Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Μαριαλένα Σπυροπούλου

Οι επιθέσεις στα «σπίτια» μας

Ναι, ο πόλεμος μαίνεται γύρω μας. Δεν χρειάζεται να τον φανταστούμε, τον βλέπουμε μέσα στο σπίτι μας, ανοίγοντας την τηλεόραση, τις οθόνες του κινητού. Έχει γίνει δυστυχώς μια καθημερινότητα, από την αρχή του πολέμου της Ουκρανίας και μετά, που ήρθε πολύ κοντά μας. Η πρώτη φορά που έρχεσαι σε επαφή με την εικόνα της κατάρρευσης ενός κτιρίου από βόμβα είναι πάντα σημαδιακή. Για τη γενιά τη δική μας, όσοι είμαστε ανάμεσα στα 40 και τα 60 έτη, ο πόλεμος δεν ήταν μέσα στα πόδια μας. Ήταν για τους γονείς μας όταν ήταν μικρά παιδιά και τους παππούδες μας, και εμείς τον νιώσαμε λίγο με τη Γιουγκοσλαβία. Δεν θα ήθελα να γράψω για τον πόλεμο όπως τον γνωρίζουμε. Δεν θα ήθελα να γράψω άλλο ένα κείμενο που υπερασπίζεται τα αυτονόητα για την ανθρώπινη κατάσταση. Όχι ότι δεν θα είχε αξία άλλο ένα κείμενο για την ειρήνη, η δική μου όμως συνεισφορά θα ήταν μηδαμινή λόγω της έλλειψης πιο εξειδικευμένης γνώσης σε όσα συμβαίνουν σήμερα. Διατηρώ ακόμα την ακλόνητη πεποίθηση ότι ο άνθρωπος, οι λαοί δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα από τους πολέμους.

Παρατηρώντας, όμως, άλλο ένα ψηλό κτίριο να γκρεμίζεται σαν τραπουλόχαρτο από βόμβα, να καταρρέει, ο νους μου κάνει συνδέσεις με άλλες εικόνες πιο καθημερινές. Εικόνες που φέρνουν τη σύγκρουση πιο μέσα στον πυρήνα του δικού μας σπιτιού, στον πυρήνα της ψυχής. Πολύ συχνά τρέφουμε κάποιες ελπίδες ότι αν οι γυναίκες βρίσκονταν στην εξουσία δεν θα έκαναν πολέμους. Το πιστεύω αυτό. Και ίσως συνεισφέρουν σε αυτό πολλοί λόγοι, μια εσωτερικευμένη θα λέγαμε μητρική θέση. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι και οι γυναίκες δεν διατηρούν κρυφά ή φανερά το δικό τους μεγάλο μερίδιο στην επιθετικότητα, στη βία, την κατάρρευση, τον πόλεμο. Έναν άλλο πόλεμο ενδεχομένως. Ο πόλεμος στην κυριολεκτική του μορφή αφορά την εξωτερική πραγματικότητα, τις βόμβες, τον θάνατο. Συμβολικά και μεταφορικά όμως συμβαίνει καθημερινά, στις διπλανές πόρτες, στις σχέσεις, στα σχολεία, στο μεγάλωμα των παιδιών, στα νοσοκομεία χωρών που βρίσκονται σε ειρήνη. Τα σπίτια, άλλωστε, που καταρρέουν ή κινδυνεύουν μπορεί να είναι λογιών λογιών, εξίσου σημαντικά για την ανθρώπινη ζωή και ευημερία. Θα αποπειραθώ με αυτό το κείμενο να περιγράψω αυτούς τους άλλους πολέμους, ξεδιπλώνοντας μέσα από βιβλία και ταινίες του τελευταίου καιρού, ένα σερί από νοήματα για τον κόσμο των παράλληλων πολέμων που συμβαίνουν, των αλλεπάλληλων επιθέσεων.

Πρώτο χαρτί: «Οδός Μάλαγα»

Το σινεμά χτίζει ιστορίες. Αυτές τις μέρες προβάλλεται στους κινηματογράφους μια ταινία με τίτλο Οδός Μάλαγα. Η σκηνοθέτρια είναι γυναίκα, ονομάζεται Μαριάμ Τουζανί. Η παραγωγή της ταινίας αντλεί στήριξη από ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Γερμανία και το Βέλγιο και το Μαρόκο. Η γέφυρα ανάμεσα στην εξωτική Ταγγέρη και την πολύβουη Μαδρίτη χτίζεται (ή γκρεμίζεται) και στην ταινία. H κεντρική ηρωίδα, η Μαρία Άνχελες, μια 79χρονη γυναίκα που ζει στην Ταγγέρη, έχει μια κόρη που ζει στη Μαδρίτη, χωρισμένη με δύο παιδιά. Η κόρη, όπως φαίνεται να έχει καταγραφεί και στο πρόσωπό της, ζει σε έναν κόσμο απαιτητικό, στραγγιστικό, εξοντωτικό με τους ρυθμούς και τις απαιτήσεις του. Η κόρη φαίνεται να μην τα καταφέρνει. Το διαζύγιό της με τον άνδρα της εχθρικό, η νοσηλευτική της εργασία δεν της προσφέρει αρκετά χρήματα, ο χρόνος πάντα λείπει, την ωθούν να πάρει μιαν απόφαση ριζική και επιθετική, όχι για εκείνη αλλά για τη ζωή της μητέρας της. Όπως πέφτουν οι βόμβες την ώρα που οι άνθρωποι κοιμούνται στο σπίτι τους, έτσι και η Μαδρίτη με το πρόσωπο μιας κόρης απειλεί την Ταγγέρη στο πρόσωπο της ηλικιωμένης μητέρας της. Η κόρη, με βία όπως μόνον η βιασύνη εσωκλείει, επιτίθεται στη μάνα της. Θέλει να της πάρει το σπίτι. Οι δυσκολίες της δικής της ζωής, που είναι και καθρέφτης της δικής μας ζωής στις αντίστοιχες ηλικίες, μέσα στην Ευρώπη, την οδηγούν να πάρει μόνη της μια απόφαση που απλώς ανακοινώνεται στη μητέρα. Και τότε ξεκινά το αντάρτικο. Η μητέρα φαίνεται αποσυρμένη, απογοητευμένη, σιωπηλή, φαίνεται να συναινεί σε κάτι που δεν την υπολογίζει, αλλά τελικά αντιστέκεται. Κάτω από τη φαινομενική συναπόφαση, η μητέρα αρνείται να δώσει το σπίτι της. Το σπίτι που ξεκίνησε τη ζωή της η κόρη, η σχέση με τη μητέρα, οι ρυθμοί μιας άλλης ζωής, πιο απλής, λιγότερο απαιτητικής, πιο φτωχής αλλά πιο πλούσιας σε αισθήσεις και μυρωδιές την ίδια στιγμή είναι μια ζωή που η κόρη θέλει να αλώσει. Παρότι και οι δυο πλευρές έχουν τα δικά τους δίκια, στον τρόπο που στήνει τη βιασύνη και την απολυτότητα της κόρης η Τουζανί, αναδεικνύει έναν από τους άλλους τρόπους που ασκούν τη δική τους βία οι γυναίκες. Μέσα στα σπίτια. Μέρος και οι ίδιες ενός κόσμου που τις βιάζει. Άλλωστε ένα από τα μεγάλα προβλήματα πλέον της Δύσης είναι το στεγαστικό. Ένα στεγαστικό ως μάχη ανάμεσα στις γενιές, που κρύβει μεγάλη επιθετικότητα.

Δεύτερο χαρτί: Cοuture

Η Αλίς Βινοκούρ σκηνοθετεί μια ταινία με πρωταγωνίστρια την Ατζελίνα Τζολί. Το τρέιλερ της ταινίας μας βάζει σε σκέψεις. Μυθοπλασία ή αυτομυθοπλασία; Η Βινοκούρ σηνοθετεί την Τζολί ή η Αμερικανίδα ηθοποιός προσφέρει υλικό από ένα δύσκολο κεφάλαιο της ζωής της: την ασθένειά της. Η ταινία είναι κατά την άποψή μου ένα μικρό διαμάντι με μικρές κατακερματισμένες σκηνές από ηρωίδες που τις γνωρίζουμε από λίγο, μέρη του εαυτού μας, κομμάτια ενός μεγαλύτερου παζλ της μερικής επαφής με τον εαυτό μας. Η Τζολί στην ταινία της Βινοκούρ είναι μια σκηνοθέτις. Φτάνει στο Παρίσι, στην Εβδομάδα Μόδας για να γυρίσει ένα μικρό φιλμ για τη μόδα και βρίσκεται στην πιο καλή στιγμή της καριέρας της. Και της ζωής της; Μετά από το Παρίσι ξεκινά αμέσως την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της. Η μόδα, όπως δείχνει η Βινοκούρ, είναι ένα σπίτι. Ένα σπίτι σαν μεταβατικό σημείο, ένα «διεθνές αεροδρόμιο» όπου φτάνουν κορίτσια και αγόρια από όλο τον κόσμο για την εμφάνιση σε μια πασαρέλα. Εκεί «αναγκάζονται» σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να γνωριστούν, να αγαπηθούν, να μισηθούν, να ερωτευτούν, να κοιμηθούν μαζί, για να χωρίσουν το ίδιο γρήγορα, το ίδιο απότομα. Με μια υπόσχεση ότι ίσως κάπου θα ξαναβρεθούν. Το ίδιο ισχύει και για όλους τους επαγγελματίες που εργάζονται, πίσω από τα λαμπερά φώτα της σκηνής. Οι ράφτρες της υψηλής ραπτικής, οι μακιγιέρ και μακιγιέζ, οι βοηθοί κάθε είδους είναι ένας κόσμος που μετακινείται από το ένα σημείο στο άλλο κουβαλώντας τα εξαρτήματα του «πολέμου» στους επιβαρυμένους ώμους τους, στα κουρασμένα πόδια τους. Ετοιμοπόλεμοι, με τους φακούς στις πλάτες, τα πινέλα, τις βελόνες, δίνουν τη μάχη με το χρόνο μέχρι να «ματώσουν», έτοιμες και έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να αναλωθούν, να αντικατασταθούν, να εξαφανιστούν. Είναι αόρατοι, ανώνυμοι πίσω από τα μεγάλα ονόματα που μένουν στην ιστορία της μόδας, χωρίς όμως αυτούς το σπίτι της μόδας δεν θα υπήρχε. Όπως οι στρατιώτες στην πρώτη γραμμή, έτσι και τα πολύχρωμα «παιδιά» της μόδας πέφτουν πολύ συχνά στη μάχη, όχι από σφαίρες, αλλά από άλλους είδους τοξικότητες, ναρκωτικά, αλκοόλ, ανασφάλεια, άγχος, ανωνυμία και πίεση, για αυτά άλλα είναι τα όπλα της εξόντωσής τους. Τα κορίτσια στην πρώτη γραμμή, τα μοντέλα εκμεταλλευόμενες (συχνά χωρίς καμία συνείδηση της ομορφιάς τους) αυτό που τους έδωσε ως παρουσιαστικό η φύση, βρίσκονται από την Ουκρανία, την Αφρική, την Κίνα, τα χωριά της Ανατολίας στο Παρίσι μήπως και αναγνωριστούν, καλοπληρωθούν, σιτίσουν την οικογένειά τους, σώσουν έναν αιχμάλωτο, ή αγοράσουν ένα σπίτι στην κατεστραμμένη από τον πόλεμο Ουκρανία. Όλες φεύγουν από ένα σπίτι που δεν μπορεί πλέον να τους εγγυηθεί ασφάλεια και ψάχνουν στη μόδα ένα νέο σπίτι, έναν μεταβατικό χώρο κυρίως για να επιβιώσουν και να συγκροτηθούν. Εκεί προσγειώνεται η πενηντάχρονη Τζολί, που είναι μητέρα μιας έφηβης κόρης, μετά από ένα δύσκολο διαζύγιο, και εκείνη στη Μέκκα του Φωτός για να σκηνοθετήσει μια «κραυγή». Μετά τον έλεγχο διαβατηρίων στην πύλη του αεροδρομίου δέχεται ένα τηλεφώνημα. Το επείγον της υγείας της δεν λογαριάζει εβδομάδες Μόδας, ανειλημμένες υποχρεώσεις, υπογεγραμμένα συμβόλαια. Όταν κάνουμε σχέδια, ο Θεός γελάει, λέει ο λαός. Όσο πιο λαμπερή θα έπρεπε να είναι η γιορτή της μόδας, τόσο το σκιαγραφικό της συναντά σε μετωπική μια ύπουλη αρρώστια. Καρκίνος. Η ηρωίδα της Βινοκούρ πάσχει από καρκίνο του μαστού. Ζωή και τέχνη είναι πάντα αλληλένδετες, πού βρίσκεται η πενηντάχρονη Βινοκούρ και η μυθοπλασία, πού η πενηντάχρονη Τζολί με την πραγματική της ιστορία, και όλες οι γυναίκες πολύ πριν από τα πενήντα, κοντά στα πενήντα, μετά τα πενήντα που πηγαινοέρχονται στους μαστολόγους σε όλη την Ευρώπη, ανά εξάμηνο, όχι πια ανά χρόνο, διότι για πολλές γυναίκες πλέον οι κίνδυνοι αυξάνονται με ραγδαίους ρυθμούς. Ο καρκίνος του μαστού καλπάζει στον δυτικό κόσμο σαν τη μαύρη γαζέλα στην πασαρέλα της ζωής. Και οι γυναίκες ασθενείς αναρωτιούνται: γιατί σε μένα που δεν έχω οικογενειακό ιστορικό; Με τους γιατρούς να απαντούν: είναι ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Τι είναι αυτό το σύγχρονο που κάνει τους ανθρώπους να νοσούν; Τι είναι αυτό που επιτίθεται στο «σπίτι» της ανθρώπινης ύπαρξης που είναι το σώμα;

Η Βινοκούρ τολμά να κάνει μια υπόρρητη σύνδεση του γυναικείου μαστού που νοσεί με τη Γη που ασθενεί, συνδέει την κραυγή των γυναικών που δε βγαίνουν ασφαλείς και ευτυχισμένες από τον πόλεμο του ανθρώπου με τον χρόνο που τρέχει, με τους τυφώνες που είναι ονομασμένοι με γυναικεία ονόματα. Η Εβδομάδα Μόδας στο Παρίσι, αν υποτεθεί ότι είναι το πιο φωτεινό σημείο ομορφιάς στην πιο φωτεινή πόλη της Δύσης, θέτει με την ταινία της Βινοκούρ το μεγάλο ερώτημα. Αν υποτεθεί (κάτι που πιστεύω ακράδαντα από άποψη θεσμών, αξιών και δημοκρατίας) ότι οι γυναίκες στην Ευρώπη βρίσκονται σε πολύ καλύτερο σημείο ζωής από τις γυναίκες στην Ασία, και την Αφρική, τη στιγμή που και εκείνες έρχονται εδώ για διαφυγή, από τι νοσούν τόσο νέες; Τι είναι ο καρκίνος; Γιατί αρρωσταίνουν οι μαστοί; Σύμβολο της τροφής, της θηλυκότητας, της Γης. Ποιος εχθρός επιτίθεται εκ των έσω στο «σπίτι» της κυοφορίας, της γαλουχίας, της ζωής; Και εάν τις γυναίκες της Δύσης δεν τις απειλεί (για την ώρα τουλάχιστον) μια βόμβα από αέρος, τι γεννά εσωτερικά στο στήθος τους τις πιο καταστροφικές βόμβες, απειλητικές για τη ζωή;

Τρίτο χαρτί: Το πανδοχείο της μνήμης, Tony Judt

Ο ιστορικός Tony Judt νόσησε σε ηλικία εξήντα ετών από μια νευροκινητική διαταραχή μια μορφή αμυοτροφικής πλάγιας στήριξης που εν συντομία αποκαλείται ALS. Στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Το πανδοχείο της μνήμης, που κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια (μτφρ. Καράμπελας-Λιβιεράτος), περιγράφει τη δύσκολη κατάσταση που βρίσκεται το σώμα του. Το σώμα του τον εγκατέλειπε με αργές διαδικασίες στην αρχή και έπειτα με γρήγορες. Ήρθε η στιγμή στη ζωή του που ακόμα και για την πιο απλή ανθρώπινη κίνηση χρειαζόταν βοήθεια. Αυτό τις πρωινές ώρες ήταν κάπως πιο εφικτό με τη βοήθεια που είχε σταθερά στο πλάι του, το βράδυ όμως γινόταν βασανιστικό. Σεβόμενος την ανάγκη άλλων ανθρώπων να κοιμηθούν, έπρεπε να βρει τρόπο να απασχολήσει τον εαυτό του ακόμα και όταν είχε ανάγκη απλώς να γυρίσει πλευρό, να πιει νερό ή να ξύσει τη μύτη του. Ήταν καταδικασμένος. Στον πρόλογό του μιλάει για την ασθένεια με μια αινιγματική φράση, έξω από τα αναμενόμενα για έναν άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στην επιστημονική αναζήτηση της αλήθειας. «Αν έχεις πέσει θύμα μιας νευροκινητικής νόσου, σίγουρα σημαίνει ότι κάποια στιγμή προσέβαλες τους Θεούς, και δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα περισσότερο». Διαβάζοντάς τη μου ήρθε στο μυαλό μια άλλη φράση που φέρεται να είπε ο σημαντικός Έλληνας σκηνοθέτης Θεόδωρος Τερζόπουλος σε συνέντευξη που έδωσε στην Καθημερινή και στη Μαρία Κατσουνάκη για το αυτοάνοσο νόσημά του: «εγώ προσωπικά νομίζοντας ότι δεν είμαι απλός άνθρωπος, υπερέβην τα όριά μου. Διέπραξα ύβρη και ήρθε η τιμωρία. Βλέπω και στη ζωή μια τραγική πορεία. Νόμιζα ότι θα κατακτήσω τον κόσμο. Ήταν μια κεκτημένη ταχύτητα. Μια μανία φυγής και καταδίωξης. Κάτι που έβγαζε από τα όρια. Αυτή την ακρότητα στη δουλειά και στη συμπεριφορά την πλήρωσα με την υγεία μου. Και τώρα παλεύω. Τιμωρήθηκα. Αυτοτιμωρία. Αυτοάνοσο». Τα αυτοάνοσα, οι εκφυλιστικές ασθένειες είναι όλο και περισσότερες, μέρος και αυτές του σύγχρονου τρόπου ζωής των ανθρώπων. Ο Τζαντ με το χιούμορ που μπορεί να έχει ένας μεγάλος διανοητής αναφέρει για την περίπτωσή του: «θα ʼλεγε κανείς πως είναι το αποκορύφωμα του φτηνού γούστου να αποδίδεται καλοτυχία σε έναν υγιή άνδρα με σχετικά καινούρια οικογένεια, ο οποίος προσβάλλεται στην ηλικία των εξήντα ετών από μια ανίατη εκφυλιστική ασθένεια που σύντομα θα τον οδηγήσει στον θάνατο». Και οι δύο τολμούν να κοιτάζουν την ιστορία της ασθένειάς τους μέσα από μια θέση συμμετοχής. Το σώμα στην περίπτωση του Τζαντ επλήγη ανεπανόρθωτα. Στη συνειδητοποίηση αυτή, τους τελευταίους μήνες της ζωής του, σκέφτηκε τους τρόπους που θα του απέμεναν να υπάρξει, τη στιγμή που τον εγκατέλειψε το σώμα του. Αναζήτησε σε εκείνες τις νύχτες εναλλακτικά «σπίτια» να εδράσει την εναπομείνασα ζωή του. Πηγαίνοντας πίσω. Το πανδοχείο της μνήμης πήρε το όνομά του από ένα πραγματικό πανδοχείο που πήγαινε με την οικογένειά του όταν ήταν παιδί. Η ανάγκη του τις νύχτες της ακινησίας να ξανασυστήσει τον εαυτό του, τον έβαλε σε μια εσωτερική κίνηση, αναζήτησης ενός αποθηκευτικού χώρου, μιας αποθήκης σαν αυτές που έχουμε στα σπίτια μας, προκειμένου να διαφυλάξει ή να ανασύρει ένα γερό απόθεμα από ανακυκλώσιμες, εύχρηστες, πολύτροπες αναμνήσεις. Να ζήσει με άλλον τρόπο. Όταν το σώμα τον εγκαταλείπει, ο εσωτερικός διάδρομος του σπιτιού οδηγεί σε άλλα δωμάτια, σε άλλες δυνατότητες, αναμνήσεων χρόνων, προσώπων, περιστατικών, γεγονότων που έβαλαν τα θεμέλιά τους για αυτό που κάνει τον καθένα από εμάς υποκείμενο. Η μνήμη μπορεί να είναι το μεγαλύτερο και δυνατότερο «σπίτι» για έναν άνθρωπο. Ζωντανεύει ανάγλυφα όλες τις αισθήσεις, συνέχει και ψηλαφεί το νόημα του καθενός να είναι άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ασθένειες όπως η άνοια, το Πάρκινσον –που μπορεί να πλήξει και σώμα και μνήμη– ή το Αλτσχάιμερ μπορούν να αναγνωριστούν ως οι πιο δύσκολες ασθένειες της εποχής, οι πιο απειλητικές ασθένειες του μέλλοντος.

Τέταρτο Χαρτί: Το σπίτι που ξεκινάμε

«Σπίτι είναι εκεί από όπου ξεκινάμε». Τι είναι σπίτι; Είναι το οίκημα που γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε; Το σπίτι που αγοράζουμε με τα δικά μας χρήματα; Είναι η αγκαλιά της μητέρας μας; Η κοιλιά τής εν αρχή γέννησης του κόσμου μας; Η σκέψη των γονιών μας πριν γεννηθούμε; Ο έρωτάς τους; Η χώρα; Το σχολείο; Το σώμα μας; Σπίτι δεν είναι ο ψυχικός μας χώρος; Τα συναισθήματα, οι αναπαραστάσεις μας, οι αναμνήσεις μας, όσα προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε, να αγαπήσουμε, όσα προσπαθήσαμε να κερδίσουμε, όσα προσπαθήσαμε να γίνουμε; Ακόμα και η ασθένεια δεν μπορεί να είναι ένα σπίτι; Ένας οίκος επανεφεύρεσης του ανθρώπινου νοήματος;

Από τις εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου κυκλοφορεί μια ανθολογία άρθρων του σημαντικού Βρετανού ψυχαναλυτή D.W. Winnicott (συλλογική μετάφραση, επίμετρο Θανάση Χατζόπουλος), που πραγματεύεται από πολλές οπτικές το εν λόγω θέμα. Το βιβλίο τιτλοφορείται Σπίτι είναι εκεί από όπου ξεκινάμε. Μέσα από την ποικιλία των άρθρων που έγραψε ο Βρετανός παιδίατρος και ψυχαναλυτής αγγίζει με την ιδιαίτερη συνθετική και δημιουργική σκέψη του πολλαπλές όψεις ενός σπιτιού, όπως είναι η δημοκρατία, το φύλο, η κατάθλιψη, ο φεμινισμός, η ανωριμότητα. Ο Winnicott διατηρούσε πάντοτε αυτήν τη λοξή ματιά να μελετά τα φαινόμενα, διατηρώντας πάντα ανοιχτό τον συναισθηματικό του κόσμο. Ο χρόνος ήταν πάντα σημαντικός στις μελέτες του, η έλλειψη του οποίου στερεί τις απαραίτητες διαδικασίες ωρίμανσης σε ένα ανθρώπινο περιβάλλον. Ποτέ κανείς δεν είναι αποκομμένος από το περιβάλλον στο οποίο ζει. Η ζωή στη Δύση και οι ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις στερούν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να βρει το προσωπικό του στίγμα, τη μοναδική φωνή, τη βαθύτερη επιθυμία του. Να δημιουργεί ευρύ χώρο που θα αντέχει τους ιστούς των συνδέσεων και των αποσυνδέσεων. Σπίτι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς χρόνο. Ούτε χωρίς συγκρούσεις. Χωρίς επιθετικότητα, χωρίς ρήξεις. Αλλά χρειάζεται χρόνος για σκέψη. Ο χώρος δεν στέκει έξω από αυτόν και έξω από τις συνδέσεις που πραγματοποιούνται. Όταν κάτι χαλάει, επηρεάζει δραματικά και τα υπόλοιπα. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη τη σταθερότητα για να μπορεί να μεταβαίνει στις πολλαπλές δημιουργικές και καταστροφικές του δυνατότητες. Όταν αυτή εκλείπει, τότε η αίσθηση του αφανισμού είναι κυρίαρχη. Όταν η ψυχή δεν αντέχει, τότε το σώμα αναλαμβάνει δράση. Και πλήττεται. Το σπίτι και στη Δύση βρίσκεται σε κρίση. Όχι μόνο λόγω της αύξησης των ενοικίων, όχι μόνο λόγω της υψηλής φορολογίας, όχι λόγω των χρημάτων. Το σώμα, οι ασθένειες, οι σχέσεις, η γλώσσα που ατονεί, οι λέξεις που χάνονται. Το σπίτι στη Δύση πλήττεται για πολλούς από τους παραπάνω λόγους. Η ταχύτητα, οι στόχοι, η απαιτητική εργασία, η ανωνυμία, η μη αυθεντική δημιουργικότητα του ανθρώπου είναι μερικές από τις μεγάλες ή μικρές βόμβες της καθημερινότητάς μας. Οι σχέσεις βρίσκονται στο στόχαστρο, σχέσεις που δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη και μακροημέρευση. Νομίζω όμως ότι ο Winnicott στο βιβλίο του τονίζει κάτι πολύ σημαντικό για την ανατροφή των παιδιών μας. Για την ανατροφή της σκέψης μας. Γράφει ο Winnicott: «Να είσαι πριν να πράττεις. Το είναι πρέπει να αναπτυχθεί πριν από το πράττειν. Τότε τελικά το παιδί τιθασεύει ακόμα και τα ένστικτα χωρίς απώλεια της αίσθησης του εαυτού. Η απαρχή, επομένως, είναι η γενετικά καθορισμένη τάση του ατόμου να είναι και να παραμένει ζωντανό, και να σχετίζεται με αντικείμενα που βρίσκει στο δρόμο του όταν έρχονται οι στιγμές για να απλώνεται και να φτάνει, ακόμα και το φεγγάρι».

Πόσο μακριά είναι αυτή η φράση από την εκπαίδευση; Από το οικογενειακό σπίτι; Πόσες φορές δεν χάρηκε ένας γονιός με το παιδί του επειδή μπουσούλησε, επειδή έμαθε να τρώει, επειδή σηκώθηκε ή επειδή έκοψε την πάνα. Πόση εκπαίδευση λάβαμε προκειμένου να αφανίσουμε τον χρόνο για σκέψη και να προτεραιοποιήσουμε την πράξη; Τι νόημα έχουν οι πράξεις εάν δεν έχουμε πρώτα αισθανθεί τι θέλουμε, ποιοι είμαστε, πού πάμε; Ακόμα και η ασθένεια που δεν είναι καταληκτική μπορεί να είναι ένα ακόμα ανθρώπινο σπίτι. Ένα σπίτι που αναζητά το νόημα της ασθένειας, το νόημα της υγείας. Που βρίσκει λέξεις και κατεβάζει τον μοχλό της πίεσης για πράξεις. Γιατί να μην είναι σύμμαχος ο χρόνος; Γιατί το λιγότερο να μην είναι αρκετό; Ίσως και ο χρόνος που χρειάζεται ο καθένας να είναι το δικό του προσωπικό σπίτι. Μήπως και εγκαταστήσουμε βήμα βήμα ένα αίσθημα ζωής και συνύπαρξης με τους άλλους, χωρίς να φοβόμαστε ανά πάσα ότι θα χαθεί.

Κύλιση στην κορυφή