Να ξεβιδώνεις αστέρια θα πει τέρμα η ανάβαση στο θαύμα, θα πει σχέδιο κάτω απ’ τα νύχια της νύχτας
Όμως εσύ έρχεσαι πάντα το ξημέρωμα. Εσύ και τα μεγάλα υψόμετρα, με όραση στη διαπασών, με ακοή καμπάνα –
Τι με κοιτάς, σε τέτοιο στόμα υπάρχουν όλων των ειδών οι νύχτες
Νύχτες στο πνιγμένο σιρόπι των χειλιών, σε μάτια ελαιώδη
Βέβαια στο φως μιλούμε άλλη γλώσσα. Ακόμη και οι πόροι μας χειρονομούν, φουλάρουν στο γαλάζιο, όχι εμείς, εμείς πηγαινορχόμαστε στα ξένα
(Μάνα μου κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα. Α, ρε Κωσταντή, και για ένα χλιμίντρισμα του Άδη σου, σ’ αγάπησα)
Τώρα οι δυο μας κάτω απ’ τις οξιές με τους στρωμένους όρκους
Τώρα γερνάω ολόφωτη, τα χώματα είναι ηφαίστεια, δεν περισσεύει μήτε ενός λεπτού σιγή ενός λεπτού ιαχή – για μένα.

