. Πνί-γο-μαι! Μάλιστα. Τι άλλο ήθελες απ’ τη ζωή μου; Για πες; Κουρέλι δεν την κατάντησα; Δεν την ευτέλισα αρκετά; Σ’ εκδικήθηκα ίσως. (Παύση). Μάλιστα, κύριε. Πνίγομαι, κύριε. Μάλιστα.
2.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θυμάσαι τη θάλασσα;
ΑΝΔΡΑΣ: Θυμάμαι τη θάλασσα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θυμάσαι τις αλυκές;
ΑΝΔΡΑΣ: (Σκέφτεται) Δεν θυμάμαι τίποτα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Για θυμήσου. Έφευγες κάθε πρωί, πετούσαν πουλιά μες στα καλάμια, είχες και μια ξύλινη βάρκα με κουπιά. Της είχες δώσει τ’ όνομά μου. Θυμάσαι πώς την έλεγαν;
ΑΝΔΡΑΣ: Δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι, συγγνώμη.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πειράζει, καλέ μου. Μη στενοχωριέσαι.
ΑΝΔΡΑΣ: Πώς την έλεγαν;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εμένα πώς με λένε;
ΑΝΔΡΑΣ: Εσύ είσαι εσύ.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποια είμαι εγώ;
ΑΝΔΡΑΣ: Ένας πολύ δικός μου άνθρωπος.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θυμάσαι κάτι άλλο;
ΑΝΔΡΑΣ: Δεν θυμάμαι. Είσαι η μητέρα μου; Νομίζω όμως πως σ’ αγαπάω.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι εγώ σ’ αγαπάω.
ΑΝΔΡΑΣ: Κατουριέμαι.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σήκω να σε πάω στην τουαλέτα.
ΑΝΔΡΑΣ: Δεν μπορώ. Τρέμουν τα πόδια μου. Μαμά, θα με βοηθήσεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Βάλε τα δυνατά σου. Σήκω!
(Τον πηγαίνει στην τουαλέτα. Ενόσω αυτός είναι μέσα, χτυπάει ένα κουδούνι).
ΓΥΝΑΙΚΑ: Νοσοκόμα! Προϊσταμένη! Χρειάζομαι βοήθεια! Δεν ακούνε ποτέ όταν τις χρειάζεσαι. (Χτυπάει την πόρτα της τουαλέτας). Είσαι καλά;
ΑΝΔΡΑΣ: Τι φωνάζεις; Έχεις δει ποτέ κανέναν γιατρό;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Γιατί αργείς; Χρειάζεσαι βοήθεια, να μπω;
ΑΝΔΡΑΣ: Σκέφτομαι. Οι άντρες σκεφτόμαστε στην τουαλέτα, δεν το ξέρεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Βγες, επιτέλους! Τι σκέφτεσαι;
ΑΝΔΡΑΣ: Ένα μέρος με πουλιά. Πετάνε γύρω μου. Μου φυσάει ο αέρας τα μαλλιά. Είμαι χαρούμενος. Και μετά βλέπω ένα κοιμητήρι δίπλα στη θάλασσα με δυο μόνο τάφους. Μάλλον αποκοιμήθηκα και είδα όνειρο.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Με τόση ώρα που κάνεις εκεί μέσα, μάλλον σε πήρε ο ύπνος! (Ακούγεται το καζανάκι)
ΑΝΔΡΑΣ: Και πού με πήγε;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μας έφταναν όλα τ’ άλλα, κάνουμε και χιούμορ τώρα;
ΑΝΔΡΑΣ: Έχουμε γεράσει;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ανεπανόρθωτα.
ΑΝΔΡΑΣ: Θέλω να ξαναπάμε στην παραλία. Στις αλυκές.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Να ανοίξει ο καιρός και θα καλέσω ένα ταξί να μας πάει.
ΑΝΔΡΑΣ: Πού θα μας πάει; (Διακοπή). Θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου. Εδώ δεν είναι το σπίτι μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάλι τα ίδια… Και πού είναι, λοιπόν, το σπίτι σου;
ΑΝΔΡΑΣ: Κάπου αλλού. Κοντά στο νερό. Εδώ δεν είναι το σπίτι μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Κουράστηκα, δεν μπορώ άλλο.
ΑΝΔΡΑΣ: Κι εγώ κουράστηκα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ας μη μιλάμε για λίγο. Χρειάζομαι ησυχία.
Μικρή διακοπή.
ΑΝΔΡΑΣ: Να σου μιλήσω;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι έκανες τόσην ώρα;
ΑΝΔΡΑΣ: Σκεφτόμουνα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σε ακούω.
ΑΝΔΡΑΣ: Έκανα λάθος πριν, δεν τα είπα σωστά.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι εννοείς;
ΑΝΔΡΑΣ: Είπα ότι δεν είμαι σπίτι μου. Έκανα λάθος, τώρα θυμάμαι. Σπίτι μου είναι όπου βρίσκεσαι εσύ.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σ’ ευχαριστώ, καλέ μου. Και για μένα το ίδιο ισχύει.
ΑΝΔΡΑΣ: Εκεί που ζούσαμε πριν, ο Θεός υπήρχε;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Έτρωγε μαζί μας κάθε μεσημέρι. Τουλάχιστον στην αρχή.
ΑΝΔΡΑΣ: Γιατί μας παράτησε; Μάλλον δεν μας άντεχε πια, έτσι; Υπερβολική ανθρωπίλα. Σωματικές εκκρίσεις, μυρωδιές, όλα τα κάναμε αδέξια.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Όχι, εμείς φταίμε. Εκείνος μας φερόταν με καλοσύνη, ίσως μας θεωρούσε δικούς του ανθρώπους, ίσως πάλι ν’ αγαπούσε μόνο τα νιάτα μας. Αρρώστησε όμως και δεν πήγαμε ούτε να τον επισκεφτούμε.
ΑΝΔΡΑΣ: Από τότε ασθενεί;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, από τότε. Κι εμείς μαζί του.
ΑΝΔΡΑΣ: Μάλιστα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Χους ει και εις χουν απελεύσει. Και φαντάσου, ήταν πελώριος. Μελαχρινός, σαν Τούρκος ιμπρεσάριος με μουστάκι.
ΑΝΔΡΑΣ: Μάλιστα. (Παύση). Αυτό το μουστάκι δεν το θυμάμαι.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν υπήρχε, τώρα το σκέφτηκα. Φαντάζομαι ότι θα του άρεσε η ιδέα.
ΑΝΔΡΑΣ: Ποιανού;
Σιωπή.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Είπες κάτι;
ΑΝΔΡΑΣ: Όχι.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θυμάσαι τη θάλασσα;
ΑΝΔΡΑΣ: Θυμάμαι τη θάλασσα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Είσαι επιφυλακτικός. Τι ακριβώς θυμάσαι;
ΑΝΔΡΑΣ: Δεν θυμάμαι τίποτα. Τι μήνα έχουμε;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζω Σεπτέμβριο. Ο καιρός έξω απ’ το παράθυρο είναι μπαμπακένιος. Θα μπορούσε να είναι και Οκτώβριος βέβαια, με τέτοια συννεφιά. Θες να σου πω ώρα και μέρα;
ΑΝΔΡΑΣ: Δεν με νοιάζει.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τίποτα δεν σε νοιάζει. Ούτε ότι έχω αρχίσει κι εγώ να ξεχνάω.
ΑΝΔΡΑΣ: Υπάρχουν κάτι σπουργίτια εκεί έξω.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Είσαι μακριά;
ΑΝΔΡΑΣ: Πολύ μακριά.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν έχω χάρτη για να σε εντοπίσω. Μου φαίνεται πως τελευταία υποκρίνομαι πως μιλάω σ’ ένα τηλέφωνο με κομμένο το καλώδιο. Είμαι καλή ηθοποιός;
ΑΝΔΡΑΣ: Τι ώρα είναι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι σε νοιάζει; Έχεις να πας κάπου;
ΑΝΔΡΑΣ: Δεν ξέρω.
Σιωπή.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι έκανες τόσην ώρα;
ΑΝΔΡΑΣ: Μάλλον προσευχόμουν. Νομίζω.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Και γιατί προσευχόσουν;
ΑΝΔΡΑΣ: Να, κάτι δικά μου. Σε παρακαλώ, μη μου πεθάνεις. Δεν ξέρω τι θα κάνω χωρίς εσένα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πώς σου ήρθε αυτό;
ΑΝΔΡΑΣ: Είπες ότι γεράσαμε.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι αυτό πώς το θυμάσαι; Το είπαμε αιώνες πριν. Κι εγώ δεν θέλω να σε χάσω.
Μ’ ακούς;
Εκείνος έχει αφαιρεθεί.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αιώνες πριν σε είδα να χάνεσαι τρελαμένος στο δάσος, στις φυλλωσιές. Είδα στις πλάτες σου τα φτερά της φυγής. Δεν περίμενα να επιστρέψεις και να που ένα πρωί σ’ άκουσα να έρχεσαι τραγουδώντας. Σε είδα να φέρνεις νερό, να με ξεδιψάς απ’ τα χέρια σου. Είδα τα μάτια σου, φώτιζαν τον στενό μας αγρό. Σε είδα θυμωμένο και κουρασμένο, ο ιδρώτας έσταζε απ’ τα φρύδια σου, κυρίως όμως έσταζε από μέσα σου, σ’ έκανε να σκύβεις βογκώντας ως το χώμα. Σε είδα μέρες πολλές στον αγκαθότοπο να γερνάς και ν’ ασκημαίνεις.
ΑΝΔΡΑΣ: Είμαι το ασχημόπαπό σου, μαμά;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, αυτό είσαι. Θυμάσαι εκείνη την εποχή; Θυμάσαι;
Δεν απαντά.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι ωραία, έλεγες τότε, ν’ αφήνεις ξοπίσω σου το παρελθόν και να ξαναγεννιέσαι, αυτό έκανες σ’ όλη σου τη ζωή. Κοιμόσουν και το άλλο πρωί ήταν όλα καινούργια, ένας κόσμος πρωτοΐδωτος, στάζοντας αθωότητα. Και τώρα το ίδιο μου φαίνεται πως κάνεις, αλλά ξεχνάς να ξυπνήσεις. Ονόματα και τόποι, ακόμα και το δικό μου όνομα, κατάντησαν για σένα νεκρωμένα κύτταρα, κάτι σαν πιτυρίδα που πρέπει να ξεφορτωθείς από το πέτο μ’ ένα βιαστικό τίναγμα της ανάστροφης του χεριού. Όλα είναι λάθος, ακόμα και το φως εδώ στον θάλαμο είναι λάθος.
ΑΝΔΡΑΣ: Κι εγώ θυμώνω με τον εαυτό μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Το ξέρω, καλέ μου. Μη μου δίνεις σημασία, όλα τα ξέρω. Απλώς με παίρνει κι εμένα κάποτε το παράπονο.
ΑΝΔΡΑΣ: Τι είναι η πυριτίδα;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πιτυρίδα. Α! Μη μου πεις πως το θυμάσαι; Από τι έπασχε ο γιος μας όταν πονούσε ο λαιμός του;
ΑΝΔΡΑΣ: Από φεγγαρίτιδα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αλήθεια τώρα; Πώς τις θυμάσαι αυτές τις λεξούλες, πόσο χαίρομαι!
ΑΝΔΡΑΣ: Η αλήθεια μας δεν τελειώνει ποτέ.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποτέ, καλέ μου.
ΑΝΔΡΑΣ: Δεν θα με ρωτήσεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι θες να σε ρωτήσω;
ΑΝΔΡΑΣ: Αν θυμάμαι τη θάλασσα. Πάντα αυτό με ρωτάς.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θυμάσαι τη θάλασσα;
ΑΝΔΡΑΣ: Πάντα θυμάμαι τη θάλασσα. Αλλά δεν θα τη θυμόμουν αν δεν ήμουν εκεί μαζί σου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αν σου ξαναθυμώσω, αυτό να μου πεις. Ότι χάθηκες στη θάλασσα μέσα σου. Αυτό να πεις σε όποιον σε ρωτήσει.
ΑΝΔΡΑΣ: Τι θα ρωτήσει;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θα έρθει κάποιος από μακριά και θα ρωτήσει: «Εσύ Αδάμ πού ήσουν;» Τι θα του πεις;
ΑΝΔΡΑΣ: Στη θάλασσα, θα του πω. Μαζί σου. Θυμάσαι τη θάλασσα;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν θυμάμαι πια τίποτα. Δεν θυμάμαι πια τίποτα.
ΑΝΔΡΑΣ: Μαμά;
Ήχος της θάλασσας.
Β΄ ΠΡΑΞΗ
3.
ΑΝΤΡΑΣ: Ήρθα στο σπίτι της συνείδησης, σκέφτηκα τον κόσμο αλλιώς, ξαφνικά σκέφτηκα τον κόσμο σκληρότερο, πιο βίαιο, μεταλλικό. Να βουίζει. Ο κόσμος ήσουν εσύ. Όλα ήσουν εσύ και συγχρόνως όλα ήταν μία αφαίρεση.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν σε καταλαβαίνω, είναι πολύ αφηρημένα όσα λες.
ΑΝΤΡΑΣ
Θέλω να πω ότι ο έρωτας, πέρα από κτητικότητα, είναι και μια άσκηση στην επανάληψη, όλα τα ζούμε και θα τα ξαναζήσουμε κι αυτή η ρουτίνα είναι ένας εμμονικός αυτοσχεδιασμός που οδηγεί στην αγιότητα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Αμάν πια εσύ και οι μεγαλεπήβολες ιδέες σου. Δεν μπορούμε επιτέλους να ζήσουμε ήρεμα χωρίς αυτές τις έξαλλες σκηνοθεσίες, χωρίς κάτι να επείγει;
ΑΝΤΡΑΣ: Εσύ τις προκαλείς με τα λόγια σου, εσύ με σκηνοθέτησες.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Το ζήτημα είναι: Θες να βρίσκεσαι εδώ; Νιώθεις αυτόν τον τόπο σπίτι σου;
ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό είναι το σπίτι μου. Σε είδα στον ύπνο μου χτες. Ήσουν στην απέναντι αποβάθρα, πήγαινες σε αντίθετη κατεύθυνση. Μπήκες, κάθισες και καθώς με χαιρετούσες με το χέρι απ’ το φωτισμένο βαγόνι, συνειδητοποίησα βλέποντάς σε από απόσταση, πως έχεις μεγαλώσει.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είμαι μόνο εγώ, έτσι; Και οι δύο έχουμε γεράσει!
ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αυτό κατάλαβα. Τόσα χρόνια σε θαύμαζα, σ’ έβλεπα κι έτρεμαν τα πόδια μου, ζήλευα, φοβόμουν μη φύγεις και σε χάσω. Και τώρα, ανακατεμένη στο όνειρο με τόσο νεαρόκοσμο, που δεν γύρισε καν να σε προσέξει, που δεν συγκλονίστηκε με την είσοδό σου όπως συμβαίνει μ’ εμένα, συνειδητοποίησα πως είσαι κι εσύ μια μεσόκοπη συνηθισμένη γυναίκα, όπως κι εγώ είμαι ένας ηλικιωμένος, κουρασμένος και μάλλον συνηθισμένος άντρας. Έχω την ιστορία μου, μια ιστορία δυστυχίας όπως όλοι.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Και τι θες να μου πεις μ’ όλα αυτά;
ΑΝΤΡΑΣ: Τίποτα. Απλώς, ότι τα χρόνια πέρασαν και τα περάσαμε μαζί. Έχει μια τρυφερότητα αυτό το πεπρωμένο.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Όλο χαζομάρες λες. Αν ανοίξω την πόρτα τώρα και βγω, θα με χάσεις για πάντα.
ΑΝΤΡΑΣ: Μη φύγεις.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν θα φύγω. Λες δεν το ξέρω; Κανείς δεν γυρίζει πια να με κοιτάξει. Οι άντρες που ενδιαφέρονται για μένα είναι πια πάνω από εβδομήντα.
ΑΝΤΡΑΣ: Έφαγα, λοιπόν, τα καλύτερά σου χρόνια;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν λέω αυτό. Μου άρεσε άλλοτε να τραβάω την προσοχή των άλλων, να νιώθω διαθέσιμη και ανεξάρτητη σαν μια Ναστάζια Φιλίπποβνα που, στις δεξιώσεις και τις γιορτές, μ’ ένα ελεητικό της βλέμμα και μόνο προσελκύει γύρω της σαν μέλισσες τους άντρες. Μάλλον άργησα να καταλάβω πως εσύ ήσουν το πεπρωμένο μου. Τώρα έχουμε παρελθόν.
ΑΝΤΡΑΣ: Δεν μου αρέσει το παρελθόν. Θέλω μέλλον. Οπωσδήποτε μέλλον.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Όλα θα πάνε καλά.
ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί το λες αυτό, πώς σου ήρθε;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν ξέρω. Μάλλον έπρεπε να το πω. Θα πλύνω τα πιάτα.
Σβήνουν τα φώτα.
4.
Σκοτάδι. Στη θέση που ήταν ο Άντρας στην αρχή εμφανίζεται τώρα μόνη η Γυναίκα.
ΓΥΝΑΙΚΑ
Στην αρχή δεν είχαμε λέξεις. Μας είχε επηρεάσει τόσο αυτό που είχε συμβεί ώστε δείχναμε μόνο, βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Γιατί ξέραμε ότι εκείνες οι λέξεις μας, ισοδύναμες με τις χειρότερες ανθρώπινες πράξεις, θα επιζούσαν και μετά τον θάνατό μας, για πάντα. Εκείνος, που τότε έχωνε ακόμα και χαλίκια στο στόμα του για να μην του ξεφύγει καμία επώδυνη συλλαβή, αποφάσισε ότι έπρεπε να χωρίσουμε για λίγο κι έφυγε. Μη φανταστείς ότι μ’ άφησε αβοήθητη, έφτιαξε πρώτα ένα σπίτι, ξεχέρσωσε μερικά εκτάρια γης τριγύρω, έφερε νερό, ετοίμασε στάβλο και υποστατικά κι ύστερα έφυγε. Ομολογουμένως, υπήρξε πάντοτε πολύ προστατευτικός μαζί μου, αν και με τον καιρό έχω καταλήξει πως συχνότερα προστάτευε μάλλον τη μοναξιά του. Του άρεσε –κι ίσως τώρα πια να του αρέσει ακόμα περισσότερο– να μιλάει μόνος του, μπορείς, από αρκετά μακρυά μάλιστα, να τον ακούσεις να στήνει τους πιο εξωφρενικούς διαλόγους, ρωτώντας και απαντώντας ο ίδιος, να περιγράφει τι έκανε χθες, πώς πέρασε σήμερα, τι σχεδιάζει γι’ αύριο ή για την ερχόμενη εβδομάδα –στην πραγματικότητα, όμως, πιστεύω ότι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο πάντα απευθύνεται σ’ εσένα. Εσύ είσαι ο αόρατος συνομιλητής του. Κι εδώ που τα λέμε, κι εγώ είχα όρεξη πολλές φορές να σου μιλήσω, μου έλειψαν πολύ εκείνες οι παλιές, μακροσκελείς συζητήσεις μας. Μια φορά, μάλιστα, θέλησα και να σου τηλεφωνήσω, να σου εξομολογηθώ τα πάντα, ήθελα –πού να πάρει– να μιλήσω με κάποιον, όμως ο αριθμός που μου είχες δώσει, και τον είχα επιμελώς κρύψει από τον άντρα μου, ήταν λανθασμένος. Για φαντάσου: μου απάντησε μια τραχειά φωνή που μου είπε πως είχα πάρει σ’ ένα νεκροταφείο. Έτσι, τα λέμε πια μόνο στα όνειρά μου, γιατί εγώ, όπως ξέρεις, δεν σε φοβάμαι όπως εκείνος. Περισσότερο φοβάμαι εκείνη τη μεταλλική φωνή σου μέσα μου. Αλήθεια, εσύ μας ονειρεύεσαι ποτέ; Έχεις ψυχαναλυτή που να σου ερμηνεύει όσα κατοικούν ή στοιχειώνουν τον ύπνο σου; Ή μήπως τα όνειρά σου δεν έχουν κάποιον να τα ονειρευτεί; (Παύση).
Τι έλεγα; Πού είχαμε μείνει; Α ναι. Τότε που έφυγε. Έβλεπα, λοιπόν, πού και πού ν’ αναθρώσκει μια στήλη καπνού μέσα απ’ το δάσος, τον άκουγα να ουρλιάζει πολλές νύχτες απελπισμένος, αργότερα μου εκμυστηρεύτηκε –κι ο τόνος ήταν τέτοιος που τον πίστεψα κι ακόμα τον πιστεύω– ότι έφτασε στο σημείο να θέλει να κόψει τη γλώσσα του. Βλέπεις ήταν η ομιλία που μας είχε προξενήσει τόσο κακό κι ύστερα είχαμε χάσει πολύ χρόνο αναζητώντας την αλήθεια στις λέξεις κι όχι απευθείας στα πράγματα. Τέλος πάντων, μερικούς μήνες μετά επέστρεψε και τρόμαξα να τον αναγνωρίσω: αξύριστος, άπλυτος, με μακρυά απεριποίητα μαλλιά, αλλά ήρεμος πια, ένα αρνί. Στρώθηκε, μάλιστα, αμέσως στη δουλειά με τέτοια ζωτικότητα που πραγματικά μ’ εντυπωσίασε και μη σου φανεί παράξενο: τον ξαναερωτεύτηκα. Έπειτα ήρθαν τα παιδιά, τα πρώτα τους βήματα, οι πρώτες λεξούλες, συγκινητικά εύθραυστες και άδολες, τόσο που στην αρχή κλαίγαμε συνέχεια απ’ τη χαρά μας, γιατί νιώθαμε ότι επιτέλους έφερναν ξανά την ισορροπία στον κόσμο. Τίποτα δεν μας προϊδέαζε τότε ότι κάτι κακό θα συμβεί, εμείς τα μεγαλώσαμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για να συνεχίσουν την παρουσία μας σ’ αυτό το μέρος, δεν ξέρω… Αναρωτιέμαι μερικές φορές μήπως για την κακή μας μοίρα φταίει η γενιά μας, μήπως η φύτρα μας είναι ένα είδος βρωμιάς μέσα στον κόσμο, που μολύνει τα πάντα σαν ακατανίκητος ιός. Αμαρτίες γονέων… (Παύση)
Τι έλεγα; Όλο ξεχνάω. Α ναι, έφερα και φωτογραφίες να σου δείξω (σκύβει και βγάζει από την τσάντα της φωτογραφίες). Να, εδώ είναι το σπίτι μας, το περιποιήθηκε πολύ όπως βλέπεις, όμως κι εγώ έκανα ό,τι μπορούσα, για κοίτα τι ωραία γεράνια έχω φυτέψει στις γλάστρες. Α κι εδώ –είναι κάπως αστείος, αλλά μην του το πεις– είναι από εκείνη την εποχή που τον είχε πιάσει η μανία να πετάξει και σχεδίαζε κάθε είδους πτητικές μηχανές, δεν μπορείς να φανταστείς. Εγώ έπρεπε να ράβω πάνω σε κάτι χοντρούς μουσαμάδες, με τη μεγαλύτερη δυνατη προσοχή, φτερά πουλιών που μάζευε μήνες ολόκληρους από αετοφωλιές κι απ’ τον περιστερώνα μας, με βάση τις ειδικές του μελέτες –περιττό να σου πω, όλα ήταν οικτρές αποτυχίες. Τα παράτησε όταν έσπασε το δεξί του πόδι και χέρι μαζί με τρία πλευρά πέφτοντας από μια πανύψηλη καστανιά, έμεινε κοντά δυο μήνες κρεβατωμένος, γκρινιάζοντας αφόρητα, αλλά το μάθημά του το πήρε κι ευτυχώς γλίτωσα κι εγώ από εκείνο το μαρτύριο. Α κοίτα κι αυτή, της έχω δώσει τον τίτλο «Ο αιμοβόρος εκδικητής με το πριόνι», πρωτότυπο έτσι; Με φώναξε ακριβώς για ν’ απαθανατίσω τον θάνατο της περιβόητης εκείνης καστανιάς, «θαυμάστε τη νίκη του ανθρώπου επί της φύσης» ζητωκραύγαζε, λες κι έφταιγε το καημένο το δέντρο για την πτώση του κι έπρεπε να το εκδικηθεί. Έγινε ξύλα για το τζάκι.
Κι εδώ είναι ο μεγάλος μας που ψαρεύει με τον πατέρα του, έξυπνο παιδί, αεικίνητο, αλλά πεισματάρικο κι οξύθυμο όπως κι εκείνος. Ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά οι δυο τους, μάλλον επειδή έμοιαζαν τόσο πολύ οι χαρακτήρες τους. Κατά βάθος ήταν γλυκός, ακόμα θυμάμαι εκείνο το παιχνίδι που είχαμε επινοήσει: «Είσαι ένα κρεβάτι», του ανακοίνωνα. «Κι εσύ ένα σεντόνι», μου απαντούσε. «Θα με σκεπάσεις;» τον ρωτούσα. «Όχι», μου έλεγε, «γιατί εσύ είσαι τώρα ένα άλογο και τώρα μια μεγάλη γάτα». «Κι εσύ είσαι ένα χρυσόψαρο και θα σε φάω» αποκρινόμουν κι έτσι συνεχίζαμε ώσπου του έλεγα κάτι που δεν του άρεσε, όπως ότι είναι ένα μυρμήγκι, τότε θύμωνε, και ήταν ικανός να μη μου μιλάει ώρες ολόκληρες. Μπορεί ο πατέρας του να τον έδιωξε με τον χειρότερο τρόπο –και δεν τον αδικώ καθόλου για την απόφασή του– πρόλαβα όμως και του ʼχωσα μες στη βαλίτσα μερικά ρούχα και λίγο ψωμί για να πορευτεί. Και για να ξέρεις –μυστικό αυτό, μεταξύ μας– υπάρχει μια μεγάλη πέτρα στο δάσος όπου του αφήνω κρυφά, όποτε μπορώ δηλαδή, λίγο μαγειρευτό φαγητό τυλιγμένο σ’ ένα μαντήλι. Πώς αλλιώς κι αυτός ο παντέρμος θα τα βγάλει πέρα; Σπλάχνο μου είναι. (Παύση).
Τι έλεγα; Α, να κι εδώ ο μικρός μας, κοίτα τι σοβαρός που δείχνει. Εδώ που τα λέμε ήταν ήσυχο παιδί κι εσωστρεφής όσο δεν παίρνει –κι αυτό έπαιξε, βέβαια, τον ρόλο του… Ως κι η φωτογραφία τώρα μοιάζει να ’χει ξεθωριάσει… Τρυφερή ψυχή, καθόλου όμως ανταγωνιστικός όπως ο άλλος, αυτός δεν σε κούραζε ποτέ. Και ξεστόμιζε πού και πού κάτι ανεπανάληπτες φράσεις, να, σαν τώρα το θυμάμαι: «Μαμά έπεσα και χτύπησα, θα το μαλώσεις;», με ρωτούσε δείχνοντάς μου το χώμα. Γύριζα εγώ σοβαρή-σοβαρή, «Χώμα», έλεγα εξαντλώντας όλη μου την αυστηρότητα, «σε παρακαλώ: όταν ο γιος μου πέφτει, εσύ μη σηκώνεσαι προς τα πάνω και τον κάνεις να πονάει». Τι λαμπερή ικανοποίηση έδειχναν τότε τα ματάκια του! Όταν μεγάλωσε λίγο ακόμα και καταλάβαινε την ειρωνεία, κοκκίνιζε, σούφρωνε στα ψέματα τα χείλη και μου φώναζε «μαμά μη με κοροϊδεύεις» και σκάγαμε κι οι δύο στα γέλια. Πάει τώρα αυτός, πάει άδικα… Ακόμα και στη φωτογραφία ετούτη φαίνεται ωχρός… (Μαζεύει βιαστικά τις φωτογραφίες και τις βάζει στην τσάντα της) Ας μη συνεχίσουμε άλλο με τις φωτογραφίες. Φτάνει. (Παύση)
Πού είχα μείνει; Α ναι, για τον άντρα μου, γι’ αυτόν θέλω να σου πω τώρα. Εσύ που είσαι γιατρός, θέλω ν’ ασχοληθείς λίγο μαζί του γιατί έχει πολύ καταπέσει. Και δεν φοβάμαι τόσο για τη σωματική του κόπωση, τα έχει δα τα χρονάκια του, όσο –τι να σου πω; – για την ψυχική του ισορροπία. Δεν είναι μόνο οι ώρες που περνάει ασάλευτος στην πολυθρόνα, με τα μάτια του στυλωμένα στο κενό, που του φωνάζω, του ξαναφωνάζω κι ύστερα γυρνάει και μου λέει πως βλέπει τηλεόραση. Εμείς δεν είχαμε ποτέ τηλεόραση, πώς το σκέφτηκε αυτό; Ύστερα παρατηρώ κι άλλες παράξενες συμπεριφορές, που ούτε κι αυτές μπορώ να εξηγήσω στ’ αλήθεια και δεν μου αρέσουν καθόλου, για να μην πω ότι με τρομάζουν. Είναι φορές που φαντάζεται κι άλλα ανύπαρκτα πράγματα για την αγροτική μας ζωή με μια επινοητικότητα απίστευτη: εργοστάσια, σιδηροδρομικές γραμμές, φουγάρα, μηχανές μαζικής καταστροφής, ανθρώπους να ξεπροβάλλουν από το πουθενά και να του υποδεικνύουν τι να κάνει… Έχει γεμίσει το υπόγειο με κονσέρβες και το έχει οχυρώσει σαν πυρηνικό καταφύγιο –«για ώρα ανάγκης», μου λέει όταν τον ρωτάω και δεν μου εξηγεί περισσότερα. Τελευταία χάνεται συνέχεια μέσα στις προφητικές παραδοξολογίες του, τα οράματά του συσκοτίζουν τόσο την καθημερινότητά του που δεν ξέρεις αν μιλάει στο παρόν ή από κάποιον μελλοντικό κόσμο που κυριαρχεί στη σκέψη του. Τον παίρνω τότε και πηγαίνουμε στη θάλασσα για ν’ αδειάσει το μυαλό του απ’ όλους αυτούς τους εφιάλτες. Ήλιος, ανάπαυση και αμμοθεραπεία. Νιώθω σα να εξατμιζόμαστε μέσα στη μεσημεριάτικη ζέστη και την ησυχία, όμως η δική του εξαΰλωση δεν κρατάει και πολύ. Λίγο παραπάνω να μείνουμε κι αμέσως τον πιάνουν οι ορέξεις του, καταλαβαίνεις. Έχεις ακουστά τη φράση «Έχω πονοκέφαλο»; Εγώ την επινόησα.
Άλλοτε πάλι μοιάζει να χάνει τη μνήμη του. Δεν είναι τόσο μεγάλος για να παρουσιάζει άνοια ή Αλτσχάιμερ, έτσι δεν είναι; Κάποιες φορές μου φαίνεται ότι μ’ όλα αυτά επιχειρεί με κάποιο τρόπο ν’ αλλοιώσει το παρελθόν του, να το εξωραΐσει ή ότι νιώθει τόσο ξένος σ’ αυτόν τον τόπο που επινοεί τον εαυτό του σ’ έναν άλλο όπου μπορεί να είναι διαφορετικός. Άλλοτε πάλι, εκεί που καθόμαστε ήσυχοι, πετιέται απότομα και με ρωτάει αν είσαι πρόσωπο υπαρκτό κι αν σ’ έχω κι εγώ συναντήσει ποτέ. Κάποια απογεύματα που κάθεται μόνος του στη βεράντα και τον ακούω από μέσα να σφυρίζει, ξαφνικά σταματάει και λέει κάτι τόσο αλλόκοτο που δεν μου αφήνει κανένα περιθώριο να φανταστώ τι στο καλό συμβαίνει στο μυαλό του. Προχθές μου πέταξε μια φράση, κάτσε να δεις τι ήταν, α ναι, είπε: «Μια βροχή που τη λέγαν Ντολόρες». Ποια είναι αυτή η Ντολόρες, εδώ δεν υπάρχει ψυχή. Με απατάει στη φαντασία του μ’ ένα ανύπαρκτο πρόσωπο; Συνήθως καθησυχάζω τον εαυτό μου με τη σκέψη ότι κατά βάθος είναι λιγάκι ποιητής, όπως κι εσύ, μα ούτε ο ίδιος το παραδέχεται.
Θα σου αφηγηθώ κι ένα πιο πρόσφατο περιστατικό που θα σε βοηθήσει στη διάγνωσή σου: πριν χρόνια, σε μια ερημιά αρκετά μακριά από εδώ, εκεί που το ποτάμι εκβάλλει στη θάλασσα και σχηματίζονται ένα σωρό μικρές λίμνες, και σαπίζουν μες στα νερά πλήθος αιωνόβιοι κορμοί σαν κρυμμένοι κροκόδειλοι, έφτιαξε τις αλυκές. Ήταν τότε που του είχε κολλήσει ότι θα πετάξει. Λοιπόν πάω στοίχημα πως όλη εκείνη η ψευτοεπιχείρηση είχε στηθεί μόνο και μόνο γιατί του άρεσε να ξεκινάει τη μέρα του μες στα πουλιά, άλλωστε, δυο άνθρωποι ήμασταν τότε, πόσο αλάτι χρειαζόμασταν, και τους εαυτούς μας να παστώναμε θα περίσσευε. Εκεί κοντά, λοιπόν, έχτισε κι ένα πέτρινο εκκλησάκι με καμπαναριό. Έπαθε το ατύχημα, έβαλε στη συνέχεια μπροστά κι άλλες δουλειές, βαρέθηκε κι εγκατέλειψε το μέρος για χρόνια, ώσπου πριν από λίγο καιρό μου ανακοίνωσε περιχαρής ότι ανακάλυψε κάτι εξαιρετικό κι ότι θέλει να μου το δείξει. Μ’ έναν ενθουσιασμό μικρού παιδιού με οδήγησε στις αλυκές, να φανταστείς ότι σε όλη τη διαδρομή ισχυριζόταν ότι ποτέ του δεν είχε ξαναπεράσει από εκεί –«βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, από εδώ δεν είναι οι αλυκές», τον ρωτούσα, «ποιες αλυκές;» μου αντέτεινε εκείνος, σα να ʼχε διαγράψει όλη εκείνη την εποχή από τη μνήμη του. Φτάσαμε τελικά στην παλιά εκείνη εκκλησία, που την είχαν πνίξει πια τα χορτάρια και τ’ αναρριχώμενα φυτά, είχε πέσει η στέγη της και μέσα από τους τέσσερις όρθιους τοίχους ξεπρόβαλλαν ήδη τρία κυπαρίσσια, έπρεπε να το δεις: ένα θέαμα αληθινά μεταφυσικό, ακόμα και για σένα. Εκείνος ούτε λίγο ούτε πολύ μου εξήγησε ότι εφόσον εξακριβωμένα δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι στην περιοχή, η εκκλησία είναι σίγουρα αχειροποίητη. Τι να κάνω κι εγώ, για να μην του πάω κόντρα, το δέχτηκα. Δέχτηκα ακόμα και να μεταφέρει το λείψανο του γιου μας εκεί, δεν μπορούσαμε βέβαια να το φυλάμε άλλο στο σπίτι και σκέφτηκα ότι, το δίχως άλλο, θα του άρεσε κι εκείνου η τοποθεσία, ήταν πολύ ωραία. (Παύση). Έτσι περνάω απ’ το νέο μας κοιμητήριο δυο φορές την ημέρα χωρίς να υπολογίζω την απόσταση, κάθομαι στο παγκάκι σιωπηλή ώσπου με παίρνει το παράπονο και πιάνω και μαλώνω το χώμα ξανά και ξανά, συνεχίζοντας το παιχνίδι μας σαν να μην έχει τελειώσει ποτέ. (Παύση). Και συχνά βρέχει. (Παύση).
Δεν πίνω πολύ νερό, λες να πάθω τίποτα; Δεν το είχα σκεφτεί ότι υπάρχει θάνατος μέχρι που είδα το παιδί. Ήμασταν και οι δύο σαν τα σκυλιά ή σαν τις γάτες που είναι γεμάτα ζωή και λαχτάρα, δεν ξέρουν ότι θα πεθάνουν μέχρι να τους συμβεί, πλήρης άγνοια. Ευτυχία! Να ψοφήσουν ή να πεθάνουν, τι λέμε για τα σκυλιά; Τι λέμε για τους ανθρώπους; Ή μήπως εξαρτάται απ’ τον χαρακτήρα μας, από την αγάπη που δώσαμε και πήραμε; Τέλος πάντων, ο θάνατος. Η έλξη μιας λύπης παλιάς. Αυτό. Ας ξαναπώ τώρα για την ενυδάτωση, σε ενδιαφέρει; Έχω μια κρέμα νιβέα, τη βάζω εδώ και δυο-τρεις μέρες στο πρόσωπο που το καλύπτουν αυλακιές και ρυτίδες σαν ένα λεπτό στρώμα σκουριάς. Κάνει δουλειά, ξέρεις; Ή είναι μια λύπη παιδιάστικη ότι γερνάμε και πρέπει να της παραδοθώ, να μην αντιστέκομαι πια στις επιθέσεις της; Τι προτείνεις; Εσύ γερνάς καθόλου; Λευκαίνεις;
Τι έλεγα; Α ναι, για την παράξενη συμπεριφορά του. Εσένα πώς σου φαίνονται όλα αυτά; Βέβαια, τι να περιμένεις, έχει γίνει κι αυτός από ανάγκη ένας προδρομικός Ιώβ για να τα βγάλει πέρα μ’ όλες αυτές τις συμφορές που έχουν πέσει μαζεμένες στο κεφάλι μας. Κι όμως, στην κατάσταση που είναι, εδώ σε παρακαλώ μη γελάσεις, μου αφήνει παρηγορητικές επιστολές στο κομοδίνο και το καταλαβαίνω πως μ’ αγαπάει ακόμα γιατί νιώθει πως έχουμε μείνει οριστικά μόνοι οι δυο μας στον κόσμο. Και να σου εκμυστηρευτώ ότι πολύ συχνά πια σε κατηγορώ κι εγώ για το κακό που μας έκανες και βρίσκω πως έχει δίκιο σε όσα σου καταλογίζει, ότι πραγματικά μας αδίκησες. Αλλά μη με ρωτάς γι’ αυτά γιατί κουράστηκα, γιατί ποτέ δεν θυμάμαι τίποτα, κι αυτή η σιωπή σου δεν με βοηθάει –είσαι πολύ σιωπηλός απόψε κι εγώ που ήθελα τόσο να σου μιλήσω αναρωτιέμαι αν υπάρχει κανείς απέναντί μου και με ακούει. (Παύση). Να φωνάξω; Είσαι ακόμα εκεί; Με ακούς; Υπάρχεις; Χώμα;
5.
Σκοτάδι. Τα φώτα ανάβουν απότομα κι αποκαλύπτεται ότι απέναντι από τη Γυναίκα κάθεται ο Άντρας.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εσύ; Εσύ με άκουγες τόσην ώρα;
ΑΝΤΡΑΣ: Εγώ. Και φαντάζομαι ότι πριν εγώ μιλούσα σ’ εσένα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τώρα θυμάμαι, έχεις δίκιο! Μα γιατί δεν με σταμάτησες;
ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζεις δεν το προσπάθησα; Σου φώναζα, σου έκανα νοήματα, χνότισα με την ανάσα μου το τζάμι, τίποτα. Ξέρεις κάτι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι;
ΑΝΤΡΑΣ: Αισθάνθηκα σαν να ήμουν ξάφνου ήδη νεκρός. Σαν από κάπου οι πεθαμένοι να μας κοιτάνε, να θέλουν να μας μιλήσουν, να μας προειδοποιήσουν για κάτι αλλά εμείς δεν τους ακούμε.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Να ήταν ο γιος μας, να ήθελε να μας στείλει ένα μήνυμα;
ΑΝΤΡΑΣ: Σαν να μας φώναζε κάποιος πίσω απ’ το τζάμι ενός ενυδρείου, δεν ήταν;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Έτσι συνέβη, πραγματικά, τώρα μου ξαναέρχονται όλα. Εδώ που τα λέμε, νιώθω καλύτερα που τα εξομολογήθηκα σ’ εσένα κι όχι σ’ εκείνον, έφυγε ένα βάρος απ’ το στήθος μου. Νιώθω επιτέλους καθαρή, σα να ’βγαλα από πάνω μου τόνους λάσπης.
ΑΝΤΡΑΣ: Κι όλες αυτές οι λέξεις που ξεστομίσαμε, δεν μετράνε; Δεν τις κατέγραψε κανείς; Μήπως είναι ένα ακόμα σαδιστικό παιχνίδι του, μήπως επιβαρύναμε κι άλλο τη θέση μας;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πόσο ακόμα; Άλλωστε, θα είχε εμφανιστεί ο ίδιος ή κάποιος Φύλακάς του για να μας το αναγγείλει, έτσι δεν είναι;
ΑΝΤΡΑΣ: Κάποιος φύλακας, τι ειρωνία… «Προ του νόμου ίσταται φύλαξ. Εις τον φύλακα τούτον έρχεται άνθρωπος χωρικός και τον ικετεύει να του επιτρέψει την είσοδον εις τον Νόμον. Αλλ’ ο φύλαξ λέγει ότι, επί του παρόντος, αδυνατεί να τον δεχθή». Αδυνατεί να τον δεχθεί! Μάλιστα! Αυτός είναι ο φύλακας του αδελφού του.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν καταλαβαίνω τι λες, εσύ μιλάς τώρα ή κάποιος άλλος;
ΑΝΤΡΑΣ: Πάντα υπάρχει κάποιος άλλος. Για πες μου, όμως: ποιος ήταν τελικά; Αυτός μας κάλεσε να έρθουμε, έτσι δεν είναι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εγώ, πάντως, δεν σου έστειλα καμία πρόσκληση.
ΑΝΤΡΑΣ: Μήπως ο μεγάλος μας γιος…
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πώς θα μπορούσε; Είχα μια τελευταία ελπίδα ότι η σκιά του τριγυρνάει ακόμα στο δάσος, αλλά κι αυτή μου την πήρες. Εδώ σου φώναζα κι εσύ δίπλα μου δεν άκουγες…
ΑΝΤΡΑΣ: Ώστε ήταν εκείνος. Υπάρχει.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Σου το ’χω πει χίλιες φορές. Το θέμα είναι τώρα τι κάνουμε.
ΑΝΤΡΑΣ: Τι να κάνουμε δηλαδή; Τι επιλογές μας έχει αφήσει; Θα δημιουργούμε λέξεις, θα τις γεμίζουμε και θα τις αδειάζουμε ως το τέλος, με αλήθειες και ψέματα, με υποκρισίες, θεατρινισμούς και πάλι αλήθειες, χτυπώντας το κεφάλι μας ξανά και ξανά στους τοίχους αυτού του κλουβιού… Θα παίζουμε πάνω στη σκηνή, η πλατεία θα είναι άδεια… αλλά και δεν θα είναι άδεια. Θα προσφέρουμε θέαμα, αλλά κανείς δεν θα το παρακολουθεί. Θα παίζουμε πρόβες ζωής ξανά και ξανά, χωρίς εντέλει να ζούμε ποτέ.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ο γιος μας διέπραξε φόνο, το ξέχασες; Πήγε πέρα απ’ τις λέξεις σου.
ΑΝΤΡΑΣ: Καλά το είπες προηγουμένως. Σ’ εμένα μοιάζει, το αγύριστο κεφάλι μου πήρε. Και οι αμαρτίες των γονιών κάνουν τα παιδιά μακάβρια υποκατάστατα της ύπαρξής τους. Μα τι κάνεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θα σκίσω όλες τις οικογενειακές φωτογραφίες.
ΑΝΤΡΑΣ: Και η μνήμη μας; Τα χρόνια μας; Με τι θα ζήσουμε;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Είναι ο μόνος τρόπος. Νιώθω ήδη οχτακοσίων ετών, σαν να έχω ζήσει δέκα ζωές σε μία. Λοιπόν, εδώ είμαστε. Εγώ σκίζω. Συνεχίζουμε;
ΑΝΤΡΑΣ (της χαϊδεύει το πρόσωπο): Κοίτα πόσες ρυτίδες… Καθεμιά σαν να τη χάραξα εγώ. Κι όμως, τότε που σχηματίζονταν αυτές οι αυλακιές δεν τις έβλεπα. Τρέχουν νερό κάποτε, γίνονται ρυάκια συγγνώμης; Λοιπόν, συνεχίζουμε. Εσύ κι εγώ. Με ή χωρίς εκείνον. Έστω χωρίς μνήμη. Μόνο μέλλον. Παρ’ όλο το –
ΓΥΝΑΙΚΑ: Παρ’ όλο τι;
ΑΝΤΡΑΣ: Το σκοτάδι γύρω μας. Το άγραφο φως. Θυμάσαι; «Μια βροχή που τη λέγαν Ντολόρες». Ένα ολόκληρο βιβλίο με ποιήματα έγραψα για σένα. Δεν σου το έχω πει. Ναι, παραμένουμε.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Συνεχίζουμε. Δύο σκοτάδια εμείς κι ένα αυτός, τρία.
ΑΝΤΡΑΣ: Τρία σκοτάδια, αλλά σάβανο ένα. Μαζί βυθιζόμαστε. Στις αλυκές είναι η ζωή μας. Στο μέλλον. Παραμένουμε. Στο αλάτι.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Όχι, στο χώμα που ανεβαίνει καταπάνω μας όταν πέφτουμε. Μια μέρα θα πέσουμε. Αλλά θα μας περιμένουν τα παιδικά τους χεράκια. Τα τρυφερά τους χεράκια. Ως τότε, παραμένουμε. Πες το πολλές φορές μέσα σου σαν προσευχή. Μόνο έτσι θα το πιστέψεις.
ΑΝΤΡΑΣ: Συνεχίζουμε… Παραμένουμε… Συνεχίζουμε… Πιστεύω. [Το φως πέφτει σιγά-σιγά. Στην οθόνη εμφανίζεται πάλι η θάλασσα].
Αλλά, υποσχέσου, θα συνεχίσουμε να πηγαίνουμε στην παραλία;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Κουτό αγόρι (του χαϊδεύει τα μαλλιά), και βέβαια θα πηγαίνουμε. Αλλά το ξέρεις πως με τον ήλιο με πιάνει πάντα πονοκέφαλος.
