© Ζωγραφική: Γιώργης Βραχνός

Μαρία Παπαγιάννη

Οι πρώτες φορές

Το πρώτο παιχνίδι

Μεγαλώναμε στη Λάρισα μαζί με την αδελφή μου τη Βικτώρια. Δίπλα έμεναν οι ξαδέλφες μας. Είχαμε πολλά κοινά παιχνίδια και σαν εικόνα θυμάμαι να μας αφήνουν πάνω σ’ ένα πολύχρωμο χαλί και να παίζουμε. Δεν θυμάμαι την πρώτη μου κούκλα, θυμάμαι όμως όταν έφτασε στο σπίτι το πρώτο σαλονάκι. Ήταν από ένα καταπράσινο βελούδο κι όταν άνοιξε το κουτί θαμπωθήκαμε όλοι. Ήταν δώρο για την αδελφή μου, αλλά όλες μαζί θα παίζαμε. Πριν προλάβουμε να το στήσουμε, η μια μικρή ξαδέλφη μου που ήταν αδιάθετη κι έπινε το γάλα της ανόρεχτα και βιαστικά και ήθελε να παίξει μαζί μας έβηξε, άνοιξε το μπιμπερό και όλο το γάλα χύθηκε πάνω στο πράσινο βελούδινο σαλόνι. Όλες ξεσπάσαμε σε κλάματα, οι μαμάδες έτρεξαν και προσπάθησαν να μας ησυχάσουν, έβαλαν τα δυνατά τους αλλά δεν κατάφεραν να το ξανακάνουν όπως πρώτα. Ποτέ το σαλονάκι δεν ήταν καταπράσινο και μαλακό όπως όταν βγήκε από το κουτί. Το θαύμα κράτησε μόνο για ένα λεπτό κι ύστερα για πολύ καιρό παίζαμε όλες μαζί με τις κούκλες μας σ’ ένα σαλονάκι με απροσδιόριστο χρώμα. Γενικά τα πρώτα παιχνίδια που θυμάμαι ήταν ομαδικά. Ήμασταν 12 ξαδέλφια κι η μεγάλη ευτυχία ήταν τα καλοκαίρια που βρισκόμασταν όλα μαζί και στο χωράφι, έτσι λέγαμε ένα μεγάλο κενό οικόπεδο δίπλα στο σπίτι που μέναμε, παίζαμε ποδόσφαιρο, «κουρελού» και το καλύτερό μας «κλέφτες κι αστυνόμους».

Το πρώτο ψέμα

Από μικρά λέγαμε τα κάλαντα στη γειτονιά σε φίλους και γνωστούς μαζί με μια μικρότερη ξαδέλφη μου, τη Βάνα. Οι μαμάδες μας, μάς επέτρεπαν σ’ ένα πολύ περιορισμένο τετράγωνο. Μ΄ έναν τρόπο ήξεραν πως όλοι μας πρόσεχαν κι από σπίτι σε σπίτι γυρνούσαμε σ’ ένα μικρό γαϊτανάκι ασφαλών τόπων. Περνούσαμε μπροστά από το μπακάλικο, δίπλα στο ψιλικατζίδικο, το κουρείο και πάλι πίσω. Μια χρονιά όμως πρότεινα στη Βάνα να ξεμακρύνουμε λίγο και να μην το πούμε σε κανέναν. Περάσαμε τη γέφυρα, σπάσαμε τα δεσμά, κάναμε τη μικρή μας επανάσταση αλλά δυστυχώς πέσαμε στη φάκα με καθόλου ηρωϊκό τρόπο, καθώς χαθήκαμε κι έτσι το πρώτο ψέμα αποκαλύφτηκε.

Το πρώτο παραμύθι

Δεν διαβάζαμε ακόμα. Από τα πρώτα βιβλία που θυμάμαι ήταν μια συλλογή με παραμύθια του Άντερσεν που μας διάβαζε η μαμά, αλλά τα καλύτερα παραμύθια τα έλεγε ο μπαμπάς. Οι γονείς μας αγαπούσαν πολύ τον κινηματογράφο και πηγαίνανε συχνά. Το πρωινό της Κυριακής που ο μπαμπάς δεν πήγαινε στο μαγαζί στριμωχνόμασταν με την αδελφή μου δίπλα του στο διπλό κρεββάτι. Και τότε άρχιζαν οι ιστορίες. Ο μπαμπάς μας διηγιόταν την ταινία που είχαν δει στον κινηματογράφο. Έτσι «είδαμε» μαζί του πολλές ταινίες: Σπάρτακο, Μπεν Χουρ, Και οι επτά ήταν υπέροχοι, Ο Ρόκο και τα αδέλφια του.

Η πρώτη μέρα στο σχολείο

Η πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο ήταν και το πρώτο μου σκασιαρχείο. Με θυμάμαι να υπόσχομαι στη μαμά πως δεν θα κλάψω αλλά δεν ήταν και πολύ εύκολο. Δεν ήξερα κανένα από τα παιδιά. Θυμάμαι ένα αγοράκι χτυπιόταν όλη μέρα και η δασκάλα το κρατούσε σφιχτά από το χέρι κι αυτό για κάποιο λόγο μου φάνηκε αναξιοπρεπές, θλιβερό και με έκανε πιο δυνατή. Με πλησίασε τότε ένα κοριτσάκι και μου λέει: «αυτά είναι μωρά. Πάμε να φύγουμε να παίξουμε στο σπίτι μου; Μένω εδώ δίπλα». Δεν ξέρω πώς τα καταφέραμε και βγήκαμε από το σχολείο. Ήταν ένα μικρό νηπιαγωγείο με μια μόνο τάξη, νομίζω, και ίσως μια δασκάλα. Φύγαμε και θυμάμαι ώρες μετά τη μαμά της Δήμητρας να με ρωτάει πώς με λένε και να προσπαθεί να ειδοποιήσει τους γονείς μου που είχαν τρελαθεί από την αγωνία τους.

Η πρώτη φωτογραφία

Ανάμεσα στις μαυρόασπρες φωτογραφίες που βλέπω στα κουτιά της μαμάς μου με μένα μωρό, θα ξεχωρίσω δύο. Στη μία είμαι εντελώς μωρό, με στηρίζει ίσως κρυμμένος κάποιος από πίσω, φοράω ένα φουστανάκι υπερπαραγωγή και στέκομαι στη μέση του τραπεζιού. Το σπίτι είναι στολισμένο για κάποια γιορτή. Γενικά το σπίτι μας ήταν πάντα ανοιχτό και γεμάτο κόσμο. Αλλά μια φωτογραφία που αγαπάω είναι στον Πλαταμώνα, όπου περνούσαμε τα καλοκαίρια μας με τα αδέλφια της μαμάς μου. Ο ξάδελφός μου ο Κώστας, η αδελφή μου κι εγώ μικρότερη στην άκρη της θάλασσας. Ήταν οι πιο υπέροχες μέρες εκείνα τα καλοκαίρια. Από τη Λάρισα μετακομίζαμε για τρεις μήνες στον Πλαταμώνα μαζί με το ψυγείο, την κουζίνα, κι όλα τα απαραίτητα κουζινικά. Νοικιάζαμε ένα μεγάλο σπίτι και κάθε οικογένεια έπαιρνε ένα δωμάτιο.

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα

Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το πρώτο πρώτο βιβλίο που διάβασα. Από τα πρώτα βιβλία ήταν σίγουρα η Οικογένεια Ελβετών Ροβινσώνων, η Πολυάννα, τα Ψηλά Βουνά, η Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά, Χωρίς οικογένεια, Ένα παιδί μετράει τα άστρα και πολλά άλλα. Πολύ απολάμβανα όμως τη βιβλιοθήκη της θείας μου που είχε δεμένα όλα τα τεύχη της Διάπλασης των Παίδων και ήταν για μας θησαυρός.

Η πρώτη τιμωρία

Εκείνα τα Χριστούγεννα που παραβιάσαμε τα επιτρεπτά όρια για τα κάλαντα, οι μαμάδες μας ήθελαν να μας μαλώσουν αλλά ήταν δύσκολο, γιατί ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς. Δεν θυμάμαι λοιπόν αν υπήρξε κάποια σοβαρή τιμωρία πέρα από απειλές πως από εκείνη τη στιγμή θα άλλαζαν τα πράγματα και θα βλέπαμε… Εμείς όμως στ’ αλήθεια είχαμε τρομάξει πως είναι πολύ εύκολο να χαθούμε. Έτσι αποδεχτήκαμε την πρόταση της μεγαλύτερης ξαδέλφης μας, να μας γράψει και να μας κολλήσει στο μέτωπο ετικέτες με το όνομα και τη διεύθυνσή μας. Όλοι γέλασαν με την αφέλειά μας, εμείς όμως γλιτώσαμε την τιμωρία

Το πρώτο κατοικίδιο

Κάθε φορά που παρακαλούσα στο σπίτι να πάρουμε κατοικίδιο οι γονείς μου ήταν τοίχος. Τα κατοικίδια απαγορεύονταν στο σπίτι μας. Για κάποιον λόγο ο μπαμπάς δεν μας άφηνε ούτε να χαϊδέψουμε σκυλάκι στον δρόμο. Κάποια χρονιά στον Πλαταμώνα, δεν ξέρω πώς βρέθηκαν δυο παπάκια στο σπίτι μας. Οι μεγάλοι μας είπαν πως αν θέλαμε θα τα μεγαλώναμε εμείς. Τι χαρά κάναμε! Τους φτιάξαμε έναν μεγάλο χώρο στον κήπο και βάλαμε μια λεκάνη για να κολυμπάνε. Τα ταΐζαμε και περνούσαμε πολλές ώρες μαζί τους. Φεύγοντας από τον Πλαταμώνα, οι μεγάλοι μας είπανε πως δεν μπορούσαμε να τα πάρουμε μαζί μας, αλλά θα τα βρίσκαμε σίγουρα το επόμενο καλοκαίρι. Όλη τη χρονιά έλεγα στην ξαδέλφη μου πως δεν πρέπει να φάμε κάτι που να μοιάζει με παπάκι. Έτσι κόψαμε και το κοτόπουλο. Το επόμενο καλοκαίρι είχαμε μεγαλώσει αρκετά και όταν δεν ξαναβρήκαμε τα παπάκια, οι γονείς μας είπανε πως μεγάλωσαν και πέταξαν μακριά. Θέλαμε πολύ να τους πιστέψουμε, άλλωστε προτιμούσαμε πια τα παιχνίδια έξω από την αυλή. Θυμάμαι πόσο νόστιμο μου φάνηκε το κοτόπουλο όταν το ξαναδοκίμασα. Το πρώτο κατοικίδιο, τον φοβερό Σίντο, τον έφερε στο σπίτι ο Θάνος πολλά πολλά χρόνια μετά. Από τότε ζούμε πάντα με σκυλιά και γατιά.

Η πρώτη απογοήτευση

Ένα καλοκαίρι τα μεγάλα ξαδέλφια αποφάσισαν να κάνουν μια παράσταση και να βάλουν και εισιτήριο για τη γειτονιά. Οι γονείς μας έγιναν έξαλλοι και απαίτησαν να ξεχάσουμε το εισιτήριο με την απειλή πως δεν θα επιτρέψουν την παράσταση. Τα μεγάλα ξαδέλφια κάνανε πολλές μυστικές συναντήσεις, στις οποίες φυσικά δεν με προσκαλούσαν και στο τέλος συμφώνησαν με τους γονείς μας πως δεν θα έχουν εισιτήριο. Δεν τους είπαν όμως πως είχανε μια άλλη πονηρή ιδέα που δυστυχώς δεν την είπανε και σε μένα όταν μου πρότειναν να λέω ένα μικρό τραγουδάκι στη διάρκεια της παράστασης. Η απογοήτευσή μου όμως ήταν τεράστια όταν κατάλαβα πως έλεγα το τραγούδι την ώρα που γινόταν διάλειμμα και τα μεγάλα ξαδέλφια πουλούσαν αναψυκτικά και πατατάκια. Καθώς δεν ήμουνα και καμιά σπουδαία καλλιτέχνης, πέρασα απαρατήρητη. Τώρα σκέφτομαι πως ίσως ήταν το καλύτερο που μπορούσε να συμβεί. Τότε όμως ήταν μεγάλη απογοήτευση.

Ο πρώτος έρωτας

Η οικογένειά μου στη Λάρισα ήταν φανατικοί οπαδοί της ΑΕΛ, της ποδοσφαιρικής ομάδας. Οπότε τις Κυριακές που έπαιζαν εκτός έδρας ακολουθούσαμε την ομάδα παντού. Ο θείος μου κάποια χρόνια ήταν πρόεδρος της ομάδας και μας έπαιρνε και εμάς πολλές φορές με το πούλμαν που ταξίδευε η ομάδα. Ήμουνα πάρα πολύ μικρή όταν ερωτεύτηκα τον τερματοφύλακα της ΑΕΛ.

Το πρώτο βιβλίο που έγραψα

Το πρώτο βιβλίο που έγραψα ήταν ένα μικρό θεατρικό που μοίρασα στα μικρότερα ξαδέλφια μου για να μάθουν τους ρόλους τους. Ως τότε οι γονείς μας ετοίμαζαν μέρες τα θεατρικά που παρουσίαζαν τις Απόκριες. Εκείνη τη χρονιά πρότεινα να παίξουμε κι εμείς ένα δικό μας. Θυμάμαι μόνο τον τίτλο του «Τρίχες», αλλά δεν θυμάμαι λεπτομέρειες και σίγουρα δεν το έχω κρατήσει.

Η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι κάτι πρέπει να αλλάξει στην παιδική ή εφηβική λογοτεχνία

Όταν πρωτοδιάβασα Ζωρζ Σαρή, τον Θησαυρό της Βαγίας, το Όταν ο ήλιος, Άλκη Ζέη, Το καπλάνι της Βιτρίνας και τον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου, αλλά και Παντελή Καλιότσο, τα Ξύλινα σπαθιά. Τότε σκέφτηκα πως αυτή η λογοτεχνία μου αρέσει. Βιβλία που λένε αλήθεια στα παιδιά, αληθινοί ήρωες, δυνατοί, χιούμορ και φαντασία.

«Όλων των λέξεων τα σπιτικά
κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία»
Κύλιση στην κορυφή