Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκης

Τζον Γκρέι

Οι προοδευτικοί ονειρεύονται την τυραννία

Μετάφραση: Γιώργος Πινακούλας – Θοδωρής Σταμάτης

Γράφοντας το 1934, ο Πωλ Βαλερύ παρατηρούσε ένα «αξιοσημείωτο γεγονός», «ότι η δικτατορία εμφανίζεται τώρα μεταδοτική, όπως ήταν άλλοτε η ελευθερία»[1]. Ο σύγχρονος κόσμος, έλεγε ο Γάλλος ποιητής και δοκιμιογράφος, αναζητούσε «μια οικονομία, μια πολιτική, μια ηθική, μια αισθητική, και μάλιστα μια θρησκεία –ίσως και μια λογική»[2]. Η Ευρώπη αναζητούσε τον «συνετό τύραννο»[3], που θα μπορούσε να φέρει τάξη στην αναταραχή της εποχής.

Οι δεκαετίες που ακολούθησαν έδειξαν ποιοι ήταν οι κίνδυνοι αυτής της αναζήτησης. Οι Ευρωπαίοι δικτάτορες έφεραν πόλεμο και έγκλημα σε πρωτοφανή κλίμακα. Η κομμουνιστική Ρωσία και η Κίνα –που οι προοδευτικοί νόες τις έβλεπαν ως νέους πολιτισμούς εν τω γίγνεσθαι– δεν άφησαν πίσω τους σχεδόν τίποτα εκτός από αμέτρητους σωρούς πτωμάτων. Η μεγάλη επιτυχία του μεταπολεμικού κόσμου ήταν η σοσιαλδημοκρατία. Οι διαμορφωτές της εποχής ήταν ο Φράνκλιν Ντ. Ρούσβελτ και ο Κλέμεντ Άττλη.

Κανένα μάθημα δεν διαρκεί για πάντα στην πολιτική. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η τυραννία ασκεί ξανά σαγηνευτική γοητεία, και όχι μόνο στις ελίτ της διανόησης. Εκατομμύρια νέων ανθρώπων ταυτίζονται με κινήματα που καταπνίγουν τις ελευθερίες, τις οποίες οι ίδιοι θεωρούν δεδομένες. Άνθρωποι που πιστεύουν με ζήλο στη σεξουαλική απελευθέρωση συμμετέχουν σε διαδηλώσεις που υποστηρίζουν ισλαμιστικά καθεστώτα, τα οποία απαγορεύουν το ομοφυλόφιλο σεξ. Η συμπάθεια για τους εχθρούς του έχει γίνει συστατικό στοιχείο της μαζικής ψυχολογίας του προοδευτικού φιλελευθερισμού. Τη δεκαετία του 1930, οι συνοδοιπόροι συχνά υποστήριζαν ότι η Σοβιετική Ένωση προσπαθούσε, ίσως με βαναυσότητα, να πραγματώσει νεωτερικά δυτικά ιδεώδη. Σήμερα, πολύ μεγαλύτεροι αριθμοί προοδευτικών συμπορεύονται με κινήματα που απεχθάνονται όλα αυτά στα οποία συνίσταται η νεωτερική Δύση.

Αν υπάρχουν αυτά που λέμε μιμίδια, ιδέες που ανταγωνίζονται η μία την άλλη με δαρβινικό τρόπο, το πιο τοξικό από αυτά αποδεικνύεται το πλέον ευπροσάρμοστο. Και όμως, δεν είναι οι βάρβαροι διάδοχοι του Ισλαμικού Κράτους, ανίκανοι για οτιδήποτε άλλο εκτός από τρομοκρατικές πράξεις, που θα κληρονομήσουν το μέλλον. Το πραγματικό πρότυπο της ελκυστικής τυραννίας είναι η Κίνα.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η πολιτική μηδενικών κρουσμάτων (zero Covid) του Σι Τζιπίνγκ βρήκε ενθουσιώδεις υποστηρικτές μεταξύ των επιστημόνων και των ειδικών σε θέματα υγείας. Οι ολέθριες επιπτώσεις του λοκντάουν και η οικονομική δυσπραγία στην οποία οδήγησε αμαύρωσαν την αστραφτερή όψη της αυταρχικής εξουσίας του Σι. Η Κίνα έχει πολλά από τα προβλήματά μας σε μεγαλύτερη κλίμακα –θεόρατο χρέος, αγορά ακινήτων υπό κατάρρευση και πελώριες οικονομικές ανισότητες. Το να ξεγράψουμε όμως το κινεζικό μοντέλο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ευσεβείς πόθοι. Δεν πρόκειται απλώς για επιστροφή στον αυταρχισμό, αλλά για ένα κολοσσιαίο πείραμα μεταδημοκρατικής διακυβέρνησης, ο ισχυρισμός της οποίας ότι βασίζεται σε μια ανώτερη ορθολογικότητα μπορεί κάλλιστα να γίνει τελικά αποδεκτός από τη Δύση.

Μια εικόνα για τις ιδέες που εμπνέουν το εν λόγω πείραμα μπορεί να αλιευτεί από τα γραπτά του Γουάνγκ Χουνίνγκ, ενός από τους στενότερους συμβούλους του Σι και του πλέον επιδραστικού εν ζωή πολιτικού στοχαστή. Σε αντίθεση με πολλά μέλη του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, διατήρησε τη θέση του μετά το κομματικό συνέδριο τον Οκτώβριο του 2018, στο οποίο ο Σι χρίστηκε διά βίου πρόεδρος. Στόχος του Γουάνγκ είναι η Κίνα να ξεπεράσει τη Δύση στα τεχνολογικά και οικονομικά επιτεύγματα, χωρίς να ενδώσει στις ασθένειές της –τη χρήση ναρκωτικών που λαμβάνει διαστάσεις επιδημίας, τις εθνοτικές συγκρούσεις, την κατάρρευση του θεσμού της οικογένειας, καθώς και τη λατρεία του ναρκισσιστικού ατομικισμού. Στο America against America (Η Αμερική εναντίον της Αμερικής, 1991), στο οποίο κατέγραψε τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στις Ηνωμένες Πολιτείες ως επισκέπτης καθηγητής το 1988, καταλήγει: «Ο μηδενισμός έχει γίνει η αμερικανική κοσμοθεωρία».

Η στενή γειτνίαση με τη δικτατορική εξουσία είναι επικίνδυνη, και συχνά θανάσιμη. Ο Γουάνγκ ενδέχεται να χάσει την εύνοια του Σι και να εξαφανιστεί ανά πάσα στιγμή, ή να χαθεί μαζί με το αφεντικό του εάν ο Σι παραγκωνιστεί στο πλαίσιο του ανταγωνισμού που διεξάγεται ανάμεσα στις άρχουσες ελίτ της Κίνας.

Περισσότερο ρεαλιστής από τους δεξιούς επικριτές του φιλελευθερισμού, ο Γουάνγκ λέει ξεκάθαρα ότι η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής απαιτεί πολιτική βούληση για ν’ αναχαιτιστούν οι δυνάμεις τις αγοράς. Αν αφεθεί στη μοίρα του, ο καπιταλισμός θα διαλύσει την κοινωνία μετατρέποντάς την σε μια έρημο ανομίας σαν αυτήν που απεικονίζεται στη Liquid Modernity (Ρευστή νεωτερικότητα, 2000) του μαρξιστή θεωρητικού Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Ο συνδυασμός αχαλίνωτων αγορών και «παραδοσιακών αξιών» που ονειρεύονται οι σημερινοί οπαδοί της Μάργκαρετ Θάτσερ και του Ρόναλντ Ρήγκαν συνιστά ουτοπική φαντασίωση. Κάθε αποτελεσματική θεραπεία για την ανομία της ύστερης νεωτερικότητας θα προϋπέθετε αναγκαστικά τον ριζικό μετασχηματισμό της οικονομίας. Διαφορετικά, το μόνο που απομένει, πιστεύει ο Γουάνγκ, είναι η επιδείνωση της κοινωνικής και πολιτισμικής παρακμής. (Η Κίνα έχει στρατηγικό πλεονέκτημα, εφόσον οι εταιρείες της έχουν μακροπρόθεσμους γεωπολιτικούς στόχους και δεν αποβλέπουν σε βραχυπρόθεσμα κέρδη.)

Τα κοινωνικά κινήματα που σαρώνουν τον δυτικό κόσμο ονειρεύονται μια καινούργια ηθική, οικονομία και πολιτική, ή ακόμα και μια καινούργια αισθητική και λογική. Όμως τα οράματά τους για μια καινούργια τάξη είναι υποτυπώδη, και στην πράξη οι διαμαρτυρίες τους απλώς κάνουν τη διακυβέρνηση της κοινωνίας ακόμα δυσκολότερη. Ο αποκλεισμός δρόμων και σιδηροδρομικών σταθμών επιταχύνει την κατάρρευση του δημόσιου τομέα· ο βανδαλισμός έργων τέχνης καταστρέφει τα απομεινάρια μιας κουλτούρας που εγκαταλείπεται μέσω της αυτοακύρωσης και της παραμέλησης. Αντιθέτως, παράλληλα με την παραγωγή αμέτρητων μηχανικών και επιστημόνων, τα κινεζικά πανεπιστήμια διδάσκουν τα κείμενα του δυτικού κανόνα στις γλώσσες στις οποίες γράφτηκαν. Ορχήστρες σε ολόκληρη τη χώρα παίζουν ευρωπαϊκή κλασική μουσική. Λίγες μόνο δεκαετίες αφότου αναγγέλθηκε με αυτοπεποίθηση ο τελικός θρίαμβος των φιλελεύθερων αξιών, τα λείψανα του υπό εξαφάνιση δυτικού πολιτισμού βρίσκουν καταφύγιο στο σιδερένιο κλουβί του απολυταρχισμού που πρεσβεύει ο Σι.

Όσο οι δημοκρατίες γίνονται πιο άναρχες και χαοτικές, το όνειρο της συνετής τυραννίας επιστρέφει για να τις στοιχειώσει. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην εποχή του Βαλερύ, οι δημοκρατίες δεν λαχταρούν να μετατραπούν οι ίδιες σε δικτατορίες. Τουναντίον, καθώς γίνονται ολοένα και πιο ανισόρροπες και μη διαθέτοντας τη ζωτικότητα που χρειάζεται ώστε να καταρρεύσουν, αυτό που ενδόμυχα ποθούν είναι λογική και τάξη υπό την αιγίδα μιας πεφωτισμένης δεσποτείας.

⸙⸙⸙

[Το παρόν κείμενο αποτελεί μετάφραση του άρθρου: «Progressives dream of tyranny», περ. New Statesman, 8 Νοεμβρίου 2023. Ηλεκτρονική δημοσίευση εδώ (προσπελάστηκε στις 21.12.2023).]


[1] Paul Valéry, Πνεύμα και πολιτική, μτφρ. Η.Π. Νικολούδης, επιλ.-προλ. Αλέξανδρος Βέλιος, Ροές, Αθήνα 2014, σελ. 105.

[2] Ό.π., σελ. 106.

[3] Ό.π.

Κύλιση στην κορυφή