Vincent Van Goh

Νίκος Αλ. Μηλιώνης

Οι ελαιώνες του Van Gogh: Ένας χρόνος στην κόλαση του Saint- Rémy

«Per me si va ne la città dolente,
per me si va ne l’etterno dolore,
per me si va tra la perduta gente.»
(Dante Alighieri, La divina commedia,
Inferno, Canto III,
στ. 1-3)

Η ζωή και το έργο του Vincent Van Gogh (1853-1890) μας θέτει ενώπιον των δραματικών ερωτημάτων αν η ανθρώπινη ύπαρξη είναι άθυρμα αόρατων δυνάμεων ή αν εκείνο που την ορίζει είναι η ισχυρή βούληση, η αταλάντευτη πίστη σ’ έναν προορισμό. Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να υπερβαίνει την καταφορά της μοίρας του και ν’ ακολουθεί παράξενα μονοπάτια μέσα από απορρίψεις και μια γενική περιφρόνηση και εν τέλει να δημιουργεί τον προσωπικό του μύθο; Με ποιόν τρόπο ο ζήλος της δημιουργίας και η αίσθηση της ευθύνης μπορεί να ενοικήσουν μια δύστροπη, μοναχική και ταλαιπωρημένη ψυχή, έναν άνθρωπο ξένο από τον κόσμο, εξόριστο από την ίδια του την οικογένεια, έναν εχθρό του εαυτού του, και να γίνουν κίνητρο για τη δημιουργία ενός μεγάλου καλλιτέχνη και πνευματικού ανθρώπου;

Ο Van Gogh απαντά σ’ αυτά, μέσα στον χρόνο, μονολογώντας με στίχους του Ελύτη: «Μόνος κυβέρνησα τη θλίψη μου/ (…)/ Τάισα τα λουλούδια κίτρινο/ (…)/ Επυροβόλησα την ερημιά με κόκκινο/ Προδόθηκα κι απόμεινα στον κάμπο μόνος/(…)/ Το μήνυμα που σήκωνα τ’ άντεξα μόνος/(…)/ Πήρα και στεφανώθηκα την άλω μόνος/ Το στάρι που ευαγγέλισα το ’δρεψα μόνος !» (Το Άξιον Εστί).

Μέσα στη μοναξιά του ζωγράφιζε ό,τι αισθανόταν και αισθανόταν ό,τι ζωγράφιζε. Έκανε τέχνη με σάρκα και αίμα, όπου ζωγραφική και ζωγράφος γίνονταν ένα. Η τέχνη του δεν ήταν γι’ αυτόν ψυχαγωγία ούτε επίδειξη δεξιοτεχνίας. Οι συγκαιρινοί του θεωρούσαν τη ζωγραφική του έργο ενός απομονωμένου τρελού, ενώ στην πραγματικότητα ήταν έργο ενός μοναχικού ονειροπόλου. Η ζωή αυτού του γοητευτικού πνεύματος, αυτού του ιδιαίτερου ταλέντου, ήταν ένας κύκλος ατέρμονων εξευτελιστικών αποτυχιών, χωρίς εν ζωή να τύχει αποδοχής και επιτυχίας. Η ταπεινωτική οικονομική του εξάρτηση από τον νεότερο αδελφό του Theo διήρκησε σ’ όλη του τη ζωή. Λέγεται δε ότι η ψυχική του νόσος εκδηλώθηκε με σφοδρότητα όταν ο αδελφός του τού ανακοίνωσε τον αρραβώνα του με την Jo Bonger (τη γυναίκα που τελικά αποδείχθηκε η καλή νεράιδα που προστάτευσε τη φήμη του). Ο Vincent θεώρησε ότι το γεγονός αυτό θα ήταν η αφορμή για την απoδέσμευση του αδελφού του από την χρηματοδότησή του, κάτι που βέβαια δεν συνέβη ποτέ.

Όλη η εικαστική του παραγωγή πραγματοποιήθηκε σε διάστημα μόνο μιας δεκαετίας, καθώς άρχισε να ζωγραφίζει σε κάπως προχωρημένη ηλικία, στα 27 του χρόνια, και τελείωσε αιφνίδια με την αυτοκτονία του, 37 ετών, το 1890. Οι πρώιμες εικαστικές του απόπειρες δείχνουν περισσότερο ισχυρή βούληση, παρά εξαιρετικό ταλέντο. Κι είναι απορίας άξιο πώς το ταλέντο αυτό ωρίμασε μέσα από συστηματική εργασία, στο Παρίσι και ύστερα στην Arles της νότιας Γαλλίας, όπου κάτω από τον δυνατό προβηγκιανό ήλιο και τη διαυγή μεσογειακή φύση έδωσε τόσο φως στα χρώματα που τα πυράκτωσε, κάνοντας και τον ίδιο θύμα αυτής της οργιώδους κατάστασης. To δραματικό επεισόδιο του αυτοακρωτηρισμού του, με την αποτομή του αριστερού αυτιού του τη νύχτα της 23ης Δεκεμβρίου 1888, στο θρυλικό Κίτρινο Σπίτι στην Arles, ενώπιον του συνοδοιπόρου του Paul Gauguin, κατά τη διάρκεια ισχυρής ψυχικής έξαρσης, ήταν η απαρχή μιας άλλης κατάστασης, από την οποία και ο ίδιος αμφέβαλλε ότι θα έβγαινε αλώβητος. Ήταν σαν να διαισθανόταν τον δαντικό αποχαιρετισμό: «Lasciate ogne speranza, voi ch’ intrate».

Ο συνεπακόλουθος εκούσιος εγκλεισμός του Van Gogh στο άσυλο του Saint-Paul-de-Mausole, λίγο έξω από την κωμόπολη του Saint-Rémy-de-Provence, ήταν η αφορμή για την είσοδό του σ’ έναν χώρο θλίψης και πόνου, σε μια δαντική κόλαση χαμένων ψυχών. Στην αρχή, η απόκοσμη γαλήνη του τόπου επέδρασε ευνοϊκά στην κλονισμένη ψυχική του κατάσταση. Τα περίχωρα της κωμόπολης ήταν γεμάτα από ερείπια της αρχαίας πόλης Glanum, με ιερά όπου τιμούνταν οι θεοί προστάτες της υγείας και τα οποία εκτείνονταν μέχρι τους πρόποδες συστοιχίας αιχμηρών βραχωδών όγκων, των Alpilles, που ήταν απομεινάρια χρονικά απώτατων γεωλογικών φαινομένων.

Ο Van Gogh έφθασε στο άσυλο στις 8 Μαΐου 1889, με μια φύση ανθοβολούσα, ύστερα από λίγους μήνες θεραπείας στο νοσοκομείο της Arles. «Δεν υπήρξα ποτέ πιο ήρεμος απ’ όσο είμαι εδώ και στο νοσοκομείο της Arles», έγγραφε στην πρώτη επιστολή (αριθ. 772, 9 Μαΐου 1889) που απέστειλε από το άσυλο στη νύφη του Jo, έχοντας απαλλαγεί από αστυνομικούς, πιστωτές, σπιτονοικοκύρηδες, γείτονες που τον κατασκόπευαν και χαμίνια που τον πετροβολούσαν. Οι τρόφιμοι είχαν τη διακριτικότητα να τον αφήνουν στην ησυχία του, δίνοντάς του την ευκαιρία να ξεπεράσει τις φοβίες του για τις ψυχικές ασθένειες και να αρχίσει να δημιουργεί φιλίες. Αυτό τον βοήθησε να ξαναβρεί το δρόμο του προς τη ζωγραφική. Πολύ συχνά, όμως, τον καταλάμβανε βαθιά μελαγχολία (επιστολή αριθ. 815, 25 Οκτωβρίου 1889).

Παραδόξως, το πρώτο έργο που ζωγράφισε στο άσυλο ήταν οι γεμάτες χρώμα και φαινομενική αισιοδοξία Ίριδες (Paul Getty Museum, Λος ΄Αντζελες ). Κατά βάθος, όμως, ήταν σαν το πεπρωμένο να έριχνε πάνω του μια σκιά, να του έστελνε ένα μυστικό μήνυμα που μόνο ο ίδιος μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει. Ήδη πριν αποφασίσει να γίνει ζωγράφος τον είχε στοιχειώσει ένας πίνακας του Βέλγου ζωγράφου Émile Wauters που απεικόνιζε τον Hugo van der Goes, μυθικό Φλαμανδό ζωγράφο του 15ου αιώνα, που είχε τρελαθεί και κλείστηκε σε μοναστήρι. Η απεικόνιση του ψυχικά κλονισμένου ζωγράφου γινόταν με τρόπο ανατριχιαστικό, με τα μάτια του ορθάνοιχτα ν’ ατενίζουν το κενό και να τον περιτριγυρίζουν αόρατοι δαίμονες (Musées Royaux des Beaux Arts, Βρυξέλλες). Μια λεπτομέρεια ενός ανθοδοχείου με ίριδες στο Τρίπτυχο Portinari του Hugo van der Goes (Galleria degli Uffizzi, Φλωρεντία) φαίνεται να ήταν η αφορμή για της δικές του ΄Ιριδες, νεύμα προς τη μοίρα ότι το μυστικό μήνυμα αποκωδικοποιήθηκε.

Με τον χρόνο καταλάβαινε ότι η εισαγωγή του στο άσυλο και η ασθένειά του καθιστούσαν το μέλλον του επισφαλές. Κι αυτό τον έκανε να στρέφεται περισσότερο προς την παρηγοριά του παρελθόντος. Οι ελαιώνες που περιβάλλουν ακόμη και σήμερα το άσυλο, ήταν στα μάτια του Vincent σημάδι ελπίδας και εσωτερικής ηρεμίας.

Τα υψώματα του Saint-Rémy ήταν περισσότερο κατάλληλα για την καλλιέργεια της ελιάς, ήδη από την παλαιά εποχή των Ελλήνων της Μασσαλίας και των Ρωμαίων της Πέραν των Άλπεων Γαλατίας, με το μείγμα του κοκκινωπού τους χώματος από σιδηρούχο πηλό, άμμο και ασβεστόλιθο, από ό,τι τα εκτεθειμένα στις πλημμύρες εδάφη της κοιλάδας του Ροδανού ποταμού. Οι σφοδροί παγετοί, όμως, που ενέσκυψαν στο τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα κατέστρεψαν τις αρχαίες ελαιοφυτείες της περιοχής. Έτσι οι ελιές που ζωγράφισε ο Van Gogh δεν ήταν πάνω από εξήντα ή εβδομήντα ετών, όπως μαρτυρούν οι σχετικά νέοι βλαστοί, οι μικροί κορμοί και συστάδες που ξεπροβάλλουν από τις παλαιές ρίζες πάνω στο κόκκινο προβηγκιανό χώμα.

Μεταξύ Ιουνίου και Δεκεμβρίου 1889 ο Vincent πραγματοποίησε δεκαπέντε παραλλαγές του θέματος των ελαιώνων, μιας από τις πλέον σημαντικές και φιλόδοξες σειρές στο καλλιτεχνικό του έργο. Έβλεπε το ίδιο εικαστικό θέμα κάθε φορά από διαφορετική προοπτική, εποχή και ώρα της ημέρας, σαν τα γιαπωνέζικα ukiyo-e που τόσο θαύμαζε, προκειμένου να νιώσει και ν’ αποδώσει τα πιο ουσιαστικά φυσικά και συμβολικά χαρακτηριστικά του τοπίου. Οι φαιές και αργυρόχροες αποχρώσεις των φυλλωμάτων των ελαιώνων κάτω από το λαμπρό γαλάζιο του ουρανού και πάνω σ’ ένα πεδίο κόκκινης ώχρας, με κίτρινους, ρόδινους και μωβ τόνους, δημιουργούν μια συναισθηματική χρωματική καλλιγραφία παράφορης ορμής. «Αλλά είναι πολύ δύσκολο, πολύ δύσκολο. Αυτό όμως μου δίνει την ώθηση να εργαστώ σε εξωτερικό χώρο με χρυσαφιά και ασημένια χρώματα και μια μέρα να δημιουργήσω κάτι ανάλογο, όπως το έκανα στα χρυσάνθεμα με το κίτρινο χρώμα», ομολογεί στον αδελφό του (επιστολή αριθ. 806, 28.9.1889). Βλέποντας τα δένδρα των ελαιώνων αναπολεί τις ιτιές της πατρίδας του. Μόνο που στους βασανισμένους τους κορμούς βλέπει τα σύμβολα δύναμης και αντοχής, αρετές που ο ίδιος είχε ανάγκη τη στιγμή εκείνη. Βλέπει αρχαίους συμβολισμούς κλασικών ελληνορωμαϊκών μύθων και της εβραιοχριστιανικής παράδοσης: της ειρήνης, της γονιμότητας, του εξαγνισμού, της δύναμης και της νίκης. Σε επιστολή του στον τεχνoκριτικό Joseph Isaäcson, λίγες εβδομάδες από την εγκατάστασή του στο μοιραίο γι’ αυτόν Auvers-sur-Oise, έξω από το Παρίσι, εκμυστηρευόταν ότι κατά την τελευταία περίοδο της παραμονής του στον Νότο προσπάθησε ν’ αποδώσει κάποιους ελαιώνες, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι μακριά η μέρα που οι άνθρωποι θα ζωγραφίζουν τις ελιές με κάθε τρόπο, όπως κάποιοι άλλοι ζωγραφίζουν τις ιτιές ή τις μηλιές. Τα εφέ του ημερήσιου φωτός, του ουρανού, σημαίνουν ότι υπάρχουν ατελείωτα στοιχεία που μπορεί να προκύψουν από τις ελιές (ΜΑ21, 25.5.1890). Αναπολώντας τη διαυγή ατμόσφαιρα της Προβηγκίας, γράφει στην αδελφή του Willemien από τον ίδιο μοιραίο τόπο του Βορρά ότι πολύ θα ήθελε να της δείξει τους πίνακες με τους ελαιώνες που είχε φέρει μαζί του από το Sain-Rémy, με τους τόσο διαφορετικούς κίτρινους, ροζ ή γαλάζιους ουρανούς. Πίστευε ότι δεν είχε ξαναζωγραφίσει ποτέ τέτοιους πίνακες, ενώ σ’ εκείνους που έκανε τότε στον Βορρά, χρησιμοποιούσε γκρίζα χρώματα (επιστολή ΜΑ 19, 21.5.1890).

Κατανοούσε, βέβαια, ότι το πιο αφαιρετικό ύφος την Ελαιώνων του θα ήταν δύσκολο να γίνει κατανοητό από τον αδελφό του. Παρά ταύτα θεωρούσε ότι τα έργα αυτά ήταν τα πλέον υποσχόμενα από εκείνα που είχε δημιουργήσει πρόσφατα, καθώς είχαν «τον πιο έντονο χαρακτήρα» (επιστολή αριθ. 806, 28.7.1889). Παραδόξως, σε επιστολή του στον αδελφό του (αριθ. 808, 5.10.1889) εκμυστηρεύεται ότι «αν επιστρέψω στον Βορρά προτείνω να κάνω μια σειρά από ελληνικές σπουδές (“études de grec”), ξέρεις σπουδές ζωγραφικές με λευκό και γαλάζιο και λίγο από πορτοκαλί, όπως όταν εργαζόμαστε σε εξωτερικό χώρο». Εννοεί, όπως εξηγεί αλλού, σχέδιο από εκμαγεία (επιστολή αριθ. 839, 13.1.1890), κάνοντας, απ’ ό,τι φαίνεται, χρήση πολυγνώτειων χρωμάτων.

Η ένταση των συμβολισμών της ελιάς για τον εξορκισμό της ασθένειάς του προσέδιδε στη σειρά αυτή των πινάκων ένα μεταφυσικό πνεύμα μιας πανθεϊστικής προσευχής. Ο Van Gogh πίστευε ότι μόνον ο Rembrandt και ο Delacroix μπόρεσαν να αποδώσουν πειστικά την πνευματικότητα της μορφής του Χριστού, ενώ από τους συγχρόνους του θεωρούσε ικανό μόνο τον Millet, του οποίου οι εικόνες της σύγχρονης αγροτικής ζωής λειτουργούσαν ως χριστιανικές παραβολές. Ο ίδιος, όπως αναφέρει, επιχείρησε χωρίς επιτυχία ν’ αναπαραστήσει τον Ιησού στο Όρος των Ελαιών. (Μη λησμονούμε ότι στον ελαιώνα του Κήπου της Γεσθημανή ο Πέτρος έκοψε το αυτί του ακολούθου Εβραίου, περιστατικό που είχε σημαδέψει και τη ζωή του ίδιου του Van Gogh.) Όταν πληροφορήθηκε από περιγραφές και σχέδια ότι o Ρaul Gauguin, απέδωσε την αγωνία του Ιησού στο Όρος των Ελαιών (Norton Museum of Art, West Palm Beach, ΗΠΑ) με ένα Χριστό κοκκινομάλλη που θύμιζε εκείνον, ενώ σε φωτογραφική αναπαραγωγή ενός αντίστοιχου πίνακα του Émile Bernard ο Ιούδας έχει τη μορφή του Gauguin, με προφανείς υπαινιγμούς, ο Van Gogh απάντησε ότι η από την φαντασία απόδοση ενός θέματος αδυνατεί να εμφυσήσει οποιαδήποτε πνευματικότητα και για τον δεύτερο από αυτούς ότι «δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του ελιές» (επιστολή αριθ. 820, 19.11.1889). Γράφοντας στον Bernard (επιστολή αριθ. 822, 26.11.1889) υποστηρίζει ότι για να αποδοθεί η εντύπωση της αγωνίας του Ιησού δεν χρειάζεται η αναφορά στον Κήπο της Γεσθημανή, όπως την αναφέρει η Βίβλος, αλλά μπορεί να γίνει και χωρίς την απόδοση των ιερών προσώπων, υπερασπιζόμενος προφανώς τη θρησκευτικότητα των δικών του τοπίων και των ελαιώνων. Γράφει στον αδελφό του ότι σε σχέση με την αφαίρεση των πιο πάνω ζωγράφων, ο ίδιος κάνει έναν «ωμό και τραχύ ρεαλισμό, αλλά αυτό προσδίδει στο τοπίο έναν τόνο βουκολικό που σε κάνει να αισθανθείς τον πραγματικό χώρο». Του εκμυστηρευόταν, επίσης, ότι ήλπιζε να συνηθίσει το πρωινό κρύο έτσι που να μπορεί να εργάζεται στην εξοχή για εκμεταλλευθεί τα ενδιαφέροντα εφέ του εωθινού παγετού και της ομίχλης προκειμένου να πραγματοποιήσει μια σειρά έργων με βουνά και κυπαρίσσια, όπως έκανε και με τους ελαιώνες (επιστολή 823, 26 Νοεμβρίου 1889).

Εντούτοις, η ζωή στο άσυλο δεν ήταν εύκολη, κυρίως για τη διατήρηση του ψυχικού του σθένους. Γράφει επιστολές με δυσκολία στα διαλείμματα των επαναλαμβανόμενων διαταραχών του, τη στιγμή που θεωρούσε ότι αυτές είχαν σταματήσει. «Δεν βλέπω ότι μπορώ να κάνω κουράγιο και να τρέφω καλές ελπίδες» και «συχνά με καταλαμβάνει μελαγχολία» παραπονείται στον αδελφό του Theo (επιστολές αριθ. 797, 22 Αυγούστου 1889 και αριθ. 815, 25 Οκτωβρίου 1889, αντίστοιχα). Τα κυπαρίσσια, οι ελαιώνες και τα βουνά που περιβάλλουν το άσυλο ήταν επίσης μέρος αυτών των αισθημάτων και ήθελε να αποδώσει. Προκειμένου να ολοκληρώσει τις προβηγκιανές του εντυπώσεις, εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνει, αν μπορούσε, ακόμη περισσότερο σ’ αυτό. Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά. Στις 23 Δεκεμβρίου 1889, ένα ακριβώς έτος μετά την πρώτη του κρίση στην Arles, υπέστη δεύτερη ισχυρή κρίση, καθώς ζωγράφιζε τις Ελιές που προορίζονταν για τη μητέρα του και την αδελφή του Willemien. Ακολούθησαν και άλλες δύο κρίσεις, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1890, οπότε τελικά εγκατέλειψε το άσυλο στις 13 Μαίου του 1890 και ξαναγύρισε στο Βορρά, στο Auvers-sur-Oise, κοντά στο Παρίσι.

Έγραφε στον αδελφό του (επιστολή αριθ. 785, 18 Ιουνίου 1889) «τελικά έχω ένα τοπίο με ελαιώνες, καθώς και μια νέα σπουδή της Έναστρης Νύχτας. Χωρίς να έχουν τίποτα το σχετικό με ό,τι έχεις δει στους τελευταίους πίνακες του Gauguin και του Bernard, είμαι αρκετά πεπεισμένος ότι οι δύο σπουδές για τις οποίες σου μιλώ δημιουργούν ένα αντίστοιχο αίσθημα. Όταν δεις αυτές τις σπουδές, (…) ίσως καταλάβεις καλύτερα από ό,τι θα το έκαναν οι λέξεις, μια ιδέα για αυτό που συζητούσαμε με τον Gauguin και τον Bernard και μας απασχολούσε. Δεν πρόκειται για επιστροφή στον ρομαντισμό ούτε σε ιδέες θρησκευτικές. Κάθε άλλο μάλιστα.» Τόσο ο Ελαιώνας με τις Alpilles σε δεύτερο πλάνο, στον οποίο αναφέρεται, με το απειλητικό σαν γροθιά κιτρινωπό σύννεφο να υπερίπταται της βαθυκύανης βραχώδους συστοιχίας του φόντου με τη χαρακτηριστικά αυλακωμένη και διάτρητη μορφή και τα ριζωμένα στο δραματικά ταραγμένο τοπίο ελαιόδενδρα,όσο και η Έναστρη Νύχτα με έναν ουρανό πλήρη από χρωματικούς στροβίλους να διεμβολίζεται από τη σκοτεινή μορφή των κυπαρισσιών (αμφότερα στο Museum of Modern Art, Νέα Υόρκη), έχουν κάτι πρωτόγονο, έναν υπερφυσικό ρεαλισμό. Πρόκειται για δύο σειρές έργων που συμβολικά αποτελούν τις όψεις του ίδιου νομίσματος: του θανάτου και της αναγέννησης, της νύχτας και της ημέρας. Σαν να πρόκειται για την αντίδραση μιας ισχυρής θέλησης πάνω σ’ ένα θυελλώδες πεπρωμένο.

Κι ενώ η Έναστρη Νύχτα με το χρωματικά εκρηκτικό της ύφος και τους μεσογειακούς πεισιθάνατους συμβολισμούς των κυπαρισσιών της είναι περισσότερο γνωστή, οι Ελαιώνες, εντούτοις, δεν είχαν τύχει της ανάλογης προβολής και μελέτης. Ίσως να υπήρξαν θύμα των προκαταλήψεων ότι ένας αυτόχειρας καλλιτέχνης δεν μπορεί να ξορκίζει το επικείμενο κακό με σύμβολα αισιοδοξίας, αλλά σαν υπνωτισμένος οδηγείται προς το μοιραίο. Την έλλειψη αυτή επιχείρησε να καλύψει η έκθεση που διοργάνωσε το Μουσείο Τέχνης του Ντάλας με το Μουσείο Van Gogh του Άμστερνταμ.

Ελαιώνες, ήταν για τον Van Gogh, από τα πλέον αντιπροσωπευτικά έργα του κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στο άσυλο, γεμάτα από συμβολισμούς μιας απελπισμένης αισιοδοξίας, ενός ανεδαφικού ονειροπολήματος. Ήταν μια μυστική ευχή για τον εξορκισμό της μοίρας του, μια προσευχή σ’ έναν Θεό που τον τυράννησε αλλά δεν τον αδίκησε. Οι Ελαιώνες διατηρούν ό,τι είναι πραγματικό και αληθινό και εμπνέονται από ό,τι μας περιβάλλει: τη φύση που είναι καλοκάγαθη με τον άνθρωπο. Η ζωγραφική δεν βρήκε καλύτερο απολογητή της από τον Van Gogh, αυτόν τον φανατικό, τον παθιασμένο υπηρέτη της, καθώς γράφει στον αδελφό του σ’ ένα υψηλού συμβολισμού χρονικό σημείο –στο πέρασμα προς το έτος του θανάτου του– σαν μυστική διαθήκη, σαν διακήρυξη, ότι «je pense toujours à ce sacré métier dans lequel on est pris comme dans un filet et où l’ on devient moins pratique que les autres» (επιστολή αριθ. 833, 31 Δεκεμβρίου 1888 ή 1 Ιανουαρίου 1890).

⸙⸙⸙

[Η αρίθμηση των επιστολών στηρίζεται στο: Vincent Van Gogh, Les Lettres, Édition critique complète illustrée, sous la direction de Leo Jansen, Hans Luijten et Nienke Bakker, Volume 5 : Saint-Rémy-de-Provence – Auvers-sur-Oise, 1889-1890, Actes Sud, Van Gogh Museum, Huygens Institute (772-902). Η ένδειξη MA σημαίνει Manuscrits Apparentés.]

«Όλων των λέξεων τα σπιτικά
κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία»
Κύλιση στην κορυφή