Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκος

Ναρίνα Σουβατζίδου

Οι πυγολαμπίδες του Ταΰγετου

Εκείνη τη νύχτα του Αυγούστου, ολόσιωπα, οι λιγοστές ελιές που στέριωναν στον άγριο τόπο, έκαναν νυχτέρι. Οι τοίχοι των πετρόκτιστων ρουφούσαν ανεξάντλητα τη βραδινή δροσιά, πασχίζοντας να σβήσουνε την κάψα της ημέρας. Το μικρό χωριό έκλεινε τρία χρόνια πια σχεδόν ερειπωμένο. Οι προτελευταίοι του κάτοικοι, ένα ζευγάρι γέρων, είχαν πεθάνει εκείνον τον χειμώνα με διαφορά δύο μηνών ο ένας απ’ τον άλλον. Μονάχα κάποιοι λιγοστοί τουρίστες έφταναν πια εδώ τα καλοκαίρια και φωτογράφιζαν τα εγκαταλελειμμένα κτίσματα που έστεκαν ασάλευτα κάτω από τον ξερό όγκο του Ταΰγετου.

Ο τελευταίος κάτοικος του χωριού ήταν εκείνος. Τούτες τις μέρες κλείνανε πέντε χρόνια πια, που πέρναγε τις μέρες και τις νύχτες του όρθιος και ακίνητος, σαν ριζωμένος, πλάι στην πόρτα του σπιτιού που είχε μεγαλώσει. Η οροφή είχε καταρρεύσει κι οι τοίχοι στέκανε μισογκρεμισμένοι. Σαν χάθηκε η μάνα κι ο πατέρας του δεν θέλησε να το επισκευάσει. Την νύχτα που έπεσε η στέγη κάθισε πλάι στην ανοιχτή εξώπορτα και έγειρε στον τοίχο. Εκεί τον πήρε ο ύπνος και εκεί ξύπνησε νωρίς με το πρώτο φως. Από τότε δεν έφυγε ξανά απ’ την πόρτα. Έστησε ένα μικρό ξύλινο σκαμνί για να μπορεί να ξαποσταίνει πότε πότε. Όσο όμως άντεχε στεκότανε όρθιος. Φύλακας πλάι στην πορτοσιά. Όρθιος, σαν ακρόπρωρο. Σαν δέντρο. Σαν κορμός.

Από παιδί είχε τη συνήθεια να παίζει πλάι στην εξώπορτα. Να παρατηρεί την κίνηση στη γειτονιά, να κάνει παρέα στη μάνα του όσο καθάριζε τα χόρτα και τα ψάρια, ν’ ακούει τα κουτσομπολιά της με τις γειτόνισσες τ’ απογεύματα και να περιμένει τον πατέρα να γυρίσει απ’ το κυνήγι. Μάταια του έλεγαν να φύγει πια απ’ τα πόδια τους, να πάει κατά τη θάλασσα, να τρέξει, να φωνάξει. Εκείνος έπαιζε στο χώμα σιωπηλός. Του άρεσε να πιάνει τζιτζίκια και ακρίδες. Ύστερα τ’ άφηνε να φύγουνε κι όπως αυτά ξεμάκραιναν φανταζότανε για πού άραγε τραβάνε. Ήθελε να παρατηρεί τα σαλιγκάρια, τις σαύρες και τα φίδια. Κι ενώ οι άλλοι τα φοβόντουσαν, αυτός όλο γελούσε.

Στον τόπο αυτόν δεν πέφτει χιόνι. Οι χειμώνες είναι ήπιοι. Όμως εκείνη την χρονιά έκανε βαρυχειμωνιά. Μια νύχτα του Γενάρη λευκές νιφάδες άρχισαν να πέφτουν απ’ τον ουρανό. Έκπληκτος κοίταζε γύρω το χωριό του καθώς η γκριζοκίτρινη όψη του έπιασε να ξασπρίζει. Μέσα σε μερικές ώρες έμοιαζε σα να ασβεστώθηκαν οι στέγες, οι αυλόπορτες, οι μάντρες και οι δρόμοι. Εκείνη τη νύχτα κατέβηκε μες στο χωριό μία μικρή αλεπού. Καθώς ακροπατούσε με τα λεπτά της πόδια μέσ’ στο χιόνι, δεν την άκουσε. Την είδε άξαφνα να στέκεται διστακτική μπροστά του με το ʼνα πόδι λυγισμένο, ζυγίζοντας αν θα μείνει ή θα φύγει. Άπλωσε απαλά το χέρι του και της ψιθύρισε να τον πλησιάσει. Ήθελε να είχε κάτι να της δώσει για να φάει. Η αλεπού τον περιεργάστηκε κι έπειτα στράφηκε πρός το βουνό κι έφυγε γρήγορα να πάει να κυνηγήσει. Για πρώτη φορά εκείνη τη νύχτα πικράθηκε που έστεκε έτσι ακίνητος και δεν είχε κάτι να της προσφέρει. Δεν την ξαναείδε από τότε. Του πήρε μέρες πολλές να την ξεχάσει, μα την ξέχασε.

Την δέκατη τέταρτη μέρα εκείνου του Αυγούστου, είχε πια πέσει απόβραδο και το χωριό άδειαζε απ’ τους τουρίστες. Εκείνος στεκότανε στην πόρτα άκεφος και μουτρωμένος. Το χωριό καιγότανε απ’ τη ζέστη κι αυτός ιδρωμένος και ξέπνοος είχε λαχταρήσει τη δροσιά της θάλασσας κι ένιωθε λυπημένος. Εκείνο το απόγευμα είχε ακούσει έναν άντρα να λέει στον γιο του να βιαστεί να μπει στο αυτοκίνητο μήπως σταθούνε τυχεροί και δουν καμιά αλεπού στον δρόμο για το ξενοδοχείο. Του ήρθε ξανά στον νου του η αλεπού. Θυμήθηκε τα μάτια της που τον κοίταζαν λάμποντας από περιέργεια και δισταγμό, σαν δυο καρβουνάκια. Για δεύτερη φορά εκείνο το απόβραδο μετάνιωσε που έμενε έτσι ριζωμένος μπρος στην πόρτα. Προσπαθώντας να ξεχάσει τη λύπη του, έγειρε για να κοιμηθεί στον τοίχο του σπιτιού του.

Εκείνη τη νύχτα συνέβη στο χωριό κάτι παράξενο. Κατέβηκαν απ’ το βουνό πυγολαμπίδες. Ένα πυρακτωμένο σύννεφο άρχισε να πετάει αργά μέσα στο έρημο χωριό, μπροστά απ’ τα σπίτια, την πλατεία, τα στενά, την αυλή της εκκλησίας. Πήγαν κατά το σπίτι του και στάθηκαν μπροστά του, σαν ένα μικρό ολόφωτο σύμπαν. Εκείνος ξύπνησε απ’ τον βόμβο τους κι έμεινε να κοίταζει ασάλευτος, σχεδόν χωρίς ανάσα. Είχε να δει πυγολαμπίδες από παιδί. Τον είχε πάρει μια φορά ο πατέρας του στο κυνήγι. Καθώς μαζεύανε τα όπλα και τα θηράματα γύρισαν και είδαν τη μικρή πλαγιά του βουνού κατάφωτη. «Κωλοφωτιές!» του είχε πει ο πατέρας του. «Καλό σημάδι! Είναι μεγάλη τύχη να τις δεις. Κοίτα λοιπόν που είσαι γουρλής! Θα ʼχουμε καλά κυνήγια φέτος!». «Πυγολαμπίδες λέγονται, όχι κωλοφωτιές», του είχε πει η δασκάλα του όταν τους τα ʼπε την άλλη μέρα στο σχολείο. «Πυγολαμπίδες. Κι αυτά με την καλοτυχία να μην τα πιστεύεις, παιδί μου. Είναι προκαταλήψεις. Δεισιδαιμονίες. Το κατάλαβες;». Εκείνος έγνεψε καταφατικά, μα δεν το εννοούσε. Του είχε φανεί σαν θαύμα. Σαν να είχαν ξαπλώσει απάνω στο βουνό πλήθος μικρά αστέρια.

Οι πυγολαμπίδες τον πλησίασαν αργά και συγκεντρώθηκαν γύρω από το κεφάλι του σχηματίζοντας μια μεγάλη φωτεινή σφαίρα. Ανάμεσα απ’ το πέταγμά τους είδε και πάλι το χωριό του ζωντανό. Καθώς οι λάμψεις τους τρεμόπαιζαν στα μάτια του, θυμήθηκε τους συγχωριανούς του να γυρίζουνε απ’ την εκκλησία κρατώντας τα κεριά της Ανάστασης. Είδε τα χάρτινα φαναράκια των παιδιών, τις πολύχρωμες λάμπες της ταβέρνας και τις φωτιές που άναβαν οι έφηβοι στην παραλία. Έφερε στον νου του τα μακρισμένα φώτα απ’ τις βάρκες και τα σινιάλα που έκαναν μεταξύ τους οι ψαράδες με τους φακούς τη νύχτα, τις φωτοβολίδες που φώτισαν στον ουρανό τη νύχτα που γέννησε η γυναίκα του καπετάνιου. Του ήρθε ύστερα στον νου του το τζάκι του σπιτιού τους. Θυμήθηκε που όταν ήτανε παιδί έριχνε κατάχαμα μια κουβέρτα, ξάπλωνε και κοιτούσε κάτω απ’ την πυροστιά τα κάρβουνα να τρεμοπαίζουν. Κι ενώ έκλειναν τα μάτια του, κρατιόταν ξύπνιος μέχρι να δει και το τελευταίο κάρβουνο να σβήνει κι ύστερα αποκοιμιότανε. Ύστερα αναλογίστηκε τη μάνα, τον πατέρα του και πόσα χρόνια μένανε σβηστά τα δυο καντήλια.

Οι πυγολαμπίδες επέμεναν στον φωτεινό χορό τους. Σήκωσε διστακτικά το πόδι του απ’ το χώμα, ύστερα τ’ άλλο, έκανε ένα βήμα. Οι πυγολαμπίδες πετούσαν σταθερά κι ακούραστα γύρω από το κεφάλι του. Έκανε μερικά ακόμα βήματα… Στραφηκε πίσω του και κοιταξε την πόρτα που είχε σταθεί αυτά τα χρόνια. Δύο μικρές πυγολαμπίδες που έτυχε να πετούν μπροστά απ’ τα μάτια του ξεδίψασαν αναπάντεχα απ’ τη συγκίνησή του. Σιγά σιγά γύρισε την πλάτη του στο σπίτι του κι άρχισε να περπατάει ίσια κατά τη θάλασσα. Βάδισε μέχρι που ολόκληρο το σώμα του βυθίστηκε στο νερό. Οι πυγολαμπίδες τον συντρόφευσαν σε κάθε δρασκελιά. Τον εγκατέλειψαν μονάχα όταν το κεφάλι του βουτήξε πια ολόκληρο στη θάλασσα και χάθηκε. Ζουζούνισαν για λίγο στην ακτή κι ύστερα πέταξαν πίσω για το βουνό.

Κολύμπησε όλη νύχτα. Τα ξημερώματα έφτασε στο διπλανό χωριό και βγήκε στη στεριά. Βρήκε στο μώλο τον ψαρά ν’ αδειάζει το καΐκι του. Απ’ τα μέσα εκείνου του Αυγούστου και ύστερα έμεινε εκεί και δούλεψε μαζί του. Τον βοηθούσε με τα δίχτυα, την ψαριά. Έμαθε τα δολώματα, να ρίχνει παραγάδι και τις αφέγγαρες βραδιές άναβε πυροφάνι. Δεν είδε ποτέ ξανά πυγολαμπίδες. Μονάχα ένα καλοκαίρι, χρόνια μετά, κάποια βραδιά με άπνοια που το φεγγάρι ήταν στη χάση του, καθώς στεκότανε όρθιος στο καΐκι του, του φάνηκε πως τις είδε στους πρόποδες του Ταΰγετου να λαμπυρίζουνε σαν κάρβουνα στη θράκα.

Κύλιση στην κορυφή