© Ζωγραφική: Γιώργης Βραχνός

Μαρίζα Ντεκάστρο

Οι πρώτες φορές

Το πρώτο παιχνίδι

Δεκαετία του ’50. Το kashoro. Ένα λούτρινο σκυλάκι, σαν λουκάνικο με μακριά αυτιά. Με θυμάμαι πολύ καθαρά στη σκοτεινή κουζίνα να στέκομαι δίπλα στο ψυγείο με τον πάγο και να βγάζω το kashoro από το χαρτί. Ήταν το δώρο από το πολύμηνο ταξίδι του μπαμπά μου στο Σάο Πάολο που σκεφτόταν μήπως θα μπορούσαμε να ζήσουμε εκεί. Τελικά, από εκείνο το ταξίδι μόνο το παιχνίδι έμεινε και τα ζωγραφιστά μενού του υπερωκεάνιου Cristoforo Colombo που τον πήγε από τη Γένοβα στη Βραζιλία.

Το πρώτο –μεγάλο– ψέμα

«Θα με φιλοξενήσει λίγες μέρες η … στο Πόρτο-Ράφτη». Είχα άλλο σχέδιο, να πάω στη Σκύρο με τον αγαπημένο της εποχής και μεγάλη παρέα για τον Χορό των Τράγων. Τι ανοησία και πόσο κακότεχνο το ψέμα! Μπάνια και Απόκριες δεν ταίριαζαν επ’ ουδενί. Φυσικά, με ανακάλυψαν…

Το πρώτο παραμύθι

Η κάρτα. Δεκαετία του ’60. Στην κατασκήνωση Le Colibri, κοντά στη Λωζάνη. Κάθε μέρα, όλα τα παιδιά περιμέναμε εναγωνίως το ταχυδρομείο. Έφτασε μια μέρα κάρτα από τη νόνα Μαρίκα. Την έχω φυλάξει την κάρτα με τα λεπτεπίλεπτα πλαγιαστά γράμματα και την τρυφερή εικόνα χαρούμενων παιδιών να παίζουν με το σκυλάκι τους μαζί με όλες που μου έστειλε πριν τη χάσω. Στην κάρτα, η γιαγιά μου δεν έγραφε τα νέα, αλλά ένα παραμύθι. Σήμερα δεν στέλνω κάρτες. Όπως ο Ροντάρι, τα παραμύθια τα λέω από το τηλέφωνο.

Πρώτη μέρα στο σχολείο

Η πρώτη μέρα στο καινούργιο σχολείο –Γυμνάσιο. Παρότι μέτρια μαθήτρια, δεν φοβόμουνα τα μαθήματα. Ούτως ή άλλως είχα περάσει εξετάσεις για να με πάρουν στο συγκεκριμένο σχολείο. Αλλά, ήμουνα όμορφη;

Η πρώτη φωτογραφία

Ποια ήταν η πρώτη φωτογραφία που τράβηξα, δεν θυμάμαι. Πάντως με βλέπω να κρατάω τη μηχανή, μια Kodac Instamatic αγορασμένη από το φωτογραφείο του Τσέλιου στην Πατησίων. Τη φωτογραφική μηχανή ακολούθησαν και άλλες αγορές. Ένα φορητό πικάπ Tepaz, 45άρια δισκάκια, ένα μικρό μαγνητόφωνο με μπομπίνες. Τα 45άρια των Beatles πουλήθηκαν στο Μοναστηράκι και τα χρήματα έγιναν πέδιλα από τον Μελησσινό, τον ποιητή της Πανδρόσου. Φαντάζομαι ήταν η εποχή της ανεξαρτητοποίησης, του εγώ είμαι!

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα

Η Καιτούλα στην κουζίνα, της Χρύσας Παραδείση. Β’ τάξη του δημοτικού στη Σχολή Τυχοπούλου και το μοναδικό νομίζω βιβλίο μου! Ήταν εύκολο να διαβάζω πώς στρώνεται το τραπέζι, πώς μετριούνται οι ποσότητες, πώς πλάθουμε κεφτεδάκια και μπισκότα. Σήμερα, οι συνταγές χρησιμοποιούνται στην αριθμητική και στο μάθημα της γλώσσας και προτείνονται ως εκπαιδευτική δραστηριότητα.

Η Καιτούλα χάθηκε, έχω όμως το τετράδιο των συνταγών της μαμάς μου. Ήταν η εποχή του βουτύρου και της ζάχαρης. Το χούι της μαγειρικής μού έμεινε.

Η πρώτη τιμωρία

Η ιστορία με το κόκκινο παλτό. Το παιδικό μου μυαλό πίστευε πεισματικά ότι οι γονείς δεν είχαν κανέναν λόγο να βγαίνουν το βράδυ. «Δεν θα πάτε πουθενά!» τσίριξα, «Γιατί… να κι εγώ!» Τα κοφτερά δοντάκια ανέλαβαν δράση, άφησαν μια ωραιότατη δαγκωνιά πάνω στο κόκκινο τσόχινο παλτό της μαμάς μου, έφεραν μια ξυλιά στον πισινό και με οδήγησαν για τιμωρία στην αποθήκη με το κίτρινο φως. Με έσωσε ο νονός με τα χρυσά γυαλάκια που ζούσε μαζί μας.

Το πρώτο κατοικίδιο

Τα κατοικίδια των παιδιών. Σκέφτηκα ότι τα ζωάκια θα έκαναν τα αγόρια μου υπεύθυνα. Έσπευσα να τους χαρίσω λοιπόν κατοικίδια. Από το σπίτι μας πέρασαν άτυχα πουλάκια, χελώνες, χάμστερ, ψάρια. Περιθάλψαμε και έναν σκαντζόχοιρο, που τελικά δεν του ταίριαζε η οικογενειακή ζωή και αποδήμησε εις Κύριον. Στέριωσαν η Μελίνα, κόκκινη γάτα σαν του Τσεσάιρ, και ο Σπάικ ο αδέσποτος γκέκας. Ο Σπάικ με κοίταζε στα μάτια. Η Μελίνα όχι.

Η πρώτη απογοήτευση

Δεκαετία του ’90 και εξής. Απογοήτευση πρώτη, δεύτερη… Πολλές και διάφορες, μη ανακοινώσιμες. Δεν μπαίνουν σε ζυγαριά και οπωσδήποτε είναι σαν ολονών –συναισθηματικές, ιδεολογικές, πολιτικές, απογοητεύσεις για φιλίες που ατόνησαν και χάθηκαν. Είναι εδώ, μέσα μου.

Ο πρώτος έρωτας

Στο μυαλό μου μόνο, τα βράδια. Αργότερα έμαθα για τους φανταστικούς φίλους των παιδιών και για τον παιδικό ερωτισμό.

Το πρώτο βιβλίο που έγραψα

Δεκαετία του ’80. Αρχαιολογία, ένα ταξίδι στο παρελθόν: Οδηγός για παιδιά (Κέδρος, 1988).

Το ’85, χάρη στις πρωτοβουλίες της Μελίνας Μερκούρη, η Αθήνα ανακηρύχτηκε πρώτη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Είχα λοιπόν την τύχη να εργαστώ με μαθητές στην έκθεση για τη Γραφή, που είχε σταλεί πακέτο από το Λούβρο, και χώθηκα στα αρχαιολογικά. Την ίδια περίοδο δίδασκα Ιστορία στο δημοτικό και για το μάθημα έφτιαχνα μικρά εκπαιδευτικά προγράμματα με στόχο μια διδακτική πιο ζωντανή και δημιουργική. Η συγγραφή ξεκίνησε τυχαία, όταν μου ήρθε η λαμπρή ιδέα να μετατρέψω σε βιβλίο ένα τέτοιο σχολικό πρόγραμμα για την αρχαιολογία. Η Νανά Καλιανέση του Κέδρου, από τους πρώτους που ανέδειξαν το παιδικό βιβλίο και που επίσης καταλάβαινε τη δυναμική των βιβλίων γνώσεων, δέχτηκε το πείραμα μιας μη συγγραφέως και το έβγαλε. Έγραψα ακόμα δυο βιβλία παρόμοιου ύφους (Βυζαντινή τέχνη και Λαϊκή τέχνη) και απέκτησα μια αξιοπρεπή «σειρά» με το όνομά μου, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε βιβλιοθήκες παιδιών και δασκάλων και στα βιβλιοπωλεία. Ομολογώ, ήταν λίγο αφελές να πιστεύω ότι καθετί γίνεται βιβλίο, όπως αλλοίμονο νομίζουν οι ενθουσιώδεις επίδοξοι συγγραφείς, αλλά το επιχείρησα.

Πάντως, μετά από τριάντα και βάλε χρόνια, θα ήθελα να με ρωτήσει κάποιος πώς το κρίνω τώρα. Διαβάζοντάς το, μαζί με άλλα πρώτα βιβλία μου, βλέπω πώς εξελίχτηκα, τις ελευθερίες που πήρα στο πλαίσιο του καλώς εννοούμενου διδακτισμού και πώς παρέμεινα αυστηρή στα γραφόμενα, αλλά πιο ευφάνταστη και φιλικότερη προς τους αναγνώστες. Χωρίς αμφιβολία, πολλά από τα βιβλία μου σήμερα θα τα έγραφα διαφορετικά!

Η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι κάτι πρέπει ν’ αλλάξει στην παιδική / εφηβική λογοτεχνία

Δεν μπορώ να ορίσω επακριβώς πότε κατάλαβα ότι κάτι πρέπει να αλλάξει στην παιδική/νεανική λογοτεχνία. Δεν υπάρχει λοιπόν πρώτη φορά, αλλά φορές σε βάθος χρόνου.

Παρακολουθώντας το εκδοτικό τοπίο, οι συστηματικοί αναγνώστες, πόσο μάλλον οι επαγγελματίες, αποκτούμε εποπτεία και άρα συγκρίνουμε, εμβαθύνουμε, διαμορφώνουμε απόψεις. Και μοιραία φτάνουμε στην εκλέπτυνση της μεγάλης εικόνας, δηλ. αν και τι χρειάζεται να αλλάξει στην παιδική λογοτεχνία.

Ανάμεσα στα πολλά, επισημαίνω τη συγγραφή βιβλίων-καρμπόν, η οποία απορρέει από φιλοδοξίες και μετατρέπει τη δημιουργικότητα των συγγραφέων σε βιασύνη, με συνέπεια την πρόχειρη, εύκολη τυποποίηση στην αφήγηση και την έλλειψη πρωτοτυπίας, θεματικής ή άλλης. Παράλληλα, και οπωσδήποτε συνδεδεμένα, είναι τα οικονομικά του βιβλίου: η γενική οικονομική αβεβαιότητα και οι υποχρεώσεις των εκδοτικών επιχειρήσεων, η αγωνία για το μερίδιό τους στην αγορά (η οποία δυστυχώς δεν έχει τη δυνατότητα να απορροφήσει το πλήθος των βιβλίων που εκδίδονται), τα συμβόλαια, τα ποσοστά των συγγραφικών δικαιωμάτων, οι πιεστικά χαμηλές αμοιβές των εικονογράφων. Το κύκλωμα είναι κλειστό και μας περιλαμβάνει όλους.

«Όλων των λέξεων τα σπιτικά
κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία»
Κύλιση στην κορυφή